Είχε καιρό να γράψει
Βλέπεις..
Δε τη χωρούσαν οι λέξεις πια.
Δε τη χωρούσε ο τόπος, ο χώρος .. ή ο χρόνος.
Δε τη χωρούσε η σάρκα της μέσα σε αυτό το μπουρδέλο που ονομάσατε ύπαρξη.
Όλη της η ζωή ένα καλοστημένο ψέμα.
Μια ανόητη παράσταση με σκοπό την ικανοποίηση.
Την ικανοποίηση ενός ανύπαρκτου συνόλου που προσπάθησε ματαίως να κάνει υπαρκτό.
Πες το έρωτα. Πες το φιλία. Πες το οικογένεια.
Ποτέ για κανέναν αρεστή. Ποτέ για κανένα αρκετή. Ποτέ υπαρκτή. Απλά εκεί.
Μια απομίμηση ανθρώπου που κάποτε γεμάτος υπήρξε.
Η εξαθλίωση ενός προσώπου που μονίμως πίεζε ένα χαμόγελο.
Ένα κουφάρι ονείρων και επιθυμιών.
Ένα ματωμένο ποίημα.
Δυσάρεστα βάραινε το σώμα της αυτή η σκέψη σε κάθε της ανάσα.
Χρόνια ανελέητα να ψάχνει τον εαυτό της.
Μα η ψυχή της σκορπισμένη σε λάθους ανθρώπους ήτανε.
Ίσως γι'αυτό ότι ποίημα έγραφε το έσκιζε και έπειτα το πετούσε τον τελευταίο καιρό.
Έτσι διαμελισμένο της ταίριαζε καλύτερα.
Μεγάλωσε.. και τίποτα δε της έμεινε.
Μονάχα φόβος και οργή. Μονάχα αγανάκτηση.
Τίποτα δε κατάφερε..
Κανένα τους δεν έσωσε.
Ότι έδωσε, έδωσε.
Και ότι πήρανε, πήρανε.
Έπειτα αναπόφευκτα φυσικά και φύγανε.
Γι'αυτό δε θέλει να γράφει πια.
Να γράψει τι; Και ποιος να την ακούσει;
Έτσι κενή μένει να αναρωτιέται αν ποτέ της άνθρωπος υπήρξε.
Θέλει να φύγει από αυτό το κόσμο..
Μα δε μπορεί..
Γιατί η ιδέα πως ίσως κι ένας κλάψει τη τρομοκρατεί.
Όλους τους αγάπησε πολύ.
Τόσο πολύ.. Που δε θέλει καμία ευθύνη να τους ρίξει.











