《Με τον καιρό, έμαθα να ξεχνώ τα μάτια- λέξεις της, τη διάσταση των επιθέτων- χειλιών της, την καθαρότητα των χεριών- ουσιαστικών της. Με τον καιρό, ο καιρός σκέπασε τα βήματά μου, και γέμισα με λησμονιές που με λησμόνησαν. Η πόλη για την οποία σας μιλώ, δεν υπάρχει πια, ούτε οι δρόμοι, ούτε το μαγαζί των τριών μουγκών, ούτε οι γραβάτες οι φαρδιές σαν κουπιά, ούτε οι φοινικιές- νάνοι, ούτε η μη παρακμιακή προυστική ατμόσφαιρα. Όλα εξαφανίστηκαν. Η μουσική, η αίθουσα χορού, ο σκύλος ο σκυμμένος προς το γραμμόφωνο. Όλα έχουν χαθεί, τα 'χω χάσει. Είναι καιρός τώρα που 'χει ξεπρηστεί το μάτι μου, αλλά έχω μια μελανιά στην ψυχή και κάτι λείπει, Μάμπελ, κάτι λείπει, και γι' αυτό βαδίζω στη ζωή σαν κουτσό έντομο, σαν ερπετό χωρίς ουρά ή κάτι τέτοιο.》
Luis Sepúlveda, Αν δεν έχεις πού να κλάψεις














