Τα 5 στάδια του να μεθάς με τους κολλητούς σου
Σεπτέμβριος 2012
Τους ξέρεις καλύτερα απ’ όλους.
Σε ξέρουν κι αυτοί.
Ανάσες πριν μιλήσεις.
Έτσι και δεν έχει έρθει ακόμα ο Ζακ.
i. pregame
Η Νάνση τσιρίζει μόλις με βλέπει, πέφτει πάνω μου να με αγκαλιάσει. Πίσω της τέσσερις γκόμενες που δεν έχω ξαναδεί. Δεν ξέρω κανέναν και είμαι ο μόνος άντρας εδώ μέσα; Μου συστήνει τις γκόμενες, είναι η Μαρίλια, η Ευγενία, η Στέλλα και η Θάλεια, είμαι ο Μάρκος και θέλω ποτό. Από την κουζίνα βλέπω να βγαίνει η Έφη μ’ ένα μεγάλο ουίσκι στο χέρι, ο σωτήρας μου.
Μου έχει λείψει όντως η Έφη.
Είναι λιγότερο τσιριχτή όταν με χαιρετάει, αλλά γενικά η Έφη δεν το ‘χει με αυτά. Γι’ αυτό είναι κολλητή μου. Ήταν. Της έχω μιλήσει το τελευταίο εξάμηνο, ακόμα είναι.
Ή μήπως ήταν;
«Θα ήμουν πιο θυμωμένη που έχεις εξαφανιστεί, αλλά είσαι μόνος σ’ ένα πάρτι με τέσσερις άγνωστες γκόμενες, περνάω ήδη πολύ ωραία».
«Πιο ωραία από αυτές;» δείχνω τις γκόμενες. Μετακομίζουμε στην κουζίνα.
«Είναι γαμημένα ηλίθιες, ρε μαλάκα» λέει όσο μου βάζει πάγο. «Ζώα».
«Ζώα με γκλίτερ».
Γελάμε και οι δύο. Είναι δικό μας αστείο, τα ζώα με γκλίτερ, δεν είναι αστείο για τους άλλους, και γέλασε. Την έκανα να γελάσει, πόσο θυμωμένη να είναι;
«Και, χέσε με, χαίρομαι που θα σας δω όλους πάλι, αλλά τι φάση το νέο σπίτι;»
«Ωραίο είναι».
«Σπουδάσαμε Θεσσαλονίκη. Το μεταπτυχιακό της είναι Θεσσαλονίκη. Γιατί να αλλάξει σπίτι;»
«Μπορεί να θέλει να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της».
«Μπορεί να έχει λεφτά για πέταμα, επίσης». Το ουίσκι της κατεβαίνει γρήγορα. «Και χρόνο. Ποιος στον πούτσο κάνει πάρτι επειδή ξεκινάει μεταπτυχιακό;» Βάζω και το δικό μου ουίσκι και την τραβάω έξω. Μπροστά στις άγνωστες θα πρέπει να μαζευτεί, έχω ξεχάσει πώς θα διαχειρίζομαι οργισμένη Έφη. Κι ο Ζακ ακόμα να φανεί.
«Πού είναι ο Ζακ;»
«Δεν νομίζω να έρθει ο Ζακ». Μόλις αλλάξαμε θέμα (από την γκόμενα που αντιπαθεί πολύ τώρα, στον γκόμενο που αντιπαθεί ασαφώς και γενικά), η φωνή της γύρισε στα φυσιολογικά. Αλλά και πάλι. Γαμώ τον Χριστό του για φίλος. «Εντελώς προσωπική μου άποψη, ε; Attend πάτησε όπως όλοι μας».
Πίνει μια γουλιά, κάνει μια παύση, το σκέφτεται, γυρνάει να μιλήσει, σκατά, θα μου πει για την Σουηδία, όλοι ξέρουν για την γαμημένη Σουηδία, αλλά οι τέσσερις άγνωστες λένε κάτι με την Νάνση, τσιρίζουν πάλι, έρχονται καταπάνω μας και την αρπάζουν.
«Πάμε να μας δείξει η Νάνση ένα φόρεμα» λέει η Θάλεια, ή η Ευγενία.
Η Έφη γελάει λίγο. Με κοιτάει, σηκώνει τους ώμους. «Είμαστε πολύ νηφάλιοι για να μιλήσουμε, ούτως ή άλλως».
Συμφωνώ. Από το πρώτο έτος. Η Νάνση στενεύει το βλέμμα της και μας καρφώνει. «Θα φλερτάρετε μετά» γελάει, γελάνε και οι υπόλοιπες, μία κάνει και “ωωω”.
Ηλίθια Νάνση.
Έμεινα μόνος, κοιτάω τριγύρω. Θέλω να κλέψω κάτι—μια τάση που η Έφη μισεί, αλλά ο Ζακ στηρίζει από το πρώτο έτος. Αλλά την ίδια στιγμή, τι έχει η Νάνση που θα μπορούσα να θέλω κι εγώ;
Λεφτά.
Υλικά αγαθά.
Καλύτερο δέρμα.
Μακαριότητα των πτωχών τω πνεύματι.
Καλύτερες φιλίες;
Κοιτάω την βιβλιοθήκη της. Δεν είχε στο παλιό της σπίτι, τα μόνα πράγματα που μπορούσες να διαβάσεις ήταν τα βιβλία της σχολής και κάτι περιοδικά μόδας στο μπάνιο. Όλη η παρέα έχει χέσει στο παλιό σπίτι της Νάνσης και ένιωσε το IQ της να πέφτει επειδή κοιτούσε τα περιοδικά και ένιωθε σαν νήπιο που δεν ξέρει να διαβάζει ακόμα, απλά κοιτάει τις εικόνες. Και τώρα έχει βιβλιοθήκη, κι ας έχει βάλει στο καλό ράφι Λένα Μαντά. Είναι μία πρόοδος.
Η πόρτα χτυπάει και μια γυναικεία φωνή από μέσα μου ζητάει να ανοίξω. Έτσι και δεν είναι ο Ζακ.
Είναι ο Νίκος και κρατάει ένα μπουκάλι κρασί. Ποιος φέρνει κρασί σε πάρτι; Μόλις βλέπει ότι του άνοιξα εγώ και όχι η Νάνση, το χαμόγελο μετατρέπεται σε έκπληξη, μετατρέπεται σε απάθεια, προσπαθεί να γίνει χαμόγελο ξανά.
«Ήρθα πολύ νωρίς;»
«Ήρθες όσο δοκιμάζουν φορέματα».
«Και η Έφη;»
«Και η Έφη».
Μου δίνει το κρασί και μπαίνει μέσα, βγάζει την ζακέτα του. «Ο Μάνος κι ο Ζακ;»
«Άφαντοι».
«Αναρωτιόμουν αν όντως θα έρθει ο Ζακ».
Άντε γαμήσου κι εσύ, μαλάκα.
Εντάξει, ο Νίκος δεν το αξίζει αυτό. Ο Νίκος δεν αξίζει να μας έχει φίλους, γενικά. Ποτέ δεν κολλούσε με κανέναν μας, αλλά ήταν πάντα εκεί. Δεν τραβούσε την προσοχή, αλλά υπήρχε στον χώρο. Μας άκουγε και δεν μιλούσε. Στο τρίτο έτος τα είχε για πέντε μήνες με μια κοπέλα, και όλοι το καταλάβαμε λίγες εβδομάδες πριν χωρίσουν. Και όταν ήθελε να κλαφτεί επειδή χώρισε, όλοι είχαμε διάβασμα για την εξεταστική. Έχουμε υπάρξει λίγο απαίσιοι με τον Νίκο, αλλά δεν αναρωτήθηκα ούτε για μια στιγμή αν θα ερχόταν ή όχι.
«Μίλησες με τον Μάνο;» τον ρωτάω, για να του σπάσω τα νεύρα, επειδή μου τα έσπασε κι αυτός. Από όλους στην παρέα, ο Μάνος είναι ο πιο απαίσιος, ειδικά απέναντί του.
«Όχι, έχουμε να μιλήσουμε πολύ καιρό».
Θέλω να του πω να φύγει, να τον ρωτήσω τι νομίζει ότι κάνει εδώ, ότι όλοι μας του κάνουμε κακό. Θέλω να τον προστατέψω, αλλά αν υπήρχε ένα τοπ 3 με επιθυμίες μου αυτή τη στιγμή, δεν θα ήταν μέσα. Ο Νίκος συνήθως δεν μπαίνει ούτε στο τοπ 5, οποιασδήποτε λίστας. Και όλοι έχουμε αυτό το άτομο στην παρέα μας, αλλά ο Νίκος με καταθλίβει. Τόσα χρόνια μετά, νιώθω ότι δεν ξέρω τίποτα για αυτόν, και η μισή ντροπή δική μου, η μισή πάρα πολύ δική του. Γιατί δεν απαίτησε κάποια στιγμή να ασχοληθούμε; Να μην είμαστε τόσο μαλάκες; Γιατί δεν έψαξε καλύτερους φίλους; Γιατί δεν ψάξαμε όλοι μας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.
Ας πούμε, ο Μάνος. Όλοι έχουμε μαλώσει με τον Μάνο κάποια στιγμή. Είναι τεράστιος μαλάκας. Κακοήθης μαλάκας. Και ο Νίκος ήταν πάντα ο αδύναμος κρίκος, το εύκολο θύμα. Ο Νίκος ποτέ δεν μάλωσε μαζί του. Συνήθως έπρεπε να επέμβει κάποιος από εμάς για να σταματήσει να τον ενοχλεί. Αλλά όταν κάποιος δεν ενδιαφέρεται καν να προστατεύσει τον εαυτό του, δεν είναι λογικό μετά από ένα σημείο να σταματήσεις να προσπαθείς κι εσύ;
Ή τουλάχιστον έτσι λέγαμε με την Έφη στον εαυτό μας για να νιώσουμε ότι έχουμε κάνει ήδη αρκετές καλές πράξεις. Ο Ζακ λειτουργούσε κάπως διαφορετικά απέναντι στον Μάνο. Τον έκραζε άσχετα από το ποιος ήταν ο στόχος του, επειδή πίστευε ότι το άξιζε. Αλλά ο Ζακ μπορούσε να γίνει εξίσου κακοήθης με τον Μάνο, ειδικά προς τον Μάνο. Κι επίσης ο Ζακ δεν ήταν εδώ ακόμα, και είχαν αρχίσει να σπάνε τα νεύρα μου. Στο μυαλό μου προσπαθώ να βάλω στοίχημα ποιος πίνει το ουίσκι του πιο γρήγορα τώρα, εγώ ή η Έφη.
Ο Νίκος με ρωτάει πώς τα περνάω. Όχι, ρωτάει “Τι άλλα νέα”, που είναι η πιο ηλίθια ερώτηση που μπορείς να κάνεις σε άνθρωπο. Δεν ξέρει καν τα υπόλοιπα νέα μου για να ρωτήσει τι άλλα έχω να του πω. Και μετά με ρωτάει για την Σουηδία. Πώς το έμαθε αυτός;
«Ήμουν κωλόφαρδος, νομίζω» ψαρεύω το κομπλιμέντο. Και γιατί να μην το ψαρέψω; «Βοήθησε και το φεστιβάλ».
«Έλα, ρε συ, αφού πάντα ξέραμε ότι θα κάνεις κάτι καλό». Ντινγκ! «Είναι για τηλεόραση;»
«Ναι. Δέκα επεισόδια, όλα τα γυρίσματα στην πόλη. Είναι αρκετά σίγουροι ότι θα μας ζητήσουν περισσότερα, όμως. Άκουσα ότι το Netflix θα αρχίσει να χώνεται σε τέτοιες παραγωγές».
«Τι είναι το Netflix;»
«Είναι μια υπηρεσία για streaming, ταινίες, σειρές, τέτοια. Αλλά λένε ότι θα αρχίσει να χώνει λεφτά και σε καινούριες παραγωγές, νομίζω θα προσπαθήσουν να το στείλουν κι εκεί, εκτός από το κανάλι».
Κουδούνι ξανά. Έχω χάσει κάθε ελπίδα, και τα κορίτσια βγαίνουν από το δωμάτιο, η Νάνση τρέχει να ανοίξει. Έχει αλλάξει φόρεμα, όπως και μία από τις φίλες της. Η Έφη φαίνεται σαν να πέρασε από όλα τα στάδια της κόλασης, και έρχεται να χαιρετήσει τον Νίκο, τον αγκαλιάζει χλιαρά.
Ο Μάνος μπαίνει στο σπίτι. Έχει φέρει ακόμα ένα ουίσκι, και τουλάχιστον θα του παραδεχτώ ότι έφερε σωστό αλκοόλ. Πιθανότατα επειδή έψαξε στο ίντερνετ “ti pinoun oi antres”, δεν τον έχω δει ποτέ να το βάζει στο στόμα του, αλλά περισσότερο για εμάς. Ή για να μεθύσει κάποια από τις τέσσερις και να της βάλει δάχτυλο στις τουαλέτες, μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.
«Πού είναι η Γωγώ;» τον ρωτάω μόλις χαιρετιόμαστε. Πριν ένα μήνα τους είδα ότι έκαναν διήμερο στο Πήλιο.
«Άρρωστη, γαμώτο. Και ήθελε πολύ να σας δει».
«Τι έπαθε, η καημένη; Σύνδρομο Στοκχόλμης;»
Η Έφη πνίγεται. Ο Μάνος είναι σίγουρος ότι κάτι άσχημο είπα, αλλά δεν έχει ιδέα τι. Προφανώς το ήξερα αυτό, προφανώς και γι’ αυτό το είπα.
«Πάω να γνωρίσω τις κοπέλες» λέει και με επιβεβαιώνει. Κάθε φορά που ο Μάνος πλησιάζει γυναίκα, ο Ζακ κι εγώ—
Όχι, ξέρεις κάτι; Να πάει να γαμηθεί. Δεν ήρθε, με άφησε μόνο μου μ’ αυτά τα παράσιτα και δεν μπήκε καν στον κόπο να στείλει ένα μήνυμα, έχω νεύρα μαζί του. Δεν αξίζει καλές αναμνήσεις.
«Νίκο, τι άλλα νέα;» ρωτάει η Έφη, που ακόμα γελάει με το σύνδρομο Στοκχόλμης και το ουίσκι ήδη την έχει χτυπήσει. Λογικό· την είδα να αρπάζει ένα ολόκληρο μπουκάλι όταν την έσερναν οι γκόμενες στην κρεβατοκάμαρα.
«Τίποτα, μωρέ, τελείωσα με τον στρατό, τώρα γύρισα σπίτι και σκέφτομαι πώς να συνεχίσω».
«Μεταπτυχιακό;»
«Νιώθω ότι ξέχασα κι αυτά που ήξερα, θα πελαγώσω. Ο στρατός είναι πολύ άσχημο πράγμα».
«Μπορώ να φανταστώ...»
«Δεν μπορείς». Ξαφνικά σοβάρεψε. Έγινε βλοσυρός. Τι σκατά είδε στον Έβρο; «Αλήθεια δεν μπορείς, δεν έχεις πάει ποτέ, ούτε θα πας».
«Έχω ακούσει, όμως...»
«Είναι πολύ χειρότερα. Ο στρατός σε αλλάζει. Είναι αδικία, εσείς δεν το έχετε αυτό. Εσείς κάνετε την ζωή σας, κάνετε κι έναν χρόνο διάλειμμα άμα θέλετε, ξεκινάτε το μεταπτυχιακό σας».
«...Δεν πρέπει να επιλέξεις να σπάσεις την αναβολή σου;» χτυπάει δυνατά η Έφη, χωρίς να την νοιάζουν οι συνέπειες. Ο Νίκος βρήκε το πιο λάθος άτομο και το πιο άκυρο θέμα για να πατήσει πόδι.
«Δεν το γλυτώνεις. Οι γυναίκες δεν χρειάζεται καν να το σκέφτεστε, η ζωή σας είναι φουλ εύκολη».
«Δεν είναι ωραίο να το λες αυτό» προσπαθώ να ηρεμήσω τα πνεύματα.
«Γι’ αυτό είσαι ακόμα παρθένος» απαντάει η Έφη.
«Ο Ζακ έστειλε μήνυμα ότι θα μας περιμένει στο μαγαζί!» τσιρίζει η Νάνση. «Βάζουμε σφηνάκια και φύγαμε!»
Γαμώ τον Χριστό του για φίλος.
ii. πρώτο ποτό
Ο Ζακ είναι έξω από το μαγαζί, καπνίζει υποθέτω το πέμπτο τσιγάρο και μόλις μας βλέπει, ανοίγει τα χέρια. Η Νάνση τρέχει και πέφτει πάνω του, φωνάζει τις άλλες τέσσερις να τον γνωρίσουν. Οι γκόμενες πάντα λατρεύουν τον Ζακ, μέχρι να τις κάνει να συνειδητοποιήσουν ότι δεν έχουν τίποτα στην προσωπικότητά τους που να τις βγάζει από εκείνο το τσουβάλι που μπαίνει το 99% των ανθρώπων που γνωρίζει: Αντιπαθητικοί Άνθρωποι.
Και συνήθως αυτή είναι η ίδια στιγμή που ο Μάνος ορμάει να τραφεί σαν γύπας. Ύαινα. Η ύαινα είναι πιο σιχαμένη.
Ο Ζακ τους χαμογελάει, αγκαλιάζεται πάλι με την Νάνση, με τον Νίκο, ακόμα και με την ύαινα, τον λέει μπρο κι εκείνος γελάει. Τι συμβαίνει;
«Νωρίς θυμήθηκες να στείλεις, ρε» τον κράζει η Έφη, αντί χαιρετισμού. Επιτέλους μια φυσιολογική αντίδραση. Την αγαπώ που είναι ήδη πιο μεθυσμένη απ’ όλους μας, βγάζει τον αληθινό της εαυτό.
«Δεν με ένοιαζε και τόσο να δω το νέο σπίτι της Νάνσης» σηκώνει τους ώμους. Κοιταζόμαστε. Θέλω να του πω ότι είναι μαλάκας που δεν ήρθε να με σώσει, αλλά αυτό θα δείξει αδυναμία και ο Ζακ μου φαίνεται έξτρα καρχαρίας σήμερα. Και θα ήταν σαν να έλεγα κατάμουτρα στην Έφη ότι δεν είναι εξίσου σημαντική για την ψυχική μου υγεία, δεν χρειάζεται κι άλλους λόγους για να αντιπαθεί τον Ζακ. Ήδη κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να ανέχονται ο ένας τον άλλο. «Έχει ένα κωλόμπαρο στην γωνία, άραξα εκεί μόνος. Είμαι αρκετά μεθυσμένος, μην ανησυχείτε».
Τον αγκαλιάζω. Θέλω να του πω στο αυτί ότι είναι ένα παπάρι, αλλά μέχρι να το πάρω απόφαση δεν είμαστε άλλο αγκαλιά, μπαίνουμε στο μαγαζί και η μουσική κοπανάει και υποθέτω κανείς δεν χρειάζεται να μιλήσει σε κανέναν.
Η Νάνση έχει κλείσει ένα από εκείνα τα μικρά τραπέζια που δεν χωράνε τα ποτήρια και όλοι στριμώχνονται στο όρθιο. Οι κοπέλες πάνε όλες μαζί, σαν αγέλη, να πάρουν σφηνάκια. Η Έφη μένει δίπλα μου και μου αρπάζει το χέρι, κάτι την έχει ενοχλήσει.
«Δεν είμαστε λίγο μεγάλοι για ορθάδικο;» ρωτάω, να της δώσω πάτημα να κράξει λίγο, να έρθει στα ίσα της. Εκείνη απλά σηκώνει τους ώμους και μου λέει να χορέψουμε. Όταν το κάνει αυτό, είτε δεν θέλει να πηδηχτεί με κανέναν στο μαγαζί, είτε θέλει να πηδηχτεί με κάποιον πολύ συγκεκριμένο στο μαγαζί. Κι εγώ δεν της λέω ποτέ όχι, επειδή είμαι καλός φίλος και η εναλλακτική είναι να κάτσω στο τραπέζι και να κοιτάω τον Νίκο να κοιτάει τον Μάνο να την πέφτει στις γκόμενες. Δεν θα ‘θελα.
«Λοιπόοοον...»
«Λοιπόν;»
«Σουηδία».
«Σουηδία» επιβεβαιώνω.
«Για πόσο;»
«Έναν χρόνο τουλάχιστον».
«Με μεγάλες πιθανότητες για πάντα;»
«Το ελπίζω». Άργησα λίγο να της απαντήσω. Δεν θα ήταν πολύ ωραίο να της πω ότι εύχομαι να μην ξαναπατήσω Ελλάδα πριν τελειώσει καν την ερώτηση. Υποτίθεται ότι σήμερα θα θυμόμασταν πόσο αγαπιόμαστε, πόσο χαιρόμαστε ο ένας με την χαρά του άλλου.
«Πόσο φοβάσαι και πόσο χαίρεσαι;»
«Αρκετά και από τα δύο».
Ένα σφηνάκι βρίσκεται στα χέρια μας, τσουγκρίζουμε όλοι μαζί, η Νάνση το ζει πρωταγωνίστρια. Είναι πολύ εύκολο να την κρίνεις, για πολλά πράγματα, αλλά τουλάχιστον κάνει κάτι με την ζωή της. Μεταπτυχιακό πάνω στο φύλο και τις κοινωνικές του προεκτάσεις ή κάτι τέτοιο, ναι, αλλά και πάλι. Ο Νίκος κάηκε από τον στρατό. Η Έφη με το που τελείωσε στέλνει βιογραφικά σε φροντιστήρια και κυνηγάει ιδιαίτερα. Ο Ζακ κάνει την φάση του, κανείς δεν γουστάρει να το συζητάει, σίγουρα όχι μπροστά του. Κι εκείνος δεν θα το συζητούσε ποτέ μαζί μας. Βγάζει λεφτά, τουλάχιστον. Έρχεται με τρία ποτά.
«Τζάμπα αλκοόλ για να ξεχάσετε το κλάσιμο που σας έριξα;»
«Ούτως ή άλλως τζάμπα πίναμε, μαλάκα» του απαντάει η Έφη—παίρνει το ποτήρι, όμως. «Πληρώνει η Νάνση». Ο Ζακ χλωμιάζει.
«Όντως τώρα; Τα πλήρωσα αυτά».
«Καλά να πάθεις» παίρνω κι εγώ το ουίσκι μου. Η Νάνση κάνει νόημα για περισσότερα σφηνάκια.
«Τι λέτε;» μας ρωτάει.
«Για το πώς ο κύριος από εδώ θα μας εγκαταλείψει για την Σκανδιναβία».
«Τώρα θα τον βλέπουμε δηλαδή ακόμα λιγότερο;» ρωτάει ο Ζακ, μ’ ένα ψεύτικο κατσούφιασμα.
«Ναι, λιγότερο κι από το μια φορά τον χρόνο».
«Μπορεί να έρχεται για γάμους τώρα».
«Ή κηδείες».
«Μπορούμε να βγαίνουμε χωρίς αυτόν, θες να γίνεις η νέα κολλητή μου;» ρωτάει και, ό,τι αστείο υπήρχε εκεί, του γάμησε τη μάνα. Το στόμα της Έφης σφίγγει και γίνεται μία ευθεία.
«Ο Νίκος κάθεται μόνος» λέω, «να κάνουμε κάτι;»
«Έχει το κινητό του, είναι μια χαρά» λέει ο Ζακ.
«Και τουλάχιστον κάποιος προσέχει τις τσάντες» συμφωνεί η Έφη. Ο Ζακ γελάει υπερβολικά δυνατά με αυτό. Μόλις σταματάει...
«Είσαι καριόλα».
«Έλα να χορέψουμε» τον αρπάζει. Ξεμένω. Τι είδους τιμωρία είναι αυτή; Ο Νίκος σηκώνει το κεφάλι του από το κινητό του, κρυφοκοιτάω και διάβαζε άρθρο για οικονομία, με ρωτάει τι λέει.
Στο “τι γίνεται” απαντάς “βράζει και χύνεται”. Στο “τι λέει” τι να απαντήσεις;
Η γάτα μου κλαίει.
Ο κόσμος καταρρέει.
Φάε μια γαβάθα πέη.
Ο Νίκος δεν το αξίζει αυτό, οκέι.
Τον ρωτάω για τον στρατό. Με ρωτάει κι αυτός τι σκοπεύω να κάνω τώρα με την δουλειά και τον αφήνω να μου εξηγήσει τι παίζει με τους ανυπότακτους εξωτερικού, λες και δεν τα έχω ήδη διαβάσει εκατό φορές.
Πιο δίπλα μας, η Θάλεια και η Ευγενία βγάζουν φωτογραφίες τα πάντα. Στρέφουν την κάμερα σ’ εμάς και χαμογελάω από συνήθεια. Φωτογραφία #pername_yperoxa με τον Νίκο, μόλις πήρα τα σκήπτρα της Καημενιάς. Μια απ’ τις δυο τους με πλησιάζει, ειλικρινά δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Χρειάζομαι κι άλλο ουίσκι.
«Με τι ασχολείσαι εσύ, Μάρκο;»
«Είμαι σκηνοθέτης». Βήμα πρώτο, λάμπουν τα μάτια.
«Αλήθεια;» Εδώ συνήθως κουνάω το κεφάλι καταφατικά και πίνω μια γουλιά, αλλά δεν έχω γουλιά να πιω, όλα στραβά σήμερα. Η Κάτι παίρνει στα γρήγορα μια πόζα. «Θα με βάλεις σε μια ταινία σου;»
Βήμα δεύτερο: «Κάνω ντοκιμαντέρ». Η απογοήτευση.
«Α...»
Δεν εμπιστεύομαι τους ανθρώπους που δεν γουστάρουν τα ντοκιμαντέρ. Οι περισσότεροι επίσης δεν διαβάζουν. Από πού μαζεύουν γνώσεις;
«Σ’ έναν μήνα φεύγω για Σουηδία, θα δουλέψω σε μια σειρά».
«Σειρά ντοκιμαντέρ;»
«Ναι».
«Α...»
Πάει. Ας το σκοτώσουμε κι άλλο. «Συγγνώμη, μου θυμίζεις το όνομά σου;»
«Μαρίλια» απαντάει προσβεβλημένη. Είμαι καλός μαλάκας κι εγώ, αυτήν με το πιο παράξενο όνομα ξέχασα. Ο Νίκος μας στραβοκοιτάει από το κινητό του. Μου γυρνάει την πλάτη και επιστρέφει στις φίλες της.
«Πάω να πάρω ακόμα ένα ποτό» λέω στον αέρα. Η Νάνση χορεύει με τον Μάνο, η Έφη κι ο Ζακ άφαντοι. Τους βλέπω λίγο πιο δίπλα από το μπαρ, μιλάνε έντονα. Δεν έχω ιδέα τι λένε, η Έφη έχει ανάψει τσιγάρο και κάθε δεύτερη λέξη πίνει. Ο Ζακ χαμογελάει, αλλά είναι έξαλλος, ξέρω όλα τα σημάδια του. Έχει απομονώσει στο κεφάλι του τα χειρότερα κομμάτια της, δίνει μάχη να μην αρχίσει να τα απαριθμεί και να την καταστρέψει. Της πιάνει ξαφνικά το χέρι κι εκείνη τραβιέται, της χύνεται λίγο ποτό, μέχρι εδώ ακούγεται το “Γαμώτο!” κι ο Ζακ σηκώνει τα χέρια ψηλά, αμέσως την δείχνει και αρχίζει να μιλάει πιο γρήγορα από πριν, έχει περάσει στην επίθεση. Πρέπει να επέμβω ή να πάρω ποτό;
«Θα παραγγείλεις κάτι;» με ρωτάει ο μπάρμαν. «Έχει ουρά από πίσω σου».
Θα πάρω ποτό.
iii. σ’ αγαπώ
Ζαλίζομαι. Όχι η όμορφη ζάλη, η ζάλη που θα σε στείλει στο νοσοκομείο. Η Νάνση και οι φίλες της εξακολοθούν να περνάνε τέλεια και με ενοχλούν· επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα, οι παρείσακτοι εδώ είμαστε εμείς. Ο Νίκος ακόμα με το κινητό, ο Μάνος βγήκε έξω. Τον πήρε τηλέφωνο η Γωγώ κι έπρεπε να μιλήσουν, ένας θεός ξέρει. Κι εγώ ζαλίζομαι και θέλω να πάω σπίτι, μέχρι να πάρω το ποτό μου, η Έφη κι ο Ζακ εξαφανίστηκαν και δεν μπορούσα να τους βρω. Οπότε ήπια περισσότερο.
Θέλω να πάω σπίτι, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να φύγω πρώτος. Όλοι ξέρουν πως όταν φεύγεις πρώτος, σε σχολιάζουν και πρώτο. Στα πάρτι με τα πιο απαίσια άτομα, έμενα να σκουπίζω το πάτωμα το πρωί. Η Έφη θα μου έλεγε ότι είμαι μαλάκας, αλλά η Έφη συνήθως έπλενε ποτήρια την ίδια στιγμή, με καλύτερη δικαιολογία. Προσπαθώ να την πάρω τηλέφωνο, δεν το σηκώνει. Ο Ζακ το έχει κλειστό. Πίνω περισσότερο, οι γκόμενες με αποφεύγουν και η μουσική το έχει γυρίσει σε ξεφτιλάδικο. Και κάπου εκεί έρχεται η Έφη και με αγκαλιάζει από πίσω.
«Θέλω να πάω σπίτι» κλαίγεται.
«Τι έγινε με τον Ζακ;»
«Δεν θέλω». Έρχεται από μπροστά, ακόμα με αγκαλιάζει. Θέλει κάποιον να είναι κοντά της. «Θες στ’ αλήθεια να πας Σουηδία;»
Τι να απαντήσω χωρίς να την πληγώσω; «Νιώθω έτοιμος για κάτι καινούριο».
«Αυτό το λένε μόνο όσοι σιχάθηκαν τα παλιά» μου απαντάει. Έχει άδικο; «Εγώ πιστεύω πως μας σιχάθηκες εδώ και καιρό».
«Αυτό δεν είναι αλήθεια».
«Μάθαμε για την Σουηδία από το Facebook, ρε Μάρκο».
«Το είπα στον Ζακ...»
Γιατί το είπα αυτό;
«Δεν είμαστε όλοι ο Ζακ!»
Τα μάτια της είναι πρησμένα; «Μην πιεις άλλο», μαλακώνω την φωνή, προσπαθώ να την ακουμπήσω, όπως ο άλλος πριν, τραβιέται όπως πριν.
«Άντε γαμήσου». Μου γυρνάει την πλάτη, και μετά αλλάζει γνώμη και με αγκαλιάζει ξανά. Και ένα τρίτο άτομο χώνεται στην αγκαλιά μας, την μολύνει: ο Μάνος.
«Σας αγαπώ, ρε μαλάκες». Κλαμένος ακούγεται κι αυτός.
«Θα με αφήσει μια στιγμή κάποιος μόνη με τον κολλητό μου, γαμώ το σπίτι μου;» του ουρλιάζει η Έφη μες στα μούτρα του, έξαλλη. Και αμέσως μετά: «Πρέπει να κατουρήσω». Και κάπως έτσι έφυγε. Και με άφησε μόνο με τον εχθρό.
«Ρε μαλάκα, γιατί χαθήκαμε έτσι;» με ρωτάει, το χέρι του πίσω απ’ τον λαιμό μου, είναι χάλια. Η φωνή του βγαίνει με το ζόρι.
«Δεν ξέρω» του απαντάω. Οποιαδήποτε αληθινή απάντηση θα τον έριχνε στα πατώματα και θέλω να τον ρίξω στα πατώματα, επειδή το αξίζει, αλλά δεν γίνεται. Αυτούς τους ανθρώπους μπορώ να τους μισήσω μόνο στην θεωρία. Στην πράξη βλέπω πώς είναι και θυμάμαι την πρώτη φορά που χώρισαν με την Γωγώ – πριν καταλάβουμε όλοι ότι το να χωρίζουν είναι γενικά η φάση τους – και έσκασε στο σπίτι μου σχεδόν νεκρός απ’ το ποτό, κλαίγοντας, κι έβγαλα ένα μπουκάλι να γίνω νεκρός κι εγώ, γιατί αυτό κάνουν οι φίλοι.
«Με χώρισε, ρε».
Άντε στο διάολο. «Πότε, ρε;»
«Πριν μια βδομάδα. Σας είπα ψέματα». Ρουφάει την μύξα του. «Βασικά δεν είπα ψέματα, όντως είναι άρρωστη γιατί την κόλλησα εγώ, αλλά εγώ είμαι τώρα καλά».
«Είναι οριστικό;»
«Ναι...»
Κάθε φορά αυτό λέει, δεν σημαίνει τίποτα πλέον.
Έχουμε τραβήξει την προσοχή του Νίκου, που έκλεισε το κινητό και ήρθε να κουτσομπολέψει. «Όλα καλά;» Ένα χέρι στον ώμο του αμέσως.
«Πρέπει να πάρουμε κι άλλο ποτό».
«Πρέπει να κάτσεις σε μια καρέκλα μέχρι να νιώσεις καλύτερα», προτείνω εγώ.
«Εγώ θα έπινα ακόμα ένα» λέει κι ο Νίκος, που δεν ξέρει να διαβάζει τις καταστάσεις, και ήταν ακόμα με την πρώτη μπύρα του, το ζώο. Ούτε πίνει, ούτε μιλάει, τι άνθρωποι είναι αυτοί;
Πάμε όλοι μαζί ξανά μέχρι το μπαρ, και στο δρόμο πετυχαίνουμε την Νάνση με ακόμα έναν δίσκο σφηνάκια. Κάποιο πόδι μπαίνει κάπου λάθος, κάτι γλιστράει και κάποιος δεν προλαβαίνει να αντιδράσει, και όλα τα σφηνάκια καταλήγουν πάνω στον Νίκο. Τα ποτήρια σπάνε, ο δίσκος πέφτει κάτω, δεν ακούγεται τίποτα γιατί όλο το μαγαζί τραγουδάει παλιά Κοκκίνου. Ο κόσμος γύρω μας δεν παίρνει χαμπάρι, μέχρι να σκεφτούμε να ζητήσουμε μια σκούπα, έχουν πατήσει τα σπασμένα, το πάτωμα κολλάει. Ο Νίκος δεν έχει κουνηθεί και ο Μάνος αργεί λίγο, αλλά μόλις καταλαβαίνει τι έγινε γελάει σαν μαλάκας.
«Φεύγω» λέει ο Νίκος.
«Μη...» κάνει η Νάνση.
«Αμάν, ρε μαλάκα Νίκο, για τίποτα δεν είσαι!» λέει ο Μάνος, ακόμα γελάει. Δωσ’ του γροθιά, δωσ’ του γροθιά, βγάλε επιτέλους αρχίδια και δωσ’ του μια γροθιά.
Ο Νίκος κάνει μεταβολή, πάει στο τραπέζι, χαιρετάει τις κοπέλες και φεύγει.
«Γιατί είσαι τόσο μαλάκας;» τον ρωτάω.
«Εγώ ή αυτός;»
«Πες του κάτι καλό, ρε γαμώτο!»
«Τι καλό να του πω, ρε μαλάκα, του καθυστερημένου; Ήταν όλο το βράδυ δίπλα στις άλλες τις μουνίτσες και δεν ξεκόλλησε απ’ το κινητό!»
«Ρε Μάνο!» φωνάζει και η Νάνση, που της έθιξε τις φίλες.
«Δεν το εννοούσα έτσι».
«Πώς μπορείς να εννοείς το μουνίτσες, δηλαδή; Πες μου έναν τρόπο που θα έλεγες κάποια μουνίτσα για να της δώσεις δύναμη».
«Κατ’ αρχάς, οι φίλες μου είναι όλες μουνάρες». Άντε γεια και η Νάνση.
«Αν τις έλεγα εγώ μουνάρες, θα με έλεγες λιγούρη».
«Και το μουνίτσες ακούγεται πιο χορτασμένο» απαντάω εγώ. Τώρα πατάμε κι εμείς τα γυαλιά, ποιος Νίκος, ποιο δράμα. Πού είναι ο Ζακ.
«Εσύ τι πρόβλημα έχεις, ρε μαλάκα, τώρα; Μια χαρά έχεις την Έφη να σου τρίβεται όλο το βράδυ».
Τι;
«Το ‘ξερα!» τσιρίζει η άλλη, «Το ή-ξε-ρα!»
«Είσαι μαλάκας;»
«Με περνάς για μαλάκα εσύ. Η κολλητή μου και η φίλη μου, πες μας ότι γαμιέστε επιτέλους, να ξέρουμε!»
Οι μουνίτσες – που σαν λέξη θυμίζει το νυφίτσες, που η συμπεριφορά τους αυτή τη στιγμή είναι ξεκάθαρα νυφιτσοειδής – αρχίζουν να μετακινούνται προς τα ‘δω, κάτι ρωτάει η μία την Νάνση και μετά εξαφανίζονται. Ο Μάνος ακόμα με κοιτάει, περιμένει μια απάντηση, επειδή ένας άντρας και μια γυναίκα δεν μπορούν να είναι μόνο φίλοι και τίποτα παραπάνω.
Που το πόσα παραπάνω πράγματα έχει υπάρξει για ‘μένα η Έφη είναι εντελώς άλλη κουβέντα. Γκόμενα όμως δεν υπήρξε ποτέ, και έχω σιχαθεί λιγάκι να δικαιολογούμαι.
Το μαγαζί αποφασίζει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για Αρβανιτάκη σε club remix. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Οι μουνίτσες επιστρέφουν με καινούριο δίσκο σφηνάκια, πώς τα πήραν τόσο γρήγορα; Έχουν τον τρόπο τους οι μουνίτσες, ακούω την φωνή της Έφης στο κεφάλι μου, ο μεγαλύτερος μισογύνης που γνώρισα ποτέ. Θέλω να κάνω εμετό.
iv. σκουπίδια
Έχω γονατίσει, το κεφάλι μου είναι σκατά. Ό,τι έχω πιει, το νιώθω να ανεβαίνει. Η λεκάνη είναι πιο καθαρή απ’ ό,τι περίμενα, είναι λευκή και αστραφτερή, με προκαλεί να την λερώσω, να βγάλω τα έντερά μου, και στο δίπλα δωματιάκι ακούω κάποιον να κατουράει, και βλέπω γνώριμα παπούτσια. Εκείνα τα σταράκια που είναι σαν εφημερίδα. Πάω να τον φωνάξω, το στόμα μου ανοίγει και ξερνάω, ξερνάω επίπονα και δυνατά, ο ουρανίσκος μου καίει και τα σταράκια γυρνάνε προς το μέρος μου.
«Φίλε, όλα καλά;»
«...Ζακ;»
Σιωπή. Καζανάκι, πόρτα ανοίγει, πόρτα κλείνει και μετά η δική μου πόρτα ανοίγει. Στέκεται και με κοιτάει, στο πάτωμα, με εφτά κιλά εμετό στην λεκάνη.
«Τι συνέβη;»
«Ήπια πολύ».
Με βοηθάει να σηκωθώ, μου τραβάει το καζανάκι και ανοίγει την βρύση. «Θες να καλέσω ταξί;»
«Όχι, είμαι καλά». Χρειάζομαι ένα παυσίπονο μόνο. «Δεν θα πάω σπίτι ακόμα».
«Χρειάζεσαι κάτι ακόμα;» ρωτάει και κάνει να φύγει.
«Είσαι θυμωμένος μαζί μου;»
«...Όχι;»
«Δεν ήρθες απ’ το σπίτι, εδώ με το ζόρι μου μίλησες. Πέρασες όλο το βράδυ με την Έφη, τι σκατά λέγατε τόσες ώρες;»
«Πέρασες καλά όσο τα πίνατε στο σπίτι;»
«Όχι, προφανώς».
«Οπότε γιατί να ερχόμουν;»
«Για να περνούσα λίγο καλύτερα!» Τα-ντα! «Για να έχω τουλάχιστον έναν άνθρωπο να πω μια κουβέντα! Έχω να σε δω έναν χρόνο!»
Ο Ζακ γελάει, και όταν γελάει συνήθως θέλει να με χτυπήσει, και συνήθως έχει λόγο.
«Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να μου στείλεις ένα μήνυμα; Ε, Ζακ, δεν έχω όρεξη να δω τους άλλους, τους μαλάκες, πάμε όμως εμείς για ένα ποτό. Ε, Ζακ, θυμάσαι κάποτε που ήσουν ο καλύτερός μου φίλος; Τι παίχτηκε; Νιώθω έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη, α, επίσης, ψήνομαι λίγο να σου πω λεπτομέρειες, επειδή, α ναι, πάω στην ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΣΟΥΗΔΙΑ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ!»
«Μη μου φωνάζεις, πονάει το κεφάλι μου!»
«Στ’ αρχίδια μου!»
Ένας τύπος μπαίνει μέσα και παγώνουμε. Πάει στα ουρητήρια, μας γυρνάει την πλάτη και αρχίζει να κατουράει. Κοιτιόμαστε με τον Ζακ, μετά ο Ζακ γυρνάει να τον κοιτάξει. Ξεροβήχει. Τίποτα, οπότε ξεροβήχει ξανά, κι ο τύπος γυρνάει.
«Σε πειράζει;»
«...Κατουράω».
«Μαλώνουμε». Κανείς δεν κουνιέται. Έχει σταματήσει και το κατούρημα. «Έξω» φωνάζει αργά ο Ζακ, να τονίσει κάθε γράμμα. Ο τύπος δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. «Έξω, γαμώτο, έξω, βρες έναν θάμνο!»
Ο τύπος φεύγει. Πάμε ξανά.
«Σου είπα για την Σουηδία, είσαι κυριολεκτικά το μόνο άτομο που του είπα προσωπικά ότι πάω Σουηδία!»
Βγάζει το κινητό του και αρχίζει να ψάχνει, ο παπάρας. Ψάχνει περισσότερη ώρα απ’ ό,τι με συμφέρει, και αναρωτιέμαι· με πόσα άτομα μπορεί να μιλάει ο Ζακ στο Facebook για να έχει χαντακωθεί τόσο η συνομιλία; Μου κοπανάει το κινητό στα μούτρα.
«Πάω Σουηδία για δουλειά, emoji χαμόγελο, emoji χαμόγελο, ακόμα ένα emoji χαμόγελο, δύο μήνες πριν». Χεσμένη φωλιά, ας αλλάξουμε θέμα.
«Όλο το βράδυ αναρωτιέμαι πού σκατά είσαι, και μετά φτάνουμε εδώ και εξαφανίζεσαι, μιλάς με την Έφη όλο το βράδυ».
«Έψαξες να με βρεις;»
«Μιλούσες με την Έφη!»
«Σε ποιο σύμπαν θα προτιμούσα να μιλάω με το μουνόπανο αντί για εσένα; Δεν με άφηνε να φύγω!»
«Δεν χρειαζόταν να το πεις αυτό».
«Γιατί; Τουλάχιστον η Έφη ξέρει ότι είναι μουνόπανο, δεν προσπαθεί να το κρύψει».
«Τι λέγατε καν τόση ώρα;»
Γελάει ξανά. «Δεν θα σου πω».
«Λέγατε για ‘μένα;»
«Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν και σκέψεις που δεν σε αφορούν». Πιάνει ένα ποτήρι ουίσκι αφημένο δίπλα στον νιπτήρα και πίνει. «Αισθήματα, επίσης».
«Μην το πίνεις αυτό».
«Δικό μου είναι».
«Ποιος φέρνει το ποτό του μαζί στην τουαλέτα;»
«Διώξατε τον Νίκο, πού να το άφηνα;»
Ξεφουσκώνουμε. Μου δίνει το ουίσκι του, το κεφάλι μου κοπανιέται, λέει όχι, θα μαρτυρήσεις αύριο το πρωί, αλλά το πίνω. Είναι το ουίσκι της ειρήνης.
«Είσαι απερίγραπτα μαλάκας» μου λέει. Ή και όχι. «Τοξικός».
«Μπρίτνεϊ».
«Αγαμήσου».
Πίνω κι άλλο. Δεν είμαι τοξικός. Αν μη τι άλλο, ο Ζακ είναι ο τοξικός. Πληγώνει κάθε άνθρωπο που γνωρίζει, είναι αδιάφορος και ψυχρός. Ποιος σου λέει με σιγουριά ότι δεν θα σταματούσε να θυμάται ότι υπάρχουμε μετά το πτυχίο; Του το λέω. Προσπαθώ να του το πω, το μυαλό μου δεν λειτουργεί και βγαίνει κάτι σαν:
«Κι εσύ μετά το πτυχίο δεν ήθελες να σου μιλάμε».
«Μάρκο, ντρεπόμουν. Να σας έλεγα τι;»
«Οτιδήποτε! Ήταν ανάγκη να μας πεις για την δουλειά;»
«Χέσε μας, ρε μαλάκα, ποιος μιλάει για κάτι εκτός από δουλειά μετά το πτυχίο;»
Δεν έχει κι άδικο. Καφέδες μίζεροι με την Έφη, τσίπουρα άνεργα και καταθλιπτικά με τον Μάνο. Ο Ζακ μπορεί να δούλευε, αλλά δούλευε τη νύχτα, το άλλο εννιά με πέντε. Κάθε βράδυ στο τηλεφωνικό κέντρο, βογγούσε σε ένα ακουστικό, γινόταν η εντελώς προσωπική σου φαντασίωση. Και καθάριζε και μια εννιακοσάρα τον μήνα. Η Έφη αν το μάθαινε θα του γινόταν βδέλλα, έξαλλη βδέλλα που θέλει να μάθει τα πάντα. Ο Μάνος δεν θέλω να ξέρω τι καφρίλες θα έκανε. Ούτε κι ο Ζακ ήθελε, γι’ αυτό και δεν του το ‘πε, όσο κράτησε. Και μετά το ένα πράγμα έφερε το άλλο και η πρώτη απ’ τις παλιές συμμαθήτριες παντρεύτηκε και αποφάσισε να κάνει πάρτι, και η Έφη ήταν εκεί και ο Ζακ έσκασε μύτη ντυμένος σέξι μπάτσος, και κάπως έτσι μάθαμε όλοι τι δουλειά κάνει πλέον ο Ζακ. Και η δουλειά δεν είναι ντροπή, αλλά έχουν την ιστορία που έχουν. Που μας φέρνει πίσω στο θέμα μας.
«Τι σου έλεγε η Έφη;»
«Γιατί θέλεις να μάθεις;»
«Επειδή με βρήκε μετά και ήταν κλαμένη».
«Δεν φταίω εγώ γι’ αυτό».
«Και ποιος φταίει;»
«Ο κάλος στον εγκέφαλο; Πού θες να ξέρω;»
«Ποιος είναι τώρα ο μαλάκας;»
«Δεν σταμάτησες να είσαι εσύ».
Το κινητό μου δονείται. Μήνυμα απ’ την Έφη, ρωτάει πού είμαι. Το βάζω στην τσέπη, ο καυγάς έχει ζουμί ακόμα.
«Δεν είμαι μαλάκας».
Ναι, ζουμί με επίπεδο δημοτικού, και; Είναι το πιο κοντινό πράγμα που είχαμε σε επικοινωνία τα τελευταία δύο χρόνια. Και τότε μπαίνει ο Μάνος στην τουαλέτα. Γαμημένη σφηνόπουτσα. Παραπατάει.
«Τι κάνετε εδώ μέσα, ρε;»
Και μετά λιποθυμάει.
v. σκουπίδια (remastered)/καναπές
«Θες να με πας σπίτι μου;» ρωτάει ο Μάνος την Έφη, μέσα στο ταξί.
«Σταμάτα να προσπαθείς να γαμήσεις τις φίλες σου» του λέω. Ο Ζακ το παίρνει πιο βαριά, γυρνάει από το μπροστινό κάθισμα.
«Είσαι ο πιο αηδιαστικός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ».
«Θα σε πάω σπίτι, Μάνο, μην ανησυχείς» λέει και η Έφη, πέρα από κάθε προσδοκία.
«Αλήθεια τώρα;»
«Κοίτα τον πώς είναι, ρε Μάρκο».
Ο Ζακ το παίρνει κι αυτό βαριά. «Μα τον θεό, αν πηδηχτείς με τον Μάνο σε τέτοια κατάσταση, θα χάσω όσο σεβασμό μου έχει...»
«Θα πηδηχτώ με όποιον θέλω!» του φωνάζει, έτοιμη να βγάλει μαχαίρι.
«Καλώς. Γίνε κακοποιημένη νοικοκυρά, χέστηκα».
«Εεε...» παραπονιέται ο Μάνος, αλλά δεν έχει και πολλή δύναμη.
Ο ταξιτζής μας ρωτάει ποιον να αφήσει πρώτο, δίνει ο Ζακ την διεύθυνσή του. Μένει πιο κοντά, αλλά κυρίως θέλει να μας ξεφορτωθεί.
«Θες να ‘ρθεις να δεις και τον Ορφέα;» ρωτάω, για να ξεκλέψω λίγο ακόμα χρόνο. Ο αδερφός μου είναι πιο συμπαθητικός από εμένα.
«Ο Ορφέας μένει εδώ, τον βλέπω όποτε θέλω».
«Σας αγαπάω» λέει ο Μάνος. Σιωπή. Μάλλον το εννοεί. Δεν θέλουμε. Η Έφη του χαϊδεύει τα μαλλιά. «Δεν θέλω να σε πηδήξω» της λέει. «Δηλαδή σε πήδαγα...»
«Σκάσε, Μάνο».
«Στο επόμενο στενό με αφήνετε» λέει ο Ζακ.
Τι σου είναι ένα λιγότερο πριβέ ξεφτιλίκι απόψε;
«Θα κατέβω κι εγώ».
«Γκέι» λέει ο Μάνος. Ο Ζακ δεν λέει τίποτα. Η Έφη σκυλιάζει, αλλά κάνουν την Πιετά στην άλλη άκρη του καθίσματος αυτή την στιγμή, ας κουνηθεί άμα θέλει. Ούτε να μιλήσει δεν τολμάει, ποιος ξέρει τι χοντράδες ειπώθηκαν πριν. Δεν έχω μόνο εγώ χεσμένη την φωλιά μου. Κατεβαίνουμε. Τους λέω να προσέχουν. Και το ταξί φεύγει.
«Τι θες τώρα» λέει ο Ζακ, κουρασμένος, «να σου πω να ‘ρθεις πάνω και να δούμε ταινία και να θυμηθούμε τα παλιά;»
«Θέλω να μου μιλήσεις». Δεν έχω κουράγιο ούτε να ακουστώ εκνευρισμένος. Θέλω μόνο να μου μιλήσει. Να μου πει αν σκέφτεται λιγότερες φορές την μέρα την αυτοκτονία, αν κοιμάται καλά κι αν πίνει νερό. Με κοιτάει ανέκφραστος.
«Θέλεις να μάθεις γιατί είμαι θυμωμένος μαζί σου;»
«Ναι».
«Επειδή φεύγεις».
Κάποιος γαμιόλης επιτέλους μου το είπε.
«Είναι ευκαιρία...»
«Το ξέρω. Δεν με ενοχλεί αυτό. Δεν με ενοχλεί ούτε που έφυγες Αθήνα για να κάνεις ντοκιμαντέρ, δεν με ενοχλεί που θα πας στην Σουηδία, κι ας ήθελα να είσαι εδώ, να περνάμε όλες τις ενήλικες μαλακίες μαζί. Να ξέρω πως ό,τι κι αν συμβεί, έχω κάποιον να τα πω μ’ έναν καφέ το επόμενο πρωί. Μ’ ενοχλεί που έχεις τηλέφωνο και Facebook και είναι σαν να μην τα ‘χεις. Μ’ ενοχλεί που όλο αυτό ήταν δική σου απόφαση και δεν μπορείς να αναλάβεις την ευθύνη». Κοιτάει το πεζοδρόμιο. «Γι’ αυτό είμαι θυμωμένος». Κοιτάω κι εγώ το πεζοδρόμιο. «Πήγαινε σπίτι. Αν θες να το ακούσεις, είσαι ακόμα ο καλύτερός μου φίλος. Δεν έχω κι άλλους».
*
Ο Ορφέας είναι λιωμένος στον καναπέ, βλέπει τηλεόραση. Μισή ώρα περπάτημα, μεθυσμένος και κατεστραμμένος μες στην νύχτα στην κωλόπολη, τουλάχιστον είναι ωραίο να βλέπω ένα άτομο που δεν έχω αμφιβολία ότι με αγαπάει.
«Πώς περάσατε;» με ρωτάει. Πάω και πεθαίνω δίπλα του στον καναπέ. «Τι κάνει ο Ζακ;» Κουνάω το κεφάλι, δε θέλω.
«Λέγε στους φίλους σου ότι τους αγαπάς».
«Προσπαθώ...»
«Και μην αγαπάς κακούς ανθρώπους. Δεν μπορείς να τους διώξεις με τίποτα μετά».
«Νομίζω είμαι προσεκτικός με το ποιους κάνω φίλους μου» λέει.
«Είσαι δεύτερο έτος, Ορφέα. Δεν έχεις ιδέα ακόμα ποιοι είναι οι φίλοι σου».
«Θα τους ξαναδείς, νομίζεις;»
Ειλικρινά;
Δεν ξέρω τίποτα για το μέλλον. Ξέρω μόνο ότι φοβάμαι να είμαι μόνος. Ted


















