Αφιέρωμα στο έργο της Θέλγιας Πετράκη
Δεν μπορώ να ξεχάσω την γλυκιά αίσθηση που αποκόμισα τον περασμένο Σεπτέμβρη, βγαίνοντας από τον θερινό κινηματογράφο, όπου είδα την βραβευμένη με Χρυσό Διόνυσο ταινία της Θέλγιας Πετράκη, Bella. Ήταν μια γλυκιά αίσθηση επαναβίωσης συναισθημάτων και καταστάσεων, που μόνο η ανάμνηση, το φιλμ και ο κινηματογράφος μπορούν να προκαλέσουν. Η χαρά μας, με την Αλίκη, ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν γνωρίσαμε προσωπικά την δημιουργό με την οποία είχαμε την ευτυχία να πραγματοποιήσουμε την πρώτη μας συνέντευξη ως Οδός Μαλχόλαντ και με την ευκαιρία της οποίας ανατρέξαμε στις τρεις μικρού μήκους μυθοπλασίας δημιουργίες της.
Πρώτη χρονολογικά, η ταινία μικρού μήκους Pray, του 2012, μία ταινία για την επίγνωση του υποκειμένου πως ο κόσμος απέχει αρκετά από το να χαρακτηριστεί τέλειος. Ως εκ τούτου, σε μία κοινωνία, αποτελούμενη από βαθιά αποξενωμένα υποκείμενα, η απόφαση ενός δικαστηρίου που καταδικάζει μία νεαρή κοπέλα να ταφεί ζωντανή, δεν μοιάζει τόσο παράλογη, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Το υπαρξιακό άγχος ορίζεται εδώ από την εξής συνθήκη: το υποκείμενο δεν διερευνά τα λογικά όρια της απόφασης ενός τέτοιου δικαστηρίου, η φαινομενική κανονικότητα του οποίου εντείνει την αίσθηση παραλόγου˙ αντιθέτως, η ηρωίδα του φιλμ επιδίδεται σε μία αγωνιώδη προσπάθεια εξεύρεσης λίγο παραπάνω οξυγόνου, λίγο παραπάνω ζωής, μέχρι κάποιος να αποφασίσει να αποκαταστήσει αυτή την αδικία, αν τελικά πάρει κάποιος αυτή την απόφαση, που φαίνεται να απαιτεί περισσότερο θάρρος από όσο θα νόμιζε κανείς.
Εάν στο Pray ο μη-τόπος είναι ο Παράδεισος, στην δεύτερη δημιουργία της σκηνοθέτιδας, Helga is in Lund (2017), ο μη-τόπος είναι η σουηδική πόλη του Lund, όπως αυτή προκύπτει αφηγηματικά μέσα από μία σειρά παράδοξων ερωταπαντήσεων στον πυρήνα των οποίων βρίσκεται το άγχος της ύπαρξης. Το άγχος της ύπαρξης όπως αυτό διαφαίνεται μέσα από την δυαδική σχέση ψυχαναλυτή-ψυχαναλυόμενης, η εργονομική διάταξη της οποίας εντείνει το αίσθημα αποξένωσης του υποκειμένου. Ως εκ τούτου η ιστορία της ηρωίδας (η υπέροχη Έλενα Τοπαλίδου) τίθεται στο επίκεντρο μιας διαφορετικής, μπεκετικών διαστάσεων ιστορίας -με συνειδητή επιλογή της σκηνοθέτιδας να τονίσει την θεατρικότητα της- στην καρδιά της οποίας βρίσκεται ένα υπέροχο πλάνο το οποίο καθρεφτίζει απόλυτα το πνεύμα του έργου: Μία άγνωστη γυναίκα, σε ένα απρόσωπο ξενοδοχείο, προσεγγίζει την ηρωίδα και την ρωτά αν της επιτρέπει να την αγκαλιάσει, λέγοντας της πως της θυμίζει, ένα εξ ίσου άγνωστο σε εμάς, οικείο πρόσωπο. Η αγκαλιά των δύο γυναικών τονίζει απόλυτα την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου από το κοινωνικό του περιβάλλον, όταν με την κάμερα έξω από το τζάμι του παραθύρου, η μικρή αυτή στιγμή ανθρώπινου συναισθήματος χάνεται μέσα στον αντικατοπτρισμό στο γυαλί, των αυτοκινήτων της λεωφόρου, σε ένα υπέροχο χοπερικών διαστάσεων πλάνο. Ως εκ τούτου, το ψυχαναλυτικό ξέσπασμα του ψυχοθεραπευτή, η κραυγή Η Χέλγκα είναι στο Λουντ, δεν προκαλεί εν τέλει την παραμικρή απορία, δεδομένου ότι το Λουντ είναι ο κάθε τόπος.
Στην εξαιρετική Bella, με την Έλενα Τοπαλίδου, και πάλι, στον ρόλο της Άνθης, και τον επίσης υπέροχο Νίκο Κουρή στον ρόλο του Χρήστου, εκτυλίσσεται μία ερωτική ιστορία υπό το βάρος των αποστάσεων που δημιουργούν οι διαφορετικοί χρόνοι, οι διαφορετικές κοινωνίες, η πολιτική ιστορία, αλλά και η ίδια η ανθρώπινη κατάσταση. Η Αθήνα του 1987 ήταν μία πόλη που άλλαζε, σε μία χώρα που άλλαζε˙ η δε μοσχοβίτικη κοινωνία, μία κοινωνία που έμελλε να αλλάξει την παγκόσμια ιστορία συνολικά, αλλά και να μετατοπίσει τα συναισθήματα των ηρώων μας προς το αδρανές. Η Florentina Andreescu στην μελέτη της για το έργο του Cristian Mungiu, 4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Ημέρες, χρησιμοποιεί ένα φουκωϊκό όρο, αυτόν της ετεροτοπίας, για να περιγράψει το περιβάλλον του ξενοδοχείου. Θαρρείς, σαν έναν χώρο έξω από την πολιτική, την ιστορία και την γραμμική αφήγηση του χρόνου. Εδώ, η υπέροχη στιγμή των δύο εραστών, στο δωμάτιο 1717, δοσμένη σε αντίστροφη αφήγηση, τονίζει αυτήν την μοναδικότητα της στιγμής, μιας στιγμής με εσωτερικό σύστημα κανόνων και λογικής και λειτουργεί ως υπόδειγμα για την ανάγνωση της πολιτικής ιστορίας. Συν τοις άλλοις, η σύνθεση του αρχειακού υλικού με το πρωτότυπο, η εισαγωγή ντοκουμέντων και στις σκηνές μυθοπλασίας, το μικρό μετα-φιλμ μέσα της (η βιντεοσκόπηση της οικογένειας από τον γιο) εντείνουν την γλυκύτητα της ανάμνησης, σε κάθε υποκείμενο ξεχωριστά, αλλά και την γλυκύτητα που έχει η ανάμνηση αυτή καθ’ αυτή.
Ευχόμαστε από καρδιάς, καλή συνέχεια στην Θέλγια Πετράκη, την οποία είχαμε την μεγάλη χαρά να γνωρίσουμε, καλή επιτυχία στο ταξίδι της Bella στα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, και ανυπομονούμε για τα επόμενα έργα της!