στις αρχές του αιώνα η ανθρωπότητα έπαψε να παράγει
πια τον εκκωφαντικό βρυχηθμό της˙
οι μηχανές όλες σταμάτησαν
σε μια μοναδική στιγμή σκορπισμένη
καταραμένα αέναη και επαναλαμβανόμενη
μέσα σε μια νυχτερινή σιωπή
στην αρχή γελούσαμε. για φαντάσου λέγαμε τον κόσμο
να παγώνει στον χρόνο. για τόσο δα.
έπειτα ξεκίνησαν να βγαίνουν και οι πυγολαμπίδες
επιτέλους έφτιαξε ο σκουπιδότοπος αυτός είπαμε.
ύστερα τα βάλανε μαζί μας. μας στοχοποίησαν
στον δρόμο θα μας κοιτούσανε περίεργα. έπειτα
ξεκίνησαν να μας βιντεοσκοπούν. στα πάρκα, τις πλατείες,
τα πεζοδρόμια. τα πανεπιστήμια. τα πρόσωπα μας ήταν παντού.
τις πρώτες μέρες… θυμάμαι τρέξανε όλοι
να γυρίσουνε στα σπίτια τους.
σηκωθήκαν και φύγανε ένα πρωί που η πόλη ερήμωσε.
μα κανείς δεν γύρισε ποτέ πίσω.
έπειτα ξεκίνησε και του ήλιου η υπερβολή.
μα κανείς μας δεν θυμάται εκείνες τις μέρες.
από τη μια στιγμή στην άλλη ένας ένας άρχισε να ξεχνά.
κλειδώθηκα στο σπίτι μου. κι εγώ
κ’ όποιος απέμεινε σε αυτή την πόλη.
η νύχτα ξεκίνησε να γίνεται πιο σκοτεινή. πιο ήσυχη.
και τότε ξεκινήσανε και οι αποφάσεις.
την πρώτη νύχτα απαγόρευσης
-περπατούσα βιαστικά να φτάσω σπίτι μου
η ώρα ήτανε περασμένη. κι αν με βρίσκαν έξω θα με πιάνανε.
όχι δεν έβρεχε. το θυμάμαι. απαλό αεράκι.
έψαχνα βιαστικά να βρω το κλειδί της πολυκατοικίας.
τότε την είδα να περνάει. φορούσε κουκούλα.
στην αρχή δεν με κατάλαβε,
γύρισε και με κοίταξε. κοίταξε τον δρόμο.
στάθηκε. μου έκανε ένα νεύμα.
καληνύχτα! τι; καληνύχτα!
στάθηκε λίγο ακόμα εκεί στην άκρη του πεζοδρομίου
το κλειδί μου δεν γύρναγε. τριγύρω παντού σιωπή.
αυτό μονάχα. και ύστερα χάθηκε μεσ’το σκοτάδι.
έπειτα κάθε φορά που κατάφερνα να φτάσω
δεν άναβα τα φώτα. μονάχα περίμενα στα σκοτάδια.
να ηρεμήσουν τα πράγματα.
κάτσε λίγο ακόμα εδώ και ύστερα φεύγεις.
αν βγεις έξω θα σε πιάσουν τέτοια ώρα. περίμενε
οι πυγολαμπίδες δεν υπήρχαν πια στους δρόμους
μια απόκοσμη καταχνιά. κανείς δεν ήταν πια έξω.
η γυναίκα που περπατάει στον δρόμο πλέον δεν βιάζεται.
η μια απόφαση ακολούθησε την άλλη. χαμπάρι δεν πήραμε.
κοιμισμένοι τα χαράματα στους καναπέδες.
streaming, οθόνες παντού που κατέγραφαν
προτού καταλάβουμε τι γινόταν
ξεκίνησαν να ορμάνε στα σπίτια μας.
τα βιβλία καίγονταν στους 451℉,
τους υπόλοιπους τους μάζεψαν σε μια πορεία.
πέταξα τα τρικάκια από το μπαλκόνι μου
και έκλεισα τα φώτα. δεν ξανά βγήκα για έναν μήνα.
μια μέρα θέλησα να κατέβω.
έψαξα παντού. γκριν παρκ, παλάς, πολυτέκ,
τάουνχωλ στριτ. δεν υπήρχε κανείς.
κάθε νύχτα περπατούσες στην βροχή.
και έκανε κρύο. και κανείς δεν άνοιγε την πόρτα του από φόβο.
ο νικόλας σταμάτησε να έρχεται. ήταν πολύ επικίνδυνο.
τον μάνο μου είπαν πως τον πιάσανε την ώρα που πήγαινε σε μια συνέλευση. μέρες τον παρακολουθούσαν. του την είχανε στημένη λέει. όλοι οι άλλοι τρέξανε και γλίτωσαν. μα δεν τους έχω δει από τότε.
παλιές φωτογραφίες στον τοίχο
δεν θέλησα να κάνω τίποτα. όπου και να πήγαινα
την είχα χαμένη. όποιος αρρώσταινε
δεν τον ξανά βλέπαμε. και οι υπό
ξέχασα κι εγώ μετά από ένα σημείο. το τηλέφωνο
πάρκα, πανεπιστήμια, κινηματογράφοι και σουπερμάρκετ.
έμαθα μετά από καιρό πως ένας φαρμακοποιός
έδινε κόσμο. μετά από δυο μήνες
περάσανε χίλιες εννιακόσιες εβδομήντα τρεις μέρες
από την τελευταία φορά που μου είπε κάποιος να προσέχω.
την επομένη κοιμήθηκα κι εγώ όπως όλοι.
στον ύπνο μου ονειρεύτηκα πως τριγύρναγα σε μια
λαμπερή στοά, φωτισμένη από το φως της μέρας.
κάτι έψαχνα να βρω. είχε και κάτι σκαλοπάτια μα
δυο γριές πίνανε ελληνικό
δεν ήξερα τι με περίμενε εκεί πάνω.
έξω οι δρόμοι έρημοι. η πόλη ετοιμάζονταν για κάποια
μα κανείς δεν έμεινε για να γιορτάσει.
ύστερα βράδιασε και στον ουρανό υπήρχαν πυροτεχνήματα.
τα έβλεπα από το ψηλό μου διαμέρισμα. και ένα ερείπιο φωτισμένο.
το κακό είναι πως ποτέ κανείς δεν έμαθε
όλοι ξεχάσανε. όλοι κοιμήθηκαν τον βαθύ ύπνο.
πρόσωπα θολά και χαρούμενα. πρόσωπα που δεν τα έχω δει
ευτυχισμένο το 2018, ευτυχισμένο το 2019.
απόψε θα πάμε να χορέψουμε στης σοφίας. εκείνη την φωτογραφία
την είχε βγάλει τότε ο μπίλη. βάλε μου κάτι βαρύ να πιω.
μια νύχτα καθόμασταν έξω από
το προξενείο. και γελούσαμε.
κάτι θα μας είχε φανεί αστείο.
ελάτε. ελάτε γρήγορα! μαζευτείτε να βγάλουμε μια φωτογραφία.