Την ίδια μέρα που στη μακρινή Βαβυλώνα πέθαινε ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, άφηνε την πνοή του στην Κόρινθο ο άνθρωπος για τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε πει ότι θα ήθελε να ήταν αυτός, εάν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, ο Διογένης Ικεσίου Σινωπεύς, ο επονομασθείς Κυνικός.
Ο Διογένης δεν ήταν πρώτος, ούτε ο τελευταίος των Κυνικών, ήταν απλά ο επιφανέστερος, γι’ αυτό και ταυτίστηκε απόλυτα με τη φιλοσοφία που εξέφραζε και σύμφωνα με την οποία έζησε με συνέπεια.
Ο Διογένης είχε έρθει στην Αθήνα σαν φυγάδας από την πατρίδα του Σινώπη, πιθανότατα καταζητούμενος για παραχάραξη νομισμάτων. Έγινε μαθητής του ιδρυτή των Κυνικών Αντισθένη, κι έζησε κάποια μάλλον σκοτεινά χρόνια σαν μέτοικος. Σύντομα όμως έθεσε σε πλήρη εφαρμογή τα κυνικά διδάγματα, απαρνούμενος τα πάντα και ζώντας ξυπόλυτος κι ανέστιος, με μία μόνο ράβδο κι ένα σακκούλι στον ώμο του. Ήταν παρόλα αυτά σεβαστός απ’ όλους, μεταξύ δε των άλλων κι απ’ τον ίδιο τον Πλάτωνα.
Οι Κυνικοί δεν πίστευαν στην κλασική φιλοσοφική διδασκαλία, προτιμούσαν το παράδειγμα και τα σύντομα ανέκδοτα-αφορισμούς. Η παράδοσή μας διέσωσε ένα πλήθος τέτοιων για τον Διογένη, που τα περισσότερα είναι πασίγνωστα. Από τα λιγότερο γνωστά αναφέρουμε τα παρακάτω: Όταν όλοι αποδοκίμαζαν ένα ρωμαλέο κιθαρωδό, εκείνος τον επευφήμησε και στην απορία τους γιατί έκανε κάτι τέτοιο, απάντησε: «Επειδή ακριβώς αν και τόσο ρωμαλέος είναι κιθαρωδός κι όχι ληστής». Συνήθιζε επίσης να προσεύχεται μπροστά στις Ερμές, που βέβαια δεν ήταν αγάλματα λατρείας κι όταν τον ρώτησαν γι’ αυτό, είπε: «Γυμνάζομαι στην τέχνη τού να παρακαλώ χωρίς να εισακούομαι».
Στην απορία κάποιων γιατί οι Αθηναίοι ελεούν εύκολα τους επαίτες, αλλ’ όχι τους φιλοσόφους, εξήγησε ότι: «Όλοι φοβούνται ότι μπορεί κάποτε να καταλήξουν τυφλοί ή χωλοί επαίτες, αλλά όχι και φιλόσοφοι».
Πηγαίνοντας προς την Αίγινα, τον συνέλαβαν πειρατές και τον πώλησαν στην Κόρινθο. Κατά τη δημοπρασία, ο κήρυκας τον ρώτησε τι τέχνη κατέχει κι αυτός απάντησε «Ανθρώπων άρχειν». Αμέσως ύστερα, παρατήρησε ένα εξαιρετικά καλοντυμένο Κορίνθιο και συμβούλευσε τον κήρυκα να τον πουλήσει σ’ εκείνον, επειδή φαινόταν ότι σίγουρα χρειάζεται κάποιον δεσπότη! Οι Αθηναίοι φίλοι του προσέτρεξαν πρόθυμοι να τον εξαγοράσουν, αλλά ο Διογένης αρνήθηκε. «Ένας λέων αιχμάλωτος δεν είναι δούλος του ιδιοκτήτη του, δούλος του είναι ο ιδιοκτήτης αφού τον τρέφει!», ήταν η ανταπόκρισή του.
Ο νέος κύριός του πράγματι εξετίμησε τη σοφία του και τον έκανε παιδαγωγό των παιδιών του. Ο Διογένης ανέλαβε με ζήλο τα καθήκοντά του και δίδαξε τους γιούς του από ποίηση μέχρι ακοντισμό, αρνούμενος όμως να επιτρέψει την εξάσκησή τους στο κοινό τότε αγώνισμα της πάλης. Είχε την άποψη ότι ο αθλητισμός ωφελεί το σώμα «έως ότου κοκκινίσουν τα μάγουλα», αλλ’ από κει και πέρα έβλαπτε το νου.
Παρέμεινε στην Κόρινθο μέχρι το τέλος της ζωής του, συνεχίζοντας την παραδειγματική διδασκαλία του, όπως όταν κατά τη διάρκεια κάποιας πολιορκίας της πόλης κι ενώ όλοι προετοίμαζαν τα της άμυνάς της, εκείνος, αντί σαν δούλος να επωφελείται, άρχισε να κυλάει ένα πιθάρι πάνω-κάτω, επιμένοντας ότι δεν μπορεί να μένει αργός όταν γύρω του όλοι οι άλλοι εργάζονται πυρετωδώς.
Πέθανε μάλλον από γεράματα, αλλά οι μαθητές του αρνήθηκαν ένα τέτοιο κοινότοπο θάνατο και διέδωσαν ότι πέθανε κρατώντας την αναπνοή του. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά απίθανο για έναν άνθρωπο που πίστευε ότι πλησιάζοντας προς το τέρμα οφείλει κανείς να εντείνει τις προσπάθειές του κι όχι να εγκαταλείπει, όπως ακριβώς κι ένας αθλητής του στίβου.
Πολλοί θεωρούν τον Διογένη σαν μια γραφική φιγούρα, παραβλέποντας μ’ ελαφρότητα το σεβασμό που του απέδιναν οι σύγχρονοί του. Τα ανεκδοτολογικά στοιχεία του βίου του υπερίσχυσαν ενός ανθρώπου που πίστεψε με απόλυτη συνέπεια σε μια ζωή χωρίς υλικά και πνευματικά δεσμά, αφιερωμένη στην αθωότητα μιας αρχεγονικής α-κακίας.
Ο Διογένης δεν είχε την τύχη να αξιωθεί του χριστιανικού φωτοστέφανου που έσωσε τον Άγιο Φραγκίσκο από την γελοιοποίηση. Τέλος, οι Διογένηδες είναι πάντα πολύ πιο μακριά μας απ’ ό,τι νομίζουμε και το αστείο είναι ότι το ήξεραν και πάντα γέλαγαν αφάνταστα μ’ αυτό.