8:09 07/04/18
Σταματά η σκέψη. Δεν ξέρω. Να συνεχίσω να παλεύω για ό,τι άρχισα; Γι’ αυτά που ονειρεύομαι; Μα αυτά είναι για μένα. Κι όταν θα πρέπει ν’αποχαιρετήσεις τους ανθρώπους σου, θα χάσουν το νόημά τους. Γι’ αυτό μουδιάζει η σκέψη.
Ποιος θέλει έναν κόσμο χωρίς τους ανθρώπους του; Να συγκινηθώ; Πάλι πίσω με κρατά. Είναι το απόλυτο συναίσθημα της απόγνωσης και της δυσφορίας. Κυρίως δυσφορίας.
Ποιος χάνει τον άνθρωπό του και δεν αλλάζει τα σχέδιά του; Όχι τη βόλτα της Κυριακής. Τη ρουτίνα της Δευτέρας. Τι θα μείνει το ίδιο; Τι να τις κάνω τις φωτογραφίες; Ναι, χαίρομαι να σε βλέπω. Μια δυσανασχέτηση, όμως, ξαναφουντώνει και βυθίζομαι στην παλιά αλλαγή σχεδίων μου, στο χαμό σου. Και πάλι πίσω μένω.
Θα πέσω για ύπνο. Το πρωί τα μάτια μου θα είναι πρησμένα. Αλλά το πρωί όλα θα είναι εντάξει. Μας τραβά το πρόγραμμα, που χρόνος για σκέψεις.
Μα εγώ μιλώ για το χαμό σου. Τον αληθινό. Τότε, θα ξυπνήσω το πρωί και, κυρίως, εντάξει δε θα είμαι.
Ποιος θα με μάθει ν’ αποδέχομαι το τέλος; Αυτό του θανάτου. Ο χρόνος τη δουλειά του σωστά δεν την κάνει. Περνά, περνά, μα τη δουλειά του σωστά δεν την κάνει.
Και ξέρω ίσως αυτό το δήθεν κειμενάκι, όχι ευχάριστο, αλλά ούτε όμορφο να μην είναι. Αλλά μιλώ για εσένα. Για εσένα και το αφάνταστο τέλος της ύπαρξής σου.















