«Μου αρέσει πολύ που στην Αμερική δεν σε ρωτάνε από πού είσαι, αλλά από πού έρχεσαι. Σκέφτομαι πώς να μείνω κι άλλο - οικογενειακώς. Δεν υπήρξα ποτέ Οδυσσέας, να επιστρέφω κάπου, πάντα με κινητοποιούσε η επαφή με το διαφορετικό. Ετσι και με τα ελληνικά, με τράβηξε η πρόκληση να γράψω σε μια γλώσσα που μέχρι τότε αγνοούσα, να κατακτήσω το άγνωστο. Να γυρίσω, να κάνω τι; Ημουν ο πρώτος που απολύθηκα από τα «Νέα», χωρίς εξήγηση, με ένα τηλεφώνημα, και αφού επί μήνες μου έκοβαν τα άρθρα. Να διεκδικήσω δουλειά στο πανεπιστήμιο δεν γίνεται, δεν έχω ελληνική υπηκοότητα - έκανα αίτηση προ τριετίας και ακόμα να εξεταστεί. Είμαι παντρεμένος με Ελληνίδα, ζω στην Ελλάδα επί 22 χρόνια, αλλά θεωρούμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας, γιατί το αίμα μου δεν είναι ελληνικό... Και όμως, είμαι καλός πολίτης. Επικίνδυνα καλός, απ' ό,τι φαίνεται. Δεν φοροδιαφεύγω, προσπαθώ να συμβάλλω με τη σκέψη και τη δράση μου ενάντια στο ρατσισμό και εξακολουθώ να μη γνωρίζω ποια καθάρματα βάλθηκαν να με απελάσουν ως εγκληματία, επί Χρυσοχοΐδη, το 2003. Χάθηκε να ζήσω μια πιο ομαλή ζωή; Μου έτυχαν δύο δυσλειτουργικές πατρίδες. Εδωσα και στις δυο την ψυχή μου και μου λένε και οι δυο "Δεν σε θέλω". Η δική μου πατρίδα, απαντάω, είναι οι άνθρωποι στο δρόμο που κατοικώ».