“Ειναι αργα τωρα. Κοντευει 3 τη νυχτα.
Αφησα τη φιλη μου στο καινουριο σπιτι που πιασε
μιζερια και κακομοιρια στη Βικτωρια
ειχε κοκκινα ματια κι ενα σταυρο στο κουτελο
κι ειπα δυνατα τι θα κανουμε τωρα
φαρμακωθηκα τη γλαστρα που της εδωσα
τα μπουρδελα τα θεατρα τα μπουζουκαδικα
και τις φιρμες τους τραγουδιστες
και τη φωτογραφια με τη μανα της που ‘τανε μωρο
ειπα αντε να φυγουμε ολες οι πορτες ειχανε
ειπε κολλητα μενει μια κοπελα
η κουζινα και το μπανιο δεν ειναι καλα μη παθεις
ηθελε να με φερει να το δω
5000 πλακωνανε κι οι γιορτες
λεσχες σουγιαδες ταξι περιπτερα
ποσο τα νοικια ποσο τα σκυλαδικα τοσο η ζωη
οσο πιο κοντα τοσο πιο βαθια
οσο πιο βαθια τοσο πιο κοντα
ηθελε να το δω οτι μπορουσε κι ετσι. Κι αλλιως.
Θα το φαει οπως κι αλλοι. Ολο.
Στα καρφια καρφωμενα κασκολ με χρυσοσκονη το
μια φορα στο καμαρινι κοντεψα να της σπασω το
6 μερες μετρησα που δε μιλιομαστε
τωρα που ‘πιασε το καινουριο της σπιτι
κι οπου κοιταζα αναμενα παραθυρα αυτα σβηναν
Ειχανε κοκκινισει τα ματια της
και το σημαδι εβγαινε σταυρος στο κουτελο
το ‘χω και γω το σημαδι στο μεσοφρυδο
θα καρφωθει απανωτες φορες απο μοναχη της
κι ητανε που την αγαπαγα πολυ
Την πρωτοχρονια θα φοραει το καλο μου φουστανι
και θα της παρω ενα λαχειο μισο μισο”