(δε μ’ άρεσε η λέξη «σούρουπο» κι έψαξα για συνώνυμα. Βρήκα «σύθαμπο» και «λυκόφως». Το λυκόφως είναι κάπως επικό και το σύθαμπο μου θυμίζει Σεφέρη ή ακόμα χειρότερα Ελύτη. Οπότε σούρουπο, κι ας ακούγεται σα να ρουφάς αυτή την αηδία τον αφρό που μένει στο τέλος του φραπέ - έχω να πιω φραπέ χρόνια και απορώ δηλαδή πώς το έπινα αυτό το πράγμα).
Κάτι σούρουπα λοιπόν, κάνα 20λεπτο περίπου πριν πέσει ο ήλιος, μοιάζει η γειτονιά με στούντιο του Hollywood. Κι έτσι όπως γυρνάω σπίτι με τις σακούλες του σουπερμάρκετ στα χέρια, μ’ αρέσει να φαντάζομαι ότι είμαστε όλοι κομπάρσοι σε γύρισμα, και είναι όλοι στρυφνοί και σκυθρωποί γιατί έτσι λέει το σενάριο, άρα προσπαθώ κι εγώ να είμαι στρυφνός και σκυθρωπός όσο καλύτερα μπορώ. Και μέσα μου είμαι εντάξει, γιατί ξέρω ότι κατά βάθος είμαστε όλοι χαρούμενοι και είναι όλα ένας ρόλος.
Καμιά φορά όμως, ψάχνω διακριτικά μήπως πάρει το μάτι μου κάποιον που θα μπορούσε να είναι ο πρωταγωνιστής της σκηνής αυτής, να του πω:
Για σένα μιλάει ο μύθος
Για σένα είμαστε μακάβρια πτώματα βαδίζοντα
Τα 20 λεπτά πέρασαν, ο ήλιος χάθηκε
και ο κόσμος φθίνει.
Cut.
Ποιος τον έφερε αυτόν εδώ;