Σηκώθηκε απότομα μ’ ένα σάλτο, λες και τον τσίμπησε κάτι μέσα από τις σκοτεινές γωνιές του καναπέ, ή σαν κακό όνειρο που βλέπεις τη σαπίλα σου ολοζώντανη και τρέχεις να ξυπνήσεις. Έμεινε για λίγο ακίνητος, δεν ξέρω αν προσπαθούσε να πάρει μπρος, να μαζέψει τις σκέψεις του ή αν περιεργαζόταν το κοινό του. Πέντε άτομα όλα κι όλα μέσα στο δωμάτιο κι ένα σκύλος. Ή δύο ανάλογα που θέτεις τα όρια. Καπνίλα παντού, και μια βρώμα από κλεισούρα, αλκοόλ και πιθανόν κάτουρα. Σήκωσε το μισογεμάτο μπουκάλι στον αέρα. Κόκκινο αγιωργίτικο, φθηνή μάρκα. “ΘΑ ΚΑΝΩ ΚΑΤΙ…”, φώναξε άθελά του. Το απότομο ξύπνημα και η άγνοιά του για το που βρίσκεται δεν τον βοήθησαν να ορίσει τα επίπεδα της φωνής του. Από τους πέντε, οι τρεις κι ο σκύλος τον κοιτούσαν. Οι άλλοι πολύ πιθανό να ήταν νεκροί για μέρες. “Θα κάνω κάτι” συνέχισε με κανονικούς τόνους, “που δεν έχω ξανακάνει”. Κατέβασε μια γουλιά νιώθοντας πιο σίγουρος πλέον για τον εαυτό του. Το τρακ είχε φύγει. Ξερόβηξε να καθαρίσει η φωνή του καλά. “Θα το κόψω!”. Μέχρι όμως να πει την ατάκα, ο σκύλος είχε πάρει στο κυνήγι έναν αρουραίο, ο Γιώργος που τώρα τον αναγνώριζε, μιας και τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, έβγαζε αφρούς από υπερβολική δόση, η Κατερίνα είχε κόψει φλέβες και ο τρίτος που δεν αναγνώριζε κρεμόταν από το ταβάνι με μια ήρεμη κίνηση, σχεδόν υπνωτική. “γάμησέ τα” ψιθύρισε πέφτοντας πίσω στον καναπέ. “Ευτυχώς που δεν μ’ άκουσε κανένας”. Ήπιε μια γουλιά ακόμα, και αφέθηκε να κοιτάει το άψυχο σώμα του τύπου. Μπρος πίσω, μπρος πίσω. Χαμογέλασε καθώς ένας γλυκός ύπνος ερχόταν ξανά.