Κλαις ακατάπαυστα μέχρι ένα άγγιγμα να σε ζεστάνει .
Ταυτόχρονα βροχή τρέχει από δύο στρογγυλά αμύγδαλοτα μάτια , τα ακουςςς .
Όσο ήρεμεις διακρίνεις μια μαύρη σκιά που ταυτόχρονα χτυπάει ένα άσπρο φως πίσω της σαν να θέλει να την κρύψει από τα νέα πράγματα που την περιμένουν .
Όσο περνάει η ώρα ,χρώματα ξετιλιγονται από πίσω του τούνελ προς το σώμα σου . Σιγά σιγά σε ρουφάνε όπως ρουφαει το σώμα τη ψυχή .
Κατακλιζεσαι από χαρούμενες και χαροπες νεράιδες που η ξεχνασια σε τραβάει να δημιουργήσεις την δική σου ουρά από θάλασσα .
Όσο χτίζεις το σώμα σου, σου χτυπάνε την πόρτα χωρίς σταματημό τέσσερα είδη , παράξενα... δεν τα έχεις ξαναδεί οπότε δεν μπορείς να τα ονομάσεις κι όλας .
Φωνάζεις την μόνη σου ελπίδα μπας και σε σώσει από τα άχρωμα σώματα της θλιψης.
Φωνάζεις μέχρι που νιώθεις οτι πόνος να μην ειναι πλέον σαν απλό τσούξιμο αλλά σαν να ασφιξιεις .
Σου κλείνεις τις αρτηρίες, ξεκινοντας από τα κάτω άκρα .
Νιώθεις την κοιλιά λες και .... Η ψυχή σου πέφτει και σακατεύεται , πέφτει από έναν λόφο και χτυπάει το κεφάλι της σε έναν άδειο χωρίς πανοπλία τοίχο.
Κράτας το κεφάλι σου διότι αντιλαμβάνεσαι ένα πισωχτυπημα . Δυνατό που να σε κάνει να πετάξεις σε νέα μέρη που με δύσκολια μπορείς να περάσεις τον ποταμό .
Που τα ορμητικά νερά του σε βαράνε μέχρι να βγει στην επιφάνεια η κυρία με τα μαύρα λουλούδια στο δεξί της χέρι .
Γυρνάς το βλέμμα σου προς τις πέτρινες σκάλες που φτιάχτηκαν με αναμνήσεις χωμένες στο παρελθόν.
Παίρνεις απόφαση να ρίξεις μέσα από το ματάκι μια ματιά για να σιγουρευτείς ότι δεν μπήκαν από την πίσω πόρτα σαν πωλητές .
Να σου πουλήσουν τα κόκκινα , μπλε , λιλά , ροζ και κίτρινα ποδήλατα που με αυτά ταξιδεύεις με φορά χωρίς φρένα στην περιοχή του πάνω κόσμου .
Που είναι το ακριβώς αντίθετο με του κάτω .
Ο χώρος ξεκινάει από το πάτωμα μαύρος και όσο σιγά σιγά σηκώνεις το κεφάλι σου προς τον ήλιο όλα μετατρέπονται σε γκρι .
Δεν προσπάθησαν καν να γίνουν οι ιππόκαμποι της γκρι λίμνης .
Προτίμησαν να περάσουν το όριο της κόκκινης γραμμής που διαχώριζε την γνώμη με την ψυχή .
Έφτασες να μαζεύεις τα χνάρια σου , που με τόσο κόπο προσπαθήσεις να τα μοιραστείς με λιμάνια που είχαν προορισμό .