Συγγνώμη.
Είσαι μικρός και ίσως να μην καταλάβεις ,
μα τελικά δεν ήταν όλα πλάκα.
Τελικά δεν ξεφεύγουμε από τα πάντα.
Θυμάσαι που έμπαινες με φόρα μέσα στην κουζίνα της γιαγιάς
και ο παππούς σου φώναζε στην άκρη,
σε εκείνη την μισό σπασμένη ξύλινη καρέκλα
με εκείνο το αταίριαστο χιλιοκαθισμενο μαξιλάρι.
Τώρα η γιαγιά είναι μόνη στην κουζίνα
και αυτή η καρέκλα είναι άδεια
και το μαξιλάρι σαν καινούριο.
Δεν περιμένω να καταλάβεις γιατί λύγισα.
Εσύ δεν έσπαγες ποτέ.
Εσύ κοίταζες τον άλλον στα μάτια.
Τώρα τα μάτια σου μοιάζουν κουρασμένα.
Τώρα το κουράγιο σου μοιάζει να σέρνεται ,
πίσω από τα ψέματα σου.
Συνήθισες.
Μην ρωτάς πολλά ρε μεγάλε.
Δεν ξέρω πως τα κατάφερα.
Δεν θυμάμαι πότε γύρισε αυτός ο καταραμένος ο διακόπτης.
Δεν θυμάμαι.
Περπατάω κανονικά , μα ξέχασα να στέκομαι.
Ξέχασα.
- Omnis
















