Τα παράδοξα πεπρωμένα.
Όλοι έχουμε έρθει σε αυτόν τον κόσμο με ένα σκοπό, ένα γραμμένο.
Η πλειοψηφία τον αγνοεί αλλά αναζητά μανιωδώς.
Μια εξαιρετική μειοψηφία νομίζει πως ξέρει αλλά φοβάται να το πει δυνατά με την ανασφάλεια του υπερβάλλειν.
Κάποιοι και μέσα τους και εγώ αγαπητές ψυχές των αϋπνιών -δε μου άρεσε διόλου η ψυχρή αοριστία του «κυρίες και κύριοι»-, κάποιοι λοιπόν πιστεύω πως ήρθαμε εδώ για να αναρωτιόμαστε να αμφισβητούμε και να αμφιβάλλουμε.
Μα θα μου πείτε, αυτό είναι χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπων, μια ριζοσπαστική ιδέα του 17ου αιώνα, το εναρκτήριο βήμα προς την βεβαιότητα σύμφωνα με τον Ντεκάρτ.
Ε μάλλον σε μας έλαχε να το θυμίσουμε στον κόσμο.
Ή έστω σε εμάς τους ίδιους.
Και εκεί είναι η παγίδα. Οδηγούμαστε στο να αναρωτιόμαστε διακαώς και αιώνια: 'Ποιος είμαι, τι κάνω, τι πρέπει, τι δεν πρέπει, τα παρελθόντα, τα μέλλοντα', να αμφισβητούμε τους εαυτούς μας και να αμφιβάλλουμε για τον κόσμο.
Και συνεπακόλουθα έρχεται αυτή η ακόρεστη τάση μας να ρωτάμε πράγματα, και ειδικότερα, τρομακτικά συχνά αυτό το γιατί.
«Γ Ι Α Τ Ι»
Όλα πρέπει να αιτιολογούνται, όλα πρέπει να έχουν κάποια βάσιμη εξήγηση, κάποιο λογικό αντίκτυπο που τα στηρίζει. Αν οι λέξεις και οι φράσεις αιωρούνταν, η ζωή θα ήταν πολύ πιο εύκολη και τα μυαλά μας πολύ πιο ήρεμα. Αλλά η ύπαρξη του γιατί, της αιτιολόγησης• κάποιο λόγο έχει και αυτή...
Γιατί λοιπόν;
Και το πιο κορυφαίο γιατί.
Γιατί νιώθω έτσι;
Γιατί αισθάνομαι έτσι;
Γιατί έχω αυτά τα συναισθήματα;
Από νωρίς έμαθα να ξεχωρίζω τα αισθήματα, ακόμα και όταν είναι τόσο δυνατά και διάχυτα που δε χωράνε σε λέξεις και φράσεις παρά μόνο σε εκφράσεις και αντιδράσεις. Παράλληλα όμως είχα αυτή την τάση του γιατί, της εκλογίκευσης. Γιατί όταν εκλογικεύεις το τέρας μέσα σου που λέγεται ψυχή και συναίσθημα, τότε αυτό μικραίνει και δεν είναι δα τόσο τρομακτικό.
Λοιπόν…
Το γεγονός ότι το τέρας με κατάπιε και ζω πια μέσα του, πρέπει να λέει πολλά.
Αλλά πια συνήθισα, ζω σε 1 σώμα με 2 στρατόπεδα. Ο εμφύλιος ξεσπάει συχνά και σπάνια επικρατεί ηρεμία και σιγή, κάτι που θυμίζει περιόδους «όχι πολέμου».
Ειρήνη θα υπάρξει μόνο με 2 τρόπους.
Ή θα αιτιολογήσω το πως νιώθω.
Ή δε θα νιώθω, καθώς είναι ήδη πολύ αργά να σταματήσω να σκέφτομαι…
Ο σκοπός μου και το πεπρωμένο μου, λοιπόν(τουλάχιστον αυτό που θα ήθελα να πιστεύω):
Να ακροβατήσω στο σκοινί που ενώνει την καρδιά με το μυαλό και να ισορροπήσω στη μέση. Να βρω το κέντρο της αλήθειας και να το ασπαστώ. Να νιώσω την αλήθεια.
Μετά να το δείξω και σε άλλους. Να γίνουμε πολλοί, να ισορροπήσει το σκοινί για να έρθουν κι άλλοι, να μη φοβούνται πια. Να μην τους τρώει ο εμφύλιος μέσα τους, να μην ξαγρυπνούν στα διλήμματα, να μη φοβούνται.
Να μη φοβούνται τους εαυτούς τους, όπως εγώ.













