J*attendrai
Παλιά έτσι ξυπνούσαν. Σηκωνόταν, έβαζε νερό στον βραστηρα και ξεκινούσε την ημέρα της. Τον άφηνε να χουζουρεψει μέχρι να γίνει ο καφές. Έβγαζε δύο μεγάλες κούπες καφέ από το ντουλάπι ή έπλενε τις χθεσινές. Έριχνε δύο κοφτές κουταλιές καφεδάκι και έβαζε το καυτό νερό ακούγοντας εκείνα τα γαλλικά τραγούδια που άκουγαν οι δεσποινίδες περιμένοντας να τελειώσει ο πόλεμος. J*attendrai . Σηκωνόταν κι αυτός, της έσκαγε ένα φιλί, έπινε μια γουλιά καφέ και πήγαινε στο μπανιο να ετοιμαστεί Και μια μέρα όλα αυτά, χάθηκαν.











