Πλευρά
Δεν μπορώ καν να θυμηθώ πώς ήταν να είμαι το κορίτσι που σε αγάπησε. Τη συνέθλιψα, της πάτησα το λαιμό και της ξερίζωσα τη γλώσσα, να μη μιλάει, να μην ακούγεται, να μην ενοχλεί, να μην υπάρχει. Θυμάμαι το χαμόγελό της και εκείνη την ακράδαντη πίστη ότι έτσι πρέπει να νιώθεις όταν σε αγαπούν. Είχε τον ήλιο μέσα της και τα πλευρά της είχαν το κανονικό τους μέγεθος, δεν την εμπόδιζαν να πάρει ανάσα. Χωρούσε εκεί.
Εκείνο το κορίτσι το τσάκισες, ξέρεις. Και εγώ το σιχάθηκα με όλο μου το είναι, το κορίτσι που τόλμησε να αγαπήσει. Απορούσε γιατί άραγε το άξιζε αυτό και ήταν σίγουρη ότι θα έβρισκε κάποια εξήγηση, όσο κι αν πονούσε. Δεν βρήκα ποτέ. Οπότε τη φίμωσα και της είπα να βγάλει το σκασμό. Παραμόρφωσα κάθε τι όμορφο που είχε μέσα της, την έκαψα με τον ίδιο της τον ήλιο. Είχε σημάδια στα μπράτσα από αποτσίγαρα, τον καπνό το δικό σου, έτσι για να μάθει, να μάθει να αυτολογοκρίνεται και να φυλάει πάντα την πλάτη της. Δεν έμαθε.
Έσφιξα τα πλευρά της, λίγο λίγο κάθε μέρα, να μην το καταλαβαίνει, μέχρι που μπλάβιασε το πρόσωπό της και με παρακάλαγε για να ανασάνει. Τη λυπήθηκα μια δυο φορές και της το επέτρεψα. Μα εκείνη είχε μάθει να ζει με τη μεγγένη στα πλευρά της και τα πνευμόνια της ζάρωσαν. Κρυβόταν στη γωνία σαν πληγωμένο σκυλί, περπατούσε στα κάγκελα του μπαλκονιού με τα χέρια ανοιχτά και ταλαντευόταν ανεπαίσθητα μπροστά στις ράγες του ηλεκτρικού Πειραιάς - Κηφισιά. Χωρίς να μπορεί να πάρει ανάσα.
Μου έχει μείνει μόνο η ανάμνησή της. Η ανάμνηση ενός κοριτσιού που αγαπούσε τόσο δυνατά που τα πλευρά της διαστέλλονταν και χωρούσαν όχι μόνο εκείνη μα και εσένα. Ήρθες, τα περιεργάστηκες, μπήκες μέσα μου και ξαφνικά τα έσπασες, έτσι για να βγεις. Και εγώ διπλώθηκα στα δύο σφαδάζοντας.
Σηκώθηκα, την έπιασα από το σβέρκο και της τσάκισα τη σπονδυλική στήλη. Έτσι για να μάθει να αγαπάει.












