⚓_____________________________________________________ "se proprio devi amarmi, prima conosci bene il mare e poi vieni da me e guardarmi negli occhi." #ikaria #ikariamag #weloveikaria (στην τοποθεσία Ικαρία) https://www.instagram.com/p/B0-ti9SnRFj/?igshid=18ggzesjhm9wt
"Σε αυτόν τον τόπο, κάθε πράγμα, κάθε ένας από εμάς μπαίνει στη σωστή, πραγματική του διάσταση", μου έλεγε ένας φίλος Καριώτης στο φετινό πανηγύρι της Λαγκάδας.
Η Ικαρία έχει ένα μοναδικό τρόπο να σε κάνει να νιώθεις κομμάτι ενός συνόλου. Δεν έχει σημασία αν φέρνεις στο νησί μαζί σου πτυχία, διδακτορικά, περγαμηνές, επιτυχίες. Δεν έχει σημασία να είσαι εργαζόμενος ή άνεργος. Ούτε καν η ηλικία. Σημασία έχει ο ενικός. Η οικειότητα μεταξύ των ανθρώπων, που σπάνια συναντάς σε άλλον τόπο σαν την Ικαρία.
Είμαι από αυτούς που τους βγαίνει αυτόματα ο πληθυντικός ευγενείας. Έμαθα, όπως πολλοί άλλωστε, ότι έτσι δείχνουμε σεβασμό προς τους άλλους. Στην Ικαρία αυτός ο πληθυντικός εξαφανίζεται. Δε χρειάζεται. Οι άνθρωποι με κάνουν να νιώθω ότι φτάνω στο νησί Αθηναίος και φεύγω Καριώτης. Δεν νιώθω στιγμή ξένος. Είναι μαγική η αίσθηση που σου μένει μιλώντας μαζί τους. Δεν τους νοιάζει το ποιος είσαι, τι δουλειά κανείς, ούτε από που είσαι. Τους αρκεί που είσαι εκεί, στο Νησί τους. Τους αγαπάς και τους σέβεσαι.
Με μαγεύει και με συγκινεί η αίσθηση ότι όλοι μοιραζόμαστε τον ίδιο κύκλο στον ατελείωτο καριώτικο. Ότι όλοι θα ακουμπήσουμε στους ώμους για να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον, ως μια ιερή υποχρέωση στο σύνολο. Δεν έχει σημασία αν το κάνουμε καλά. Κανείς δεν κοιτάζει αν ξέρεις να χορεύεις. Αρκεί να σηκωθείς και να μπεις στον κύκλο.
Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είμαι ευτυχισμένος. Πέτυχα κάτι σημαντικό για το οποίο έχω περάσει ατέλειωτες ώρες μοναξιάς, έχω πονέσει ψυχολογικά και τώρα τελευταία και σωματικά, κάτι που με έχει κάνει να κλάψω για τις πολλές φορές που σκέφτηκα να το παρατήσω και ευτυχώς δεν το έκανα. Αυτήν την ώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά θα ήθελα να μπω ξανά στον κύκλο. Να κλείσω τα μάτια και να δω με την καρδιά. Να μοιραστώ τα δικά σου συναισθήματα με την ομάδα. Να δώσω τον δικό μου ώμο να στηριχθεί ο διπλανός μου.
Έτσι, για να ξανάρθουν τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση.
Υποσχέθηκα στον Κωνσταντίνο η πτήση μου να μην αναφέρεται στο πώς πέρασα το καλοκαίρι μου στην Ικαρία, έστω και αν αυτό ήταν το πρώτο μου! Επίσης, υποσχέθηκα να γράψω μία πτήση 300 λέξεων και να μαζέψω τις αμέτρητες σκέψεις και εικόνες που είχα στην Ικαριά σε μερικές παραγράφους.
Σκοπός μου δεν είναι να γράψω για την ομορφιά του νησιού. Ούτε απλώς για τους Καριώτες και τα έθιμά τους. Θα μιλήσω για τους ανθρώπους που το αγαπάνε. Και μέσα σε αυτούς είμαι και εγώ. Άλλωστε ένα νησί που πήρε το όνομά του από τον Ίκαρο, δεν θα μπορούσε παρά να έχει ανθρώπινη αύρα και προσωπικότητα. Είχα ακούσει και διαβάσει πάρα πολλά. Για τα πανηγύρια της, τις παραλίες της, τους χωματόδρομους και τις μόνιμα ανεκπλήρωτες πολιτικές υποσχέσεις.
Αυτό που δεν περίμενα να γνωρίσω ήταν την Ικαρία αλλιώς. Να γνωρίσω υπέροχους ανθρώπους μέσα από τις χαρές τους. Τους άκουγα να μιλάνε για το νησί τους και ζήλευα που ποτέ μου δεν απέκτησα τέτοιο δέσιμο με ένα τόπο. Τους θαύμασα που με τόση συνέπεια έρχονται και ξανάρχονται στο νησί κάθε καλοκαίρι, το ίδιο ανυπόμονα.
Τους είδα να χορεύουν τον ικαριώτικο με τα μάτια κλειστά. Να σκύβουν στον ήχο του βιολιού. Να κάθονται με τις ώρες στο βράχο καμαρώνοντας τα καριωτάκια να επαναλαμβάνουν τις ίδιες βουτιές από ψηλά, όπως έκαναν οι ίδιοι παλιότερα. Να συναντιούνται για άλλο ένα καλοκαίρι, στο ίδιο μέρος, να κάνουν τα ίδια πράγματα και να το απολαμβάνουν όσο κανένας άλλος. Να κοιτάνε το πέλαγος και να συνεχίζουν να ονειρεύονται και να δημιουργούν.
Υποσχέθηκα στα παιδιά, τον Κωνσταντίνο, τον Μενέλαο, την Ρένια, την Δήμητρα, τον Γιώργο, τον Λούη, την Μελίνα, την Γιούλη, τον Γιάννη, τον Νικόλα, την Ευγενία, την Μόνικα, την Αθηνά, την Στέλλα και τόσους άλλους φίλους ότι θα ξανάρθω στο νησί.
Βαρέθηκα να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Όπου και με όποιον και αν μιλούσες το καλοκαίρι, σου έλεγε ότι οι καιροί είναι δύσκολοι και με απόγνωση αναρωτιόντουσαν τι άλλο μπορούμε να κάνουμε με «αυτούς» που μπλέξαμε. Καθισμένοι στην ξαπλώστρα που μόλις είχαν πληρώσει 5 ευρώ, κρατώντας ένα ελεεινό πλαστικό ποτήρι φραπέ των 2 ευρώ, φορώντας μαγιό, γυαλιά, σανδάλια, μπλουζάκι μάρκα και θάβοντας τη γόπα στην άμμο, κατηγορούσαν το σύστημα, τους Γερμανούς και την κρίση για όλα τα δεινά που περνάνε…
Είναι οι ίδιοι άνθρωποι, όταν πριν κάποια χρόνια, σε καιρούς θεωρητικά εύκολους, πάλι κατηγορούσαν το κράτος και την πολιτεία, ότι δεν τους βοηθάει να πετύχουν τα όνειρά τους. Είναι αυτοί που βολεύτηκαν από τις αιώνιες σπουδές, τα κονέ με τους καθηγητές, τις δουλειές με φακελάκι, τα γρηγορόσημα, τα μαύρα και άλλα μυστήρια της σύγχρονης εποχής μας. “Έτσι δουλεύει η Ελλάδα» σου έλεγαν παίρνοντας τις ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις για να κάαααθονται.
Αντιλαμβάνομαι ότι ζούμε σε δύσκολες εποχές. Όλοι μας το έχουμε βιώσει σε κάποιο βαθμό. Αλλά επίσης αναρωτιέμαι το πότε ήταν ή πότε θα είναι η ζωή μας εύκολη και βολική. Δηλαδή οι γονείς και οι παππούδες μας δεν πέρασαν δύσκολα χρόνια; Άνθρωποι που έζησαν πολέμους, φτώχιες και κατοχές ήταν σε καλύτερη μοίρα από ό,τι εμείς; Μήπως τελικά πίσω από τη συγκεκριμένη φράση κρύβονται όλες οι φοβίες μας να δουλέψουμε και ας φάμε τα μούτρα μας;
Θαυμάζω αυτούς που δεν το έχουν βάλει κάτω. Νέοι επιχειρηματίες που κόντρα στον καιρό ψάχνουν να βρουν την άκρη και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Δεν φοβούνται να χαράξουν ρότα μέσα στην τρικυμία και επενδύουν τα λιγοστά τους χρήματα σε μία ελπίδα. Δουλεύουν σκληρά και είμαι βέβαιος ότι θα πετύχουν ό,τι έχουν σχεδιάσει. Και αν δεν το πετύχουν, τουλάχιστον το προσπάθησαν…
Περπατάω στο κέντρο μιας μοναχικής, μεγάλης πόλης. Άνθρωποι σκυθρωποί, γονατισμένοι από τις δυσκολίες της ζωής τους. Εγκλωβισμένοι από τις ίδιες τις επιλογές τους. Ίκαροι με κομμένα τα φτερά. Απογοητευμένοι για ένα όνειρο που δεν κατάφερε να γίνει πραγματικότητα. Για μια ελπίδα που δεν μπόρεσε να ανθίσει…
Αντικρίζω τον κυρ Παναγιώτη στο κεφαλόσκαλο του μαγαζιού του. Όπως πολλοί της γενιάς τους, έτσι και αυτός πίστεψε στο εμπόριο. Πίστεψε ότι το μαγαζί θα αναθρέψει γενιές και γενιές. Έχει δώσει και την ψυχή του για να σπουδάσουν τα παιδιά του, αλλά κάπου μέσα του ήλπιζε «να πάρει το μαγαζί ο μεγάλος γιος» και να το επεκτείνει με τα άλλα αδέλφια.
«Όσο είστε ξύπνιοι και το μυαλό σας κόβει δεν πρόκειται να πεινάσετε» τους έλεγε κάθε βράδυ στο τραπέζι. Θεωρούσε ότι μόνο αυτός πέρασε δύσκολα χρόνια και δεν ήταν ανάγκη και τα παιδιά του να περάσουν τα ίδια. «Ας είμαι εγώ η άτυχη γενιά που στερήθηκε πολλά, αλλά τα καμάρια μου θα πετύχουν ακόμα περισσότερα από μένα».
Πόσα όνειρα είχε όταν άνοιγε το μαγαζί. «Στην αρχή θα είναι δύσκολα αλλά θα τα καταφέρω». Βρήκε μερικά δανεικά από συγγενείς και φίλους. Πούλησε και ένα οικόπεδο. Ξεκίνησε από το μηδέν και έχτισε. Την ταμπέλα την έφτιαξε με τα χέρια του. Έβαλε το «και υιοί» στο τέλος γεμάτος περηφάνια. Τη χρονιά που έβγαλε κέρδος ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Έλαμπε στον πεζόδρομο και κέρναγε όποιον του έλεγε ένα καλό λόγο για τα παλικάρια του και το μαγαζί του. Μεγάλωσε την οικογένειά του αξιοπρεπώς. Τι άλλο να ήθελε;
Τα χρόνια πέρασαν και ο κυρ Παναγιώτης έμεινε μόνος. Τα παλικάρια του ούτε να ακούσουν για εμπόριο. «Δεν κινείται τίποτα πατέρα» του λένε και ψάχνουν. Ο μεγάλος ψάχνει να βρει ζωή στα ξένα. Ο μεσαίος, ο σπουδαγμένος, άνεργος με οικογένεια και παιδί. Ο μικρός είναι στα Goody’s. Δεν κάνει για εμπόριο. «Θα τον φάνε λάχανο αν βγει έξω».
Ο κυρ Παναγιώτης απορεί. Τι δεν πήγε καλά; Τα είχε όλα κανονισμένα. Χρόνια τώρα ήξερε πως θα πάνε τα πράγματα. Τι πήγε στραβά; Κρατάει στα χέρια του… τα όνειρά του, τις ελπίδες του, τη ζωή του ολόκληρη. Κλείνει προς στιγμήν τα μάτια. Μερικές σταγόνες βρέχουν το ξύλινο πάτωμα. Σκουπίζει τον πάγκο από συνήθεια. Φυσάει να φύγει η σκόνη από τη βιτρίνα. Σβήνει το φως. Γυρνάει το ταμπελάκι πάνω στην πόρτα. Κολλάει το χαρτί που έχει στα χέρια του με βαριά, σπαραγμένη καρδιά. ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ.