αν ήμουνα παράσιτο, καφέδες στη πλατεία-
seen from United States

seen from United States
seen from Sweden
seen from South Korea
seen from United States

seen from Germany
seen from Sweden
seen from Australia
seen from Sweden

seen from Australia

seen from Australia
seen from Germany
seen from Australia

seen from Australia
seen from Australia

seen from United States

seen from Netherlands

seen from Sweden
seen from United States
seen from United States
αν ήμουνα παράσιτο, καφέδες στη πλατεία-
Κι αν θέλεις να μιλήσουμε για πράγματα μεγάλα/ πρέπει να υψώσουμε δεόντως του ονείρου μας τη σκάλα
Εγώ όμως ένα μόνο ξέρω: αυτό το πλάσμα δε γεννήθηκε για πόλεμο Και όσες νύχτες δεν κοιμήθηκα για σένα δεν τις ξέχασα Και όσες νύχτες είπα «Δεν υπάρχει αύριο» θυμάμαι Και όσες νύχτες πάνω απ’ το τηλέφωνο κοιμήθηκα, τόσες και πάνω στο κρεβάτι σου κοιμάμαι Γιατί αυτό που υπάρχει μέσα στα κρανία μας ωρύεται κι όσο τις μέρες μας ξοδεύουμε, η ζωή μας σβήνει Είναι η ζωή μου θάνατος κι ο θάνατος... ο θάνατος Είναι η ψυχή μου μια πληγή που αιμορραγεί Με λίγη προσπάθεια θα μπορούσα να γίνω ο πιο ενδιαφέρων καταθλιπτικός άνθρωπος στον κόσμο Γιατί; Γιατί; Γιατί; ...έχω απελπιστεί Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ο ύπνος μου για σένα μπορεί να περιμένει μέχρι το πρωί Γιατί; Γιατί; Γιατί; Αν την είχα μπροστά μου, θα τη σκότωνα… Να σε αφήσω θα μπορούσα, κοντά μου πώς να σε κρατούσα… Είπες πως με είχες αγαπήσει Κι οι δυο μας ξέρουμε, με τίποτα Να σε αφήσω θα μπορούσα, κοντά μου πώς να σε κρατούσα.. Τώρα που μ’ έκανες να σβήνω, μου λες τ’ αγόρια σου είναι αδιάφορα Να σε σκοτώσω θα μπορούσα, κοντά μου, αχ, να σε κρατούσα… Ο θάνατος μέσα στα μάτια σου με έχει σημαδέψει και δύσκολα θα ξανανιώσω τέτοιο μίσος Μικρέ μου εφιάλτη, μου έλειψες τόσο Ποτέ δεν πρόκειται να σε προδώσω, γιατί είσαι τα πάντα για μένα Κάποτε πίστευα πως πρέπει να είμαι ευτυχισμένος που δεν είσαι πια εδώ, όμως έκανα λάθος Τόσοι μήνες ανάμεσά μας, τόσα πλοία, τόσα τρένα, τόσες θάλασσες και δρόμοι, τόσες νύχτες χωρίς εσένα Να σε δω και να πεθάνω, να σε νιώσω κι ό,τι χάνω το κερδίζεις και το ξέρω, μα όταν λείπεις υποφέρω Μικρέ μου εφιάλτη, σε χρειάζομαι τόσο Μικρέ μου εφιάλτη, σε χρειάζομαι πολύ υτές τις δύσκολες μέρες, Όταν προδώσαμε το ίδιο κρεβάτι για πρώτη φορά, το σώμα σου ήταν ζεστό και τα μαλλιά σου βρεγμένα Ο κόσμος όλος ήταν για μένα ένα δωμάτιο και η λίστα μου χάος ατέλειωτο μετά από σένα Ήταν οι τύψεις σου πάνω στο φως και οι δικές μου στο πάτωμα και οι κουρτίνες όριζαν τον έρωτα όπως ποτέ δεν είχε οριστεί «Εδώ κατοικεί η αμαρτία», μου είπες αργότερα«Εδώ κατοικεί κι ο παράδεισος», σου είπα εγώ Μη με ρωτάς αν φταις εσύ που η ζωή μου καταστράφηκε και αν εσύ είσαι η αιτία που πια δε ζω σαν άνθρωπος Μη με ρωτάς γιατί τα μάτια μου πονάνε και είναι κόκκινα, γιατί όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα κι άργησα πάλι στη δουλειά, γιατί ξαπλώνω από τις 10 και δεν κοιμάμαι πριν τις 4 Με μείγμα ηρεμιστικών και Τριανταφυλλόπουλο κάνω αγώνα για να φέρω τον ύπνο κάθε βράδυ στο κρεβάτι μου, μ’ εκατομμύρια εφιάλτες που μου τρώνε το στομάχι, μου γαμάνε το κρανίο, μου σκοτώνουν την ψυχή Και το πρωί είναι το γάλα μου σαν θάνατος βαρύ, το μεσημέρι το φαΐ μου πικρό σαν δηλητήριο Θέλω να μπω μες στο πλυντήριο και με τα ρούχα να γυρίσω, να γυρίσω, να γυρίσω, να χαθώ εκεί, να σβήσω, να γυρίσω, να γυρίσω, να γυρίσω ώσπου να σβήσω, να γυρίσω, να γυρίσω, να γίνω κομμάτια, ν’ αυτοκτονήσω… Μας μίσησαν, γιατί μυρίζαμε αγάπη Μας φόρεσαν το στέμμα τελικά οι εραστές του απόλυτου τίποτα Αν πνιγώ το καλοκαίρι, πού θα είμαι το χειμώνα; Τ’ όνειρό μου έχει παγώσει, μα η πίστη μου ακόμα Γι’ αυτό το σπίτι ζω, γι’ αυτόν τον έρημο τοίχο, γι’ αυτό το δρόμο που περνάει από μέσα μου, γι’ αυτό το χέρι που το μέλλον μου βάφει Γι’ αυτό το πιάνο ζω, γι’ αυτά τα κάδρα στο φθαρμένο σαλόνι Γι’ αυτή την πόλη ζω, γι’ αυτή την άδικη πόλη, γι’ αυτόν τον ήλιο που αγαπώ και μισώ, γι’ αυτό το δέντρο που τον τάφο μου θα ορίσει Γι’ αυτά τα μάτια ζω, γι’ αυτά τα μάτια που δακρύζουν για μένα Γι’ αυτή τη θάλασσα ζω Εδώ δεν έχουμε τρένα αν σου μιλούσα όπως ήθελες και σού ’λεγα ό,τι ήθελες ν’ ακούσεις, αν δεν καθόμουν με τις ώρες να ερμηνεύω τους θανάτους σου, αν ήμουνα κωλόπαιδο, το τίποτα, ένα τέρας, θα ήμουν άξιος μόνο χειραψίας, κυρία τάδε; Μικρέ μου εφιάλτη, ποιος το ξέρει αν αυτό το καλοκαίρι αρνηθεί να μας χαρίσει ό,τι έσωσε απ’ τη φύση Αν η πάλη στα χωράφια μας δώσει για έπαθλο αγκάθια, Μα η απόρριψη το ξέρει πως δεν υπάρχει κακός, υπάρχει μόνο ένα χέρι που μας σβήνει τη νύχτα το φως ποιο στάχυ την παίρνει από δίπλα μου, ποιο πηγάδι της λέει «Ξέχασέ τον!»; ποιο χέρι την παίρνει απ’ το χέρι μου, ποιο αστέρι της λέει «Πλήγωσέ τον!»; ποιος ήλιος με τυφλώνει μέσα της, ποιο διαστημόπλοιο της αλλάζει τον κόσμο; 5 το πρωί, μετά από νύχτα οδυνηρή, εφιαλτική Ο παξινίτικος ήλιος ακόμα μου καίει το κορμί κι αυτό το ακούραστο πάθος ακόμα μας καίει την ψυχή Όχι πια έρωτες, γιατί εσύ το ζήτησες και δεν μπορώ παρά να το δεχτώ Όχι πια όνειρα πως κάποτε θα ζήσουμε μαζί Εσύ δεν είσαι πια εδώ κι εγώ ποτέ δε θά ’μαι εκεί Ήταν άκυρα τα σήματα πως όλα συνεχίζονται και απλή παρηγοριά πως τα πάντα συνηθίζονται Τώρα μόνο πρώτο πρόσωπο, τα γόνατα λυγίζουνε, τα χέρια αχρηστεύονται, τα χείλη απλά θυμίζουνε για ποια μάτια να είμαι όμορφος, για ποιο σώμα δυνατός; Ίσως δεν ήσουν κάτι πιο πάνω από ένα γέλιο στα αστεία μου, από μια σκέψη πριν κοιμηθώ, από ένα δάκρυ στην κηδεία μου, όμως η θάλασσα που πέφτω είναι μια δίνη χωρίς εσένα και το βουνό που ανεβαίνω λέγεται Γολγοθάς για μένα τώρα που δεν έχω κανέναν γλυκέ μου τύραννε, που ο ύπνος μου ήταν ύπνος σου κάθε μέρα ξοδεύομαι και νιώθω αδικημένος που τελικά σε χάνω, γλυκέ μου θάνατε, που πέθαινα όταν πέθαινες Σ’ ένα προσκύνημα στα πόδια της ζητώ παρηγοριά, η ζωή με ισοπέδωσε και είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου να σε ξαναλατρέψω, μικρέ μου εφιάλτη, που η ήττα μου ήταν νίκη σου Δώρα που έγιναν πέτρες τα λόγια σου μέσα μου και πώς θα φέρω ανώδυνα τόσο βαριά ενοχή; Σε αδίκησα Εγώ που ό,τι κι αν άκουγα για σένα μόνο μιλούσε «Λένε πως κάθε άνθρωπος κλέβει κάποιου την καρδιά» «Ήμουν στο κρεβάτι σου κάποτε Δεν ήθελα να σ’ το πω» «Να πεθάνω δίπλα σου χαρά και προνόμιο δικό μου» Όσο κι αν προσπαθείς, δε γυρίζεις το χρόνο... Τώρα που έγιναν βέλη τα μάτια σου πάνω μου, πώς να νιώσω χαρά με τέτοιο βάρος ευθύνης; Σε πρόδωσα Εγώ που ό,τι κι αν έγραφα για σένα πάντα μιλούσε Γιώργο, η νύχτα είναι ατέλειωτη απόψε Φοβάμαι το μυαλό μου δε θ’ αντέξει Γιώργο, η αλήθεια των πολλών πώς με τρομάζει, γιατί η ζωή που ζούμε δε χορταίνει με οξυγόνο, δεν υποκλίνεται στο τίποτα, στο πρέπει και στο μόνο γιατί το χέρι μου απόψε ως τα νύχια μου πονάει και νιώθω την καρδιά μου ν’ αγωνίζεται να πάψει να χτυπάει γιατί η ζωή που ζούμε δε βολεύεται σε θρόνο, στην αμαρτία υποκλίνεται, ερωτεύεται τον πόνο γιατί η νύχτα αυτή με αρνήσεις άλλης τάξεως μ’ έχει ζώσει και τρέμω μήπως το γατάκι που ταΐζω κάποια μέρα με προδώσει Φρικτό νεκροταφείο η αγάπη μας, κατάρα ο έρωτάς μας 1000 αυτόχειρες στα αφτιά μου ψιθυρίζουν «Ξέχασέ το!» και οι ελπίδες μου ποδήλατα που πάτησαν παιδιά 1000 αυτόχειρες στα αφτιά μου ψιθυρίζουν «Ξέχασέ το!» και οι ελπίδες μου παιδιά που «κατά λάθος» σκότωσαν παιδιά Ξανθά χαρούμενα κορίτσια εδώ πεθαίνουν Όλα όσα ζήσαμε απ’ τα δάκρυά μου βγαίνουν Καινούριες μέρες ενοχής με περιμένουν Δε θα την ξέχναγα· όχι, δε θα γυρνούσα πίσω Μα πώς θα μπορούσα μακριά του εγώ να ζήσω Ξανθά χαρούμενα κορίτσια απλά αρρωσταίνουν Για λίγες μέρες στο σχολείο δεν πηγαίνουν Αυτά που ζήσαμε από μέσα μου δε βγαίνουν Δώρα άλλης τάξεως εδώ με περιμένουν Οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου με βρήκαν ξαπλωμένο σε αγκάθια Κανείς δεν υπολόγιζε πως θ’ άλλαζαν όλα και θά ’ταν τόσο μαύρο και πικρό το καλοκαίρι στη μυστική ζωή που ζήσαμε μαζί Η ηθική εδώ ποτέ δεν είχε οπαδό, μα αν κάποιος πλήρωνε, ήμουνα πάντα εγώ Τώρα την αγάπησα και δεν αλλάζει αυτό Το ξέρω ήμουν άδικος (δε θα κριθώ επιεικώς) Και πώς να μείνει τέτοιο έγκλημα κρυφό μεταξύ μας; Όχι, δεν κρατιέται τέτοιο σκάνδαλο εδώ, μεταξύ μας Και πώς θ’ αντέξω να μην είναι πια κοινή η ζωή μας, που ήταν η μόνη μου χαρά; κι όταν ξυπνάς, ο Πρίγκηψ Κρίνος είναι ένας βόθρος τελικά και το θεσπέσιο όνομά του ηχεί ανατριχιαστικά Εδώ δεν είναι μια απλή επαρχία, εδώ είναι όνειρο η ζωή, εδώ κοιμήθηκες κι εσύ Εδώ μην ελπίζεις σε κοινή ευτυχία, εδώ είναι ο πόνος ηδονή, εδώ πληγώθηκες κι εσύ Εδώ δε ζητάμε μια νέα θρησκεία, εδώ είναι οι άνθρωποι θεοί, εδώ λατρεύτηκες κι εσύ Όταν είμαι μαζί σου, δεν περνάει ο χρόνος Όταν είσαι μαζί μου, είναι ελάχιστη η γη Όταν είμαι μαζί σου, δεν υπάρχουν θρησκείες Όταν είσαι μαζί μου, δεν υπάρχουν θεοί Όταν είμαι μαζί σου, δεν υπάρχουν σχολεία Όταν είσαι μαζί μου, είμαι ένας σοφός Όταν είμαι μαζί σου, δεν υπάρχει σκοτάδι (πουθενά) Όταν είσαι μαζί μου, αντού σκορπίζεται φως Στο λαιμό και στα χείλη μου γίνεται πίκρα η χαρά και γυρνάω στο κρεβάτι μου ξανά… Μη μας χωρίζεις τώρα που μάθαμε να ζούμε μαζί, εμείς που τόσο σε αγαπήσαμε και βάψαμε τα χείλη μας με αίμα χωρίς να φοβηθούμε Το όνομά σου συλλαβίζοντας, τη μορφή σου ζωγραφίζοντας, τα πάντα όλα στη γη τα ζήσαμε μαζί, μα εσύ μας ξέχασες Μη μας αφήσεις να αθετήσουμε αιώνιας αγάπης υποσχέσεις Μη μας αφήσεις να χαθούμε σε απρόσωπες παρέες με φαντάσματα, που πριν το τέλος γελάνε Το όνομά σου συλλαβίζοντας, τη μορφή σου ζωγραφίζοντας, τα πάντα όλα στη γη για μας ήσουν εσύ, εσύ που μας πρόδωσες Μη μας αφήνεις τώρα που κάνουμε μια νέα αρχή, εμείς που τόσο προσπαθήσαμε να μείνουμε παιδιά μέχρι το τέλος, μα τώρα κάτι άλλαξε και τ’ όνομά σου δε θυμόμαστε, τη μορφή σου αποστρεφόμαστε, για την αγάπη σου αμφιβάλλουμε κι εσύ θέλεις το δάκρυ μας Κάνε μας καχύποπτους ξανά, κάνε το σάλιο που ανταλλάσσουμε γλυκόπικρο ξανά Κάψε τα ρούχα του θανάτου που ετοίμασες εσύ για όσα ζήσαμε εμείς… Δε σου ζητήσαμε τσιγάρο ή φωτιά ούτε να έρθεις στο κρεβάτι μας με αγκάθια στα μαλλιά Δε σου ζητήσαμε Αλήθεια ούτε Αγάπη ούτε λεφτά, απλά χαθήκανε πολλά… Εκεί που ονειρεύτηκε, εκεί που απεκδύθηκε το περιττό τρέμω τώρα να πλησιάσω τόσο αδιάφορα, εγώ που ήξερα γι’ αυτήν μόνο να κλαίω, εγώ που ήξερα ποιο θά ’ταν το μοιραίο και γέμιζα με αναμνήσεις το κεφάλι της Πόσες υποσχέσεις στην πορεία δεν αθετήσαμε; Πόσα λόγια αγάπης δεν ξεχάσαμε στο χτες; Χιόνια στα μπαλκόνια μας και χιόνια στο χορτάρι Ώρα για ποδόσφαιρο κι ο ύπνος θα μας πάρει κάποτε κι εμάς Είπες χίλια ψέματα και μία μόνο αλήθεια Είπες «Η αγάπη της δεν άξιζε σε μας» Τη φίλησα παντού όπως ο Χριστιανός το λείψανο, μα η πίστη μου δεν έφτασε ξανά τόσο ψηλά Σκέφτομαι το τέλος και τρομάζω και θρηνώ Κανείς δε θα μπορούσε να το κάνει πιο σκληρό από μένα «Στο τέλος κλάμα, ποτέ χαρά» Το μάθαμε το μάθημα Τι να πω και νά ’ναι αλήθεια… (Νομίζω πως) σ’ αγάπησα Έφυγε το καλοκαίρι - και οι δυο πληγωθήκαμε Το Νοέμβρη δε θα είμαι εκεί που ερωτευτήκαμε Κι όλα θά ’ναι ίδια εκεί, το μπουφάν σου στη βροχή Κι όλα θά ’ναι ίδια εδώ, χάπια και ποδόσφαιρο Κι ο χειμώνας θα περάσει «Ο ένας τον άλλο» θά ξεχάσει Το καλοκαίρι θα έρθει πάλι, μα ήλιο εκεί ποτέ δε θα βγάλει (αχ, νά ’τανε το τέλος ψέμα) «Μωράκι, έκανα Aura-Soma Μωρό, σε σκέφτομαι ακόμα» Και η ομορφιά και η τέχνη και η ελπίδα πιο δυνατές απ’ τα δολάρια στα μάτια κι απ’ την αγάπη που δεν ξέρει να προδίδει, αλλά εκδικείται όταν πονά Ήταν ωραία τα βράδια της κρίσης που έμενες εκεί· μέσα στα παραπήγματα κοιμόμαστε μαζί και το κανάλι της Βουλής όλη νύχτα έπαιζε Παραφράσεις του Liszt μέχρι ν’ αρχίσει το requiem της κυβέρνησης. Σιγά μην κλάψω τις αξίες της Δύσης, σιγά μη φοβηθώ, κάτω από το πάπλωμα ο κόσμος σου είμαι εγώ… Είπαν πως είσαι η αγάπη, μα δε σε ξέρανε καλά· οι συνιστώσες σου καλύπτουν ένα χώρο απ’ το υπερπέραν στα σκατά. Το τέλος είχε πάντα τιμωρία η υπεροψία της χαράς, μα όσο κι αν έκλαψα, κι αν είπα πως πεθαίνω, ποτέ δεν ήμουν μόνος τελικά. Όχι, δε θέλω τίποτα να θυμηθώ, τον χόρτασα τον αποχωρισμό. Κάθε φορά που σε θυμάμαι κάνω κι ένα ακόμα βήμα προς το θάνατο. Δεν ξέρω αν θα ήθελα να υπάρχεις· τη μια φοβάμαι εσένα και την άλλη το κενό. Είχα μια ελπίδα πως για όλα φταίει το καλοκαίρι, μα μέσα μου το αγκάθι σου γίνεται όλο και πιο αιχμηρό με τον καιρό. Οι φίλοι εκπλήσσονται που ακόμα επιμένω και λένε πως το κάνω μόνο από εγωισμό. Ατέλειωτος ο δρόμος μου για σένα κι από τους θάμνους εμφανίζονται σπαθιά· θα μείνει ο πόνος τελικά να σε θυμίζει ή το λευκό σκουφάκι που είχες στα μαλλιά; Το ξέρω πως κολλάω μέσα στο βάλτο, μα όποτε κάνω να ξεφύγω μπλέκομαι μέσα σε κλαδιά, Κι αν ίσως τώρα χαίρομαι που φεύγεις όπως φεύγεις, που χάνεσαι μέσα στα Χριστούγεννα κι αφήνεις μόνο τ’ όνομά σου αποτύπωμα στο χιόνι, θα σβήσει άραγε κι αυτό τη νέα χρονιά;... Τα περιθώρια στενεύουν και αρχίζω να πιστεύω πως θα χαθείς για πάντα και ποτέ δε θα σε ξαναδώ… Δεν ξέρω αλήθεια, αν ενέδιδες, για πόσο θά ’χα αντέξει, μα το προσύμφωνο υπεγράφη και οι πλαστές εγγυητικές ήταν εδώ… Χάρτες στο συρτάρι κρύβουν αναμνήσεις, παλεύω να διασώσω αυτά που θες να σβήσεις. Είχες πει θυμάμαι πως μέσα στο δικό σου σώμα θα πάψω να είμαι θνητός. Μα τώρα κάτω απ’ το κρεβάτι εκκολάπτονται κρίσεις, Κι αναρωτιέμαι αν πρέπει ξανά να αφεθώ να πέσω στην παγίδα σου - το ξέρεις πως μπορώ… Κι αναρωτιέμαι αν τώρα πρέπει και πάλι να αφεθώ ή να σε ρίξω στην παγίδα μου εγώ. και είμαστε ο ένας για τον άλλο μια ανοιχτή πληγή. Του γυμνού κορμιού η απόλαυση, οι τελευταίοι ψίθυροι στο αφτί μου Είναι πληγή που δεν κλείνει αυτή η ανάμνηση Με το μαχαίρι του ψωμιού θα κοπώ για να κρύψω το δάκρυ. Ζεστασιά πριν το τέλος, με μια σφαίρα στην πλάτη στο ωραία στρωμένο κρεβάτι και χιλιάδες φιλιά. Την ακύρωσα στον ύπνο μου, διερωτήθηκα πάνω στο ρόλο της και στην αξία της στη ζωή μου. Στο δρόμο για το σπίτι της της είπα πως αποκοιμήθηκα και τελικά το σκέφτηκα και είπα, δεν υπάρχει πλέον λόγος... Την ακύρωσα στο μπάνιο, στα πλακάκια, πάνω στο καλοριφέρ, έκοψα τα καλώδια, την απέβαλα. Το μήνυμα θα μείνει στην ασάφεια, ποτέ μου δε θα μάθω τι εννοούσες τελικά. Θα πάρει ψήφο εμπιστοσύνης η αγάπη σου, για να παραιτηθεί την άλλη μέρα «ξαφνικά» ...κι όλα να τελειώσουν όπως άρχισαν, να εξατμιστούν στο χάος τα λουλούδια απ’ τα μαλλιά σου, για πάντα να χωρίσουνε τα χέρια μας, για πάντα να ξεχάσω τ’ όνομά σου.