Σε αυτό το φωτογραφικό κουαρτέτο, βλέπουμε την πρώην creative director του Gucci, Frida Giannini να κριτικάρει έντονα (και ίσως υποτιμητικά;) τον τότε βοηθό της Alessandro Michele. Το 2014 η Giannini, έπαυσε να είναι creative director του Gucci και την διαδέχθηκε, ω ναι καλά καταλάβατε, ο Alessandro Michele, ο οποίος έμελε να γράψει το δικό του κομμάτι στην ιστορία τόσο του οίκου, όσο και της μόδας ευρύτερα. Από το 2015 μέχρι σήμερα, o οίκος Gucci έχει αναπτύξει επιτέλους την ολόδικη του προσωπικότητα και έχει δημιουργήσει όχι απλά trends, αλλά ένα δικό του κίνημα στην τέχνη της μόδας. Και για όλα αυτά είναι υπεύθυνος, ναι καλά μαντέψατε και πάλι, ο Alessandro Michele. Η συμβολή του στην σύγχρονη μόδα είναι τόσο σπουδαία, που χωρίς δεύτερη σκέψη, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μία προσωπικότητα η οποία θα συζητιέται για όσο υπάρχει μόδα, δίπλα σε άλλες σπουδαίες προσωπικότητες του χώρου. Η συμβολή της Frida Giannini δεν είναι τόσο σπουδαία για να είμαστε ειλικρινείς, στην πραγματικότητα είχε μία ωραία αισθητική και τα πιο δημοφιλή της σχέδια έμοιαζαν με δημιουργίες άλλων οίκων ( Versace,Louis Vuitton etc.). Είχε και έχει φυσικά το κοινό της, αλλά είναι κοινή παραδοχή ότι δεν κατάφερε ποτέ δημιουργήσει στιλ και προσωπικότητα στον Gucci.
Όσο είναι εξοικειωμένοι με τις δουλειές των δύο σχεδιαστών θα καταλάβουν ότι μιλάμε για δύο τελείως διαφορετικά στιλ, αλλά σίγουρα κάποιος που είναι μίνιμαλ ή γκοθ μπορεί να εκτιμήσει μία μάξιμαλ ή preppy αισθητική, ακόμα και αν είναι μακριά σε αυτά που πρεσβεύει. Το πρώτο λάθος, λοιπόν, της Giannini είναι ότι δεν καταφέρνει να εκτιμήσει μία διαφορετική από την δική της ματιά, γεγονός που δεν βοηθάει ιδιαίτερα στις δημιουργικές δουλειές, γιατί σε κάνει κάπως πιο στενόμυαλο και εν τέλει δεν σε εξελίσσει. Το δεύτερο λάθος είναι ότι όπως αποδείχθηκε είχε δίπλα της έναν πολύ ικανό άνθρωπο, τον οποίο προφανώς δεν αξιοποίησε ποτέ σωστά για να επωφεληθεί η ίδια, οπότε αυτή έφυγε χωρίς να αφήσει impact και ο Michele πήρε την θέση που του άξιζε και διέπρεψε. Πιθανότατα αυτό να είχε γίνει έτσι κι αλλιώς, απλά η Giannini ίσως είχε καταφέρει να δώσει και δυο πράγματα παραπάνω μέσα στα 13 χρόνια που ήταν στην Gucci και να μην μείνει ως την no-one-ever-favorite-designer.
Και αυτό μας φέρνει στο θέμα μας. Το πόσο σημαντικό είναι για έναν creative director να μπορεί να συνεργαστεί με τους από κάτω του και να συνεργαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνει advance τόσο τον εαυτό του, όσο και την εταιρία στην οποία δουλεύει. Ο δημιουργικός κλάδος στηρίζεται στην υποκειμενικότητα της αισθητικής, γεγονός που κάνει τις συνεργασίες λίγο πιο challenging από όσο θα ήταν σε κάτι πιο πρακτικό, αλλά ταυτόχρονα έχει τόσο μεγάλο εύρος εξέλιξης και δημιουργίας που πραγματικά αν γίνει σωστά μπορεί να χτίσει κουλτούρα όχι απλά brand, ή στην περίπτωση του Michele ένα ολόκληρο κίνημα. Όπως καταλαβαίνουμε, ένας creative director ενδιαφέρεται περισσότερο για την υστεροφημία του παρά για όλα τα άλλα, οπότε αυτός είναι άλλος ένας λόγος που κάνει την συνεργασία του με άλλους ταλαντούχους ανθρώπους δύσκολη. Πρέπει να μπει η δική του αισθητική, να χτιστεί το όνομα του και να γίνει γνωστός για την προσφορά του στον δημιουργικό χώρο και την πινελιά που άφησε.
Στην μόδα, οι συνεργασίες είναι στην καλύτερη περίπτωση τοξικές. Ένας από την φύση του ανταγωνιστικός χώρος με ξεκάθαρα προβληματικές συμπεριφορές, οι οποίες πολλές φορές δημιουργούνται για να κάνουν εντύπωση και τίποτα παραπάνω, καταλαβαίνουμε όλοι με τι δυσκολία αντιμετωπίζει τις δημιουργικές συνεργασίες. Από μικρές εταιρίες, μέχρι σημαντικούς κολοσσούς, οι προβληματικές εργασιακές σχέσεις και οι υποτιμητικές συμπεριφορές είναι ο κανόνας. Η υποκειμενικότητα της αισθητικής λοιπόν είναι η κύρια δυσκολία μεταξύ των συνεργασιών, ειδικά μεταξύ προϊστάμενου και υφισταμένου. Η Giannini για παράδειγμα αδυνατούσε να εκτιμήσει την vintage, μαξιμαλιστική αισθητική του Michele, οπότε την απέρριπτε αντί να βρει τρόπο να μάθει από αυτή και να την προσαρμόσει στο δικό της στιλ. Ίσως να έφταιγε ότι τελικά δεν είχε και κάποιοι ιδιαίτερο στιλ, οπότε εκεί έγκειται και ένα άλλο πρόβλημα. Γιατί υπάρχει και η ανασφάλεια της ανεπάρκειας, αλλά και η ανασφάλεια που έτσι κι αλλιώς σου προκαλεί ένας χώρος στον οποίο είναι όλοι αναλώσιμοι, ακόμα και αυτοί που όντως προσφέρουν κάτι. Δεν μπορούμε φυσικά να ξεχάσουμε πόσο γρήγορα εξαφάνισε ο Dior τον Galliano και ακόμη και μέχρι σήμερα που έχει χάσει κάθε αίγλη, βλέπουμε πόσο εύκολο ήταν να τον αντικαταστήσει. Οπότε, αυτή η συνεχής ανασφάλεια, ειδικότερα όταν είσαι ανεπαρκής σε οδηγεί στο να υποτιμάς τους γύρω σου για να μπορέσει να φανει η δική σου δουλειά σημαντική. Και αυτό γίνεται παντού. Αλλά το παράδειγμα Giannini δείχνει το πόσο λάθος είναι αυτό για όλους. Γιατί δεν κάνεις forward και γιατί ο καλύτερος από εσένα θα βρεθεί έτσι κι αλλιώς, το θέμα είναι τι έχεις κάνει μέχρι τότε. Και εάν αδυνατείς να αποδεχτείς τις διαφορετικές προσλαμβάνουσες το πιο πιθανό είναι πως δεν θα έχεις κάνει τίποτα.
Οι εργασιακές σχέσεις στον δημιουργικό τομέα χρειάζεται να επαναπροσδιοριστούν. Είναι αναγκαίο να υπάρξει σωστή παιδεία πάνω στις τέχνες, ώστε να μπορεί ο κόσμος να αφουγκραστεί με όλες του τις αισθήσεις την κάθε αισθητική.
Σήμερα το πρωί έβαλα να ακούσω Roxy Music και μου ήρθε στο μυαλό το cover του album “For Your Own Pleasure”, για το οποίο υπάρχει μία ξεχωριστή θέση στην μόδα και όχι αδίκως. Μάλιστα, σε ένα βιβλίο με ιστορία της μόδας υπάρχει ένα section αφιερωμένο σε αυτό το cover, το οποίο έχει πραγματικά πολύ ενδιαφέρον γιατί οι αναφορές πίσω από αυτή την iconic φωτογραφία είναι εξωπραγματικές.
Ο Antony Price συνέχισε την στυλιστική του συνεργασία με το γκρουπ, σχεδιάζοντας αυτό το φόρεμα, το οποίο έμελε να αφήσει μία ιστορική αίσθηση στην μόδα. Σκοτεινό και γκλαμ, το cover αυτό έχει κάτι επιβλητικό και ταυτόχρονα μυστηριώδες. Μπροστά από μία generic πόλη με neon φωτισμό βλέπουμε να κυριαρχεί μία vamp, δερμάτινη φιγούρα, η οποία χαλιναγωγεί με ένα σχοινί έναν πάνθηρα. Η Amanda Lear ποζάρει με έναν συνδυασμό οπερικού αισθησιαμού εμπνευσμένο από την Gilda (1946) και ενός ψυχρού, τευτονικού αέρα, όπως αυτόν της Marlene Dietrich. Η καμπυλωτή της φιγούρα είναι τεταμένη και glossy, οι αθλητικοί κυματισμοί του κορμιού της τονίζονται από την λάμψη του δερμάτινου της φορέματος το οποίο δημιουργεί μία συνεχόμενη ελικοειδή (και αμαρτωλή) γραμμή από το στήθος μέχρι το γόνατο, δηλαδή το κλασσικό σχήμα μίας κλεψύδρας. Μπορούμε να παρατηρήσουμε το bustier του φορέματος, το οποίο έχει τόσο άκαμπτο σχηματισμό που μοιάζει να κινείται ανεξάρτητα από το σώμα, αποκαλύπτοντας το πάνω μέρος του στήθους, το οποίο δημιουργεί μία οριζόντια γραμμή με το μπράτσο της Lear. Το εκτεθιμένο λευκό δέρμα κάνει μία δραματική αντίθεση με τον body και με τα δερμάτινα μέχρι τον αγκώνα γάντια. Συνεχίζοντας, βλέπουμε τα στιλέτο, εξαιρετικά ψηλά, τακούνια τα οποία ολοκληρώνουν την εικόνα ενός απόλυτο φετιχισμού στην μόδα. Φτιαγμένα από δέρμα λουστρίνι, αυτά τα παπούτσια μακραίνουν ακόμα περισσότερο τα πόδια της Lear, χαρίζοντας της αναλογίες αμαζόνας. Το φόρεμα Gilda δεν είναι η μόνη Χολιγουντιανή επιρροή που έχει αυτή η εικόνα. Το διαμαντένιο βραχιόλι, φορεμένο πάνω από τα γάντια έχει αναφορές από την Marilyn Monroe στην ταινία Gentlemen Prefer Blondes.
Το glamour και το camp ήταν δύο concept απαραίτητα στην αισθητική των Roxy Music, τα οποία, όμως, στις αρχές του 70 δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στον χώρο της ροκ και της ποπ. Το Hollywood glam των 40’s και τον 50᾽s είχε αντικατασταθεί στα 60’s με ένα κίνημα back-to-roots, το οποίο αναζητούσε μία αυθεντικότητα στην έκφραση, αντικαθιστώντας την “στημένη” αισθητική των προηγούμενων γεναιών. Ο όρος Glamour, λοιπόν, βρίσκει τις ρίζες του στην Σκωτία και στο 1720 και η σημασία της λέξης είναι “μαγευτικό” και αποτελεί μία παραλλαγή της Σκωτσέζικης γραμμματοσειράς. Τα Βαμπιρ έκαναν “glam” τα θύματα τους κάνοντας τους ένα ξόρκι στο μυαλό, το οποίο τα αποδυνάμωνε και τα έκανε πιο ευάλωτα στην αποπλάνηση.
Έτσι, υπάρχουν δύο πολύ ενδιαφέρουσες πτυχές της λέξης glamour όταν πρόκειται να αναλύσουμε τους Roxy Music: Το πρώτο έρχεται από την σκοτεινή πλευρά του catwalk - μάγισσες ή βαμπιρ που ρίχνουν ξόρκια για να επηρεάσουν τις σκέψεις, τις πράξεις και τις αναμνήσεις των θυμάτων; και η άλλη βρίσκεται στην φωτεινή πλευρά του catwalk, όπου η λάμψη και ο θάμβος μας προκαλούν τόσο δέος που δεν μπορούμε καν να κρατήσουμε το βλέμμα μας πάνω τους.
Σύμφωνα με την ιστορική του σημασία, ο όρος Glamour είναι μία αντίθεση μεταξύ της αίγλης και της σκοτεινής πλευράς της λάμψης. Είναι ένα δελεαστικό και αποπλανητικό όραμα το οποίο έχει σχεδιαστεί για να τραβάει τα μάτια του κοινού. Αποτελεί μία τελειοποιημένη αναπαράσταση κάποιου, του οποίου σκοπός είναι να θαμπώσει και να αποπλανήσει όποιον τον κοιτάζει.
Πολλές φορές συζητάμε για το πόσο σημαντικό είναι να γίνονται δουλειές οι οποίες έχουν ουσιαστικές αναφορές. Θεωρώ πως αυτή η εικόνα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να καταλάβουμε την σημασία μίας ουσιαστικής δουλειάς αλλά και την διαφορά που έχει με μία εικόνα η οποία μπορεί να είναι αισθητικά καλή αλλά δεν έχει να σου προσφέρει τίποτα παραπάνω. Η φωτογραφία αυτή τραβήχτηκε το 1973 και είχε τέτοιο impact, ώστε να κάνει τους ανθρώπους να ψάχνουν για αυτήν χρόνια μετά. Το ακόμα καλύτερο της υπόθεσης είναι πως διαβάζοντας για αυτή την εικόνα μαθαίνεις πράγματα και συνδυάζεις αναφορές που μπορούν να σε εκπλήξουν. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, καταλήγουμε πως ωραία τα σόσιαλ και η επιφανειακή αποδοχή, αλλά είναι ακόμη πιο ωραίο να δημιουργήσεις κάτι το οποίο θα μπορεί να προσφέρει ένα λιθαράκι στην κουλτούρα.
Έχω καταλήξει πως όσα πρέπει να ειπωθούν για την μόδα τα έχει πει ήδη ο Oscar Wilde με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, όπως και ό,τι αφορά την κοινωνία μας γενικότερα.
Τις προάλλες τελείωσα το βιβλίο του Wilde “Η ψυχή του ανθρώπου στον σοσιαλισμό” και στις τελευταίες σελίδες αναφέρει το εξής: “Στις μέρες μας ανεπιτήδευτος ονομάζεται εκείνος που ντύνεται όπως εκείνος το επιθυμεί. Αλλά κάνοντας κάτι τέτοιο συμπεριφέρεται με εντελώς φυσικό τρόπο. Επιτήδευση σε τέτοια ζητήματα είναι να ντύνεται κανείς σύμφωνα με τις απόψεις του γείτονα του, οι οποίες, καθώς αποτελούν απόψεις της πλειοψηφίας, κατά πάσα πιθανότητα θα είναι εξαιρετικά ανόητες.”Διαβάζοντας αυτή την φράση την οποία ακόμα και σήμερα εν έτει 2021 μπορώ να ενστερνιστώ απόλυτα, συνειδητοποίησα πως ο Wilde είχε πραγματικά στενή σχέση με την μόδα και σε κάθε του κείμενο/βιβλίο αναφέρει κάτι σχετικό, το οποίο χρήζει ανάλυσης, διότι εκείνος φυσικά είχε καταλάβει πριν από όλους πως ακριβώς λειτουργεί η κοινωνία μας και καθώς η μόδα είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτής, ο Oscar Wilde έχει μιλήσει για πράγματα τα οποία ακόμα δεν έχουμε ούτε οι ίδιοι καταλάβει.
Ξεκινώντας από την εμμονή που έχει ο Oscar Wilde για την ομορφιά, κάτι το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα στο Πορτραίτο το Ντόριαν Γκρέι, το οποίο αποτελεί μία ανώτερου τύπου αυτοβιογραφία όπου εξετάζει της τρεις πτυχές του εαυτού του, το ποιος είναι όντως, ποιος θα ήθελε να είναι και ποιος πιστεύουν οι κριτικοί ότι είναι. Ο Wilde, λοιπόν, θα ήθελε να είναι ο Ντόριαν Γκρέι, αυτό το εξαιρετικά όμορφο πλάσμα που δεν αφορά ούτε τον ίδιο ούτε και τους υπόλοιπους οτιδήποτε πέρα από την ομορφιά του. Λίγοι γνωρίζουν, πως η χαρακτηριστική εικόνα του Oscar Wilde είναι αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της εμμονής του με την ομορφιά και μάλιστα πίστευε πως το ντύσιμο πρέπει να είναι η εντολή της τέχνης και όχι των μοδιστρών.
Αυτή του η εμμονή λοιπόν τον οδήγησε το 1885 στο να γράψει την παρακάτω έκθεση “The philosophy of dress”, η οποία εκδόθηκε από την “The New-York Tribune”. Μέσα σε αυτή την έκθεση ο Wilde δίνει συμβουλές μόδας, οι οποίες μπορεί να φαίνονται outdated αλλά στην πραγματικότητα αφενός ιντρίγκαρε το status quo της εποχής που ζούσε και αφετέρου η οπτική με την οποία έβλεπε το ντύσιμο είχε τελικά απόλυτη σχέση με την βαθύτερη τέχνη και την ψυχή του ανθώπου. Μέσα σε αυτό το κείμενο αναφέρει πως το ντύσιμο δεν έχει καμία αξία από μόνο του αλλά εξαρτάται από την χρήση που του δίνεται, “Το ντύσιμο είναι φτιαγμένο για την υπηρεσία της ανθρωπότητας. Ο κόσμος νομίζει πως η ομορφιά είναι ζήτημα των βολάν και των φιόγκων. Κανένα ενδιαφέρον δεν έχω για τα διακοσμητικά στοιχεία, αλλά αυτό που με νοιάζει είναι το θαύμα και η χάρη της ανθρώπινης μορφής και πιστεύω πως ο πρώτος κανόνας της τέχνης είναι πως η Ομορφιά είναι πάντα οργανική και έρχεται από μέσα, όχι απέξω, προέρχεται από την τελειότητα της ύπαρξης και όχι από την πρόσθετη ομορφιά. Συνεπώς, η ομορφιά ενός φορέματος εξαρτάται εντελώς και απόλυτα από την ευγένεια που προστατεύει και από την κίνηση και την ελευθερία που δεν εμποδίζει.” Μέσα σε λίγες γραμμές ο Oscar Wilde μας μαθαίνει όλα όσα πρέπει να ξέρουμε για την αξία της μόδας. Αυτό που ουσιαστικά λέει είναι πως το ντύσιμο εξαρτάται από τον άνθρωπο και την προσωπικότητα του, εξυμνόντας ταυτόχρονα το ανθρώπινο σώμα, έτσι όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες. Εξηγεί πως δεν έχει σχέση το να φοράς τα τελευταία trends της σεζόν “frills and furbelows” αλλά έχει σχέση η ομορφιά που πηγάζει από μέσα σου. Η παιδεία του ανθρώπου έχει απόλυτη σχέση με την επιλογή του ντυσίματος του και ο σεβασμός προς το σώμα του αποτελεί ευγένεια ης αισθητικής. Μάλιστα, σε άλλη του δουλειά είχε γράψει πως “Ο μόνος τρόπος να αντισταθμίσεις το να είσαι περιστασιακά καλοντυμένος είναι να είσαι απόλυτα υπερ-μορφωμένος”.Προχωράμε στο 1887, όπου ο Oscar Wilde εκτέλεσε χρέη fashion Magazine editor, στο “The Lady’s World”, ένα μηνιαίο περιοδικό υψηλής ποιότητας.
Πριν πάρει την θέση του editor ωστόσο δήλωσε πως ήταν “μία πολύ χυδαία και ασήμαντη παραγωγή” και παρόλο που ο ιδιοκτήτης της εταιρίας αντιτέθηκε, άλλαξε το όνομα οτυ περιοδικού σε “Ο κόσμος της γυναίκας” και υποσχέθηκε πως “Θα έπαιρνε μία ευρύτερη κατεύθυνση και άποψη και δεν θα ασχοληθεί με το τι χρησιμοποιούν οι γυναίκες αλλά και τι σκέφτονται και τι νιώθουν”. Ο Oscar Wilde καταλάβαινε πως το ντύσιμο δεν αφορούσε το ρούχο αλλά ήταν κάτι πιο βαθύ. Έτσι, τότε, όπως και σήμερα η επιλογή του ντυσίματος αντικατοπτρίζει όχι μόνο την κοινωνία μας αλλά και εμάς τους ίδιους ως προσωπικότητες. Η επιλογή των ρούχων δεν αφορά τα trends, αφορά το πως νιώθουμε εμείς την εκάστοτε στιγμή που τα φοράμε. Και ακόμα και αν πιστεύουμε πως δεν έχουμε καμία σχέση με την μόδα, όλο αυτό είναι τόσο βαθιά ριζωμένο στην κοινωνία μας και στις προσωπικότητες μας που ακόμα και αυτό που δεν επιλέγουμε να φορέσουμε αφορά μία μορφή μόδας.
Το Mad Men δεν είναι απλά μία σειρά, είναι η απεικόνιση τριών δεκαετιών, η εξέλιξη της διαφήμισης μέσα σε αυτές, η σκιαγράφηση κάθε χαρακτήρα που μπορεί να συναντήσεις στην ζωή σου αλλά και κάποιων προσωπικοτήτων που δεν θα γνωρίσεις ποτέ αλλά θα ευχόσουν να μπορούσες να το κάνεις και γενικότερα είναι οριακά μάθημα ζωής. Μία σειρά, με τόσο μεγάλη έμφαση στην λεπτομέρεια που ακόμα και οι πιο απαιτητικοί την παραδέχονται, δεν θα μπορούσε παρά να έχει και αντίστοιχη έμφαση στην ενδυματολογία.
“Το αρχικό σημείο είναι πάντα το σενάριο. Αυτό μου μιλάει για το mood, το συναίσθημα, τις εικόνες που έχω διαβάζοντας το. Μετά ξεκινάω να κάνω την έρευνα μου, τα σχέδια ή αρχίζω να βρίσκω εικόνας από διαφορετικές πηγές και φτιάγνω ένα κολάζ του κάθε χαρακτήρα”, λέει η ενδυματολόγος Janie Bryant για το πως δημιουργεί την γκαρνταρόμπα του κάθε χαρακτήρα στην σειρά.
Η ενδυματολογική αξία της σειράς είναι πολύ μεγάλη, καθώς μέσα σε αυτές τις εφτά σεζόν, μπορείς να δεις την εξέλιξη της προσωπικότητας κάθε χαρακτήρα μέσα από την εξέλιξη του ντυσίματος του, τις ενδυματολογικές επιλογές διαφορετικών “κοινωνικών ομάδων” και την απεικόνιση τριών δεκαετιών. Η σειρά ξεκινάει από τέλη του 50 και τελειώνει αρχές του 70, όπου προφανώς την δεκαετία του 70 την βιώνεις ελάχιστα καθώς ο κόσμος δεν φοράει ακόμα τα trends, οπότε είναι το σημείο μετάβασης από το 60 έως το 70. Πολύ ενδιαφέρον σημείο αυτό καθώς όταν στην μόδα μιλάμε για δεκαετίες, τείνουμε να βλέπουμε μόνο το peek κάθε δεκαετίας και όχι την μετάβαση ή το “σβήσιμο αυτής” και όταν πχ μιλάμε για τα 70’s δεν σκεφτόμαστε όντως το σημείο όπου ήταν μπλεγμένα με τα 60’s, όπου είναι και ο λόγος ότι πολλές γραμμές και print είναι παρόμοια.
“Δεν είναι πραγματικά αλλαγή των εποχών. Το 1970 αντικατοπτρίζει κυρίως το στιλ των late ’60s. Είναι μία αργή μετάβαση. Υπάρχουν φυσικά κάποιες αλλαγές. Εάν κοιτάξετε πως είναι τα look των ‘Mad Men’ στο πρώτο επεισόδιο της πρώτης σεζόν και πως είναι στο τέλος, θα δείτε πως είναι πολύ διαφορετικό. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η αλλαγή χρειάζεται χρόνο. Δεν σημαίνει πως επειδή είναι 1970 οι άνθρωποι θα φοράνε ο,τι υπάρχει στην πασαρέλα. Υπάρχουν χαρακτήρες που φοράνε τα ρούχα από τα 60s και κάποιοι που φοράνε ρούχα από τα 50s και 40s. Αγαπώ τον συνδυασμό δεκαετιών που μιξάρονται μεταξύ τους αναλόγως τον χαρακτήρα”, λέει η ενδυματολόγος.
Έχει πολύ ενδιαφέρον λοιπόν να αναλυθεί το στιλ του κάθε χαρακτήρα μέσα σε αυτές τις σεζόν.
Don Draper
Δεν θα μπορούσα να μην ξεκινήσω με τον Don, καθώς είναι ο πρωταγωνιστής της σειράς και ο πιο περίπλοκος και ταυτόχρονα απλός χαρακτήρας. Κλασσικός νάρκισος, χαρισματικός όσο δεν πάει, ένας αντι-πρωταγωνιστής, με ελαττώματα, χωρίς ηρωισμούς, με προβληματικές συμπεριφορές αλλά και με ένα ταλέντο που σε κάνει να εύχεσαι να ήσουν σαν αυτόν (ή και όχι).
Για τον Don η ενδυματολόγος χρησιμοποίησε πιο ακριβά υλικά και παρόλο που κατά την διάρκεια του show ο πρωταγωνιστής δεν οικοιοποιείται τα trends στα τελευταία επεισόδια τα κοστούμια του έχουν λίγο μεγαλύτερους γιακάδες και λίγο φαρδύτερες γραβάτες και προσθέτει λίγο περισσότερο χρώμα στα look του, όπως μπλε, ρίγες, μαρούν πουκάμισα, τα οποία ταιριάζουν όλα στην αρρενωπή παλέτα του. Ο Don Draper δεν θα επέλλεγε ποτέ κίτρινο, πράσινο, καφέ, χρώματα που θεωρούταν εκείνη την περιοδο“κακόγουστα”.
“Ο Don είναι λίγο πολύ ο ίδιος. Ίσως οι φαβορίτες του να είναι λίγο πιο μακριές. Αλλά τα κοστούμια του είναι άψογα ραμένα και τα χρώματα πολύ μίνιμαλ. Το πέτο του μπορεί να είναι λίγο πιο φαρδύ από την γραβάτα του αλλά πάντα μου άρεσε η ιδέα του Don να είναι ριζωμένος στους τρόπους του και το κράτησε αυτό κατά την διάρκεια όλου του show.”
Season 3
“H χρωματική παλέτα του Don έχει να κάνει με την αρρενωπότητα, την σαγήνη και το μυστήριο. Πάντα ένιωθα πως όλα αυτά τα γκρι κουστούμια ήταν κάτι σαν πανοπλία. Αυτό το κουστούμι τον προστατεύει. Το κοστούμι, αυτό φορούσαν οι άνδρες στο γραφείο, ήταν η στολή. Αλλά πέρα από αυτό κάθε χαρακτήρας έχει διαφορετικό σχέδιο κουστουμιού αναλόγως με την προσωπικότητα του.”
Πέμπτη σεζόν: Ο γάμος δεν άλλαξε το χαρακτηριστικό στιλ του Don. Ωστόσο για να επισκεφθεί τον Pete Cambell επἐλεξε αυτό το καρό κοστούμι.
Σύμφωνα με την ενδυματολόγο ο Don είχει 20 διαφορετικές εκδοχές του γκρι κουστουμιού - κλασσικός Don Draper. Είναι πολύ ενδιαφέρουσες οι ζωτικές αλλλαγές που βλέπουμε στους χαρακτήρες και πως το σχέδιο του κουστουμιού βοηθάει στο να ειπωθεί μία ιστορία, για παράδειγμα όταν η Megan λέει στον Don να φορέεσει το νέο σπορ σακάκι που του πήρα. Ήταν ένα τρελό καρό σπορ σακάκι που σχεδίασε η ενδυματολόγος για αυτόν. Κάτι εκτός του χαρακτήρα του και του στιλ του αλλά ο θεατής παρατηρεί την αλλαγή στην συμπεριφορά του και το mentality του (για όσο κράτησε) τον πρώτο καιρό της σχέσης του με την Megan, οπότε αυτό το σακάκι αντικατόπτριζε αυτή την (αποτυχημένη) προσπάθεια εκμοντερνισμού. Ένα άλλο σημείο που βλέπουμε αλλαγή στην εμφάνιση του Don είναι στην δεύτερη σεζόν, όπου η Bryant σχεδίασε ένα αχνό μπλε μεταξωτό σπορ τζάκετ. Και φόρεσε έναν διαφορετικό συνδυασμό, αλλά με το ίδιο τζάκετ όταν πήγε με την Betty στην Ιταλία.
Στην έκτη σεζόν βλέπουμε το στιλ του Don να ανανεώνεται και να παίρνει επιτέλους τα 60’s vibes. Μάλιστα τον βλέπουμε να φοράει ζιβάγκο, καρό αλλά και μαγιό!
Betty Draper-Francis
Η Betty είναι ο χαρακτήρας με την λιγότερη έως μηδενική εξέλιξη μέσα στο show. Εάν εξαιρέσουμε τα τελευταία επεισόδια όπου συνειδητοποιεί σημαντικά πράγματα για την ζωή γενικά και ειδικά, καθόλη την διάρκεια του show παραμένει στάσιμη ως χαρακτήρας αλλά παρόλα αυτά περνάει διάφορες φάσεις στην ζωή της, κάτι που φαίνεται στο ντύσιμο της, το οποίο έχει μία ενδιαφέερουσα εξέλιξη κρατώντας όμως τα βασικά στοιχεία της προσωπικότητας της αναλείωτα.
Εκ πρώτης όψεως, η Betty είναι μία τυπική σύζυγος των προαστίων με ντύσιμο σε 50’s στιλ, αρκετά συντηρητικό και σίγουρα κλασσικό. Βέβαια, όσο περνάνε τα επεισόδια βλέπουμε και άλλες πτυχές του στιλ της, όπως τις ευρωπαϊκές επιρροές λόγω της ενασχόλησης της με το modelling ή την πιο σέξι πλευρά της όταν αποφάσισε να φορέσει μπικίνι, κάτι που ήταν πραγματικά πρωτοποριακό για την εποχή, ιδιαίτερα στην Αμερική. Εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι η Αμερική τότε ακολουθούσε την μόδα της Ευρώπης και όντας συντηρητικοί στον τρόπο σκέψης τους η Ευρωπαϊκή κουλτούρα ήταν κάτι που τους ιντρίγκαρε μεν αλλά την θεωρούσαν και αρκετά πρωτοποριακή για να την υιοθετήσουν άμεσα. Έτσι, ένα χαμηλοκάβαλο μαγιό μπικίνι για μία νοικοκυρά των προαστίων ήταν μία προκλητική και ίσως απαράδεκτη επιλογή και αυτό φάνηκε και από την αντίδραση του Don όταν είδε την Betty με αυτό.
Στην πρώτη σεζόν, λοιπόν, η Betty παρουσίαζε έναν αψεγάδιαστο χαρακτήρα, αυτόν της τέλειας νοικοκυράς, συζύγου και μητέρας, όλα φυσικά συνδυασμένα με την υπέροχη εμφάνιση της. Την δεκαετία του 60 οι νοικοκυρές σαν την Betty φορούσαν ζωηρά χρώματα γιατί είχαν να κάνουν με τα παιδιά και το σπίτι, αλλά και επειδή αντικατόπτριζαν την ζωή στα προάστια, ενώ οι γυναίκες που δούλευαν στην πόλη φορούσαν πιο σκούρα χρώματα και είχαν πιο επίσημο ντύσιμο.
Στην τρίτη σεζόν αρχίζουμε και βλέπουμε κάποιες διαφορετικές πτυχές της Betty. Αρχικά την εντυπωσιακή της εμφάνιση στην Ρώμη, η οποία ήταν καθαρά εμπνευσμένη από το Ιταλικό σινεμά, Italian glam diva, κάτι σίγουρα τελείως διαφορετικό από το στιλ που την έχουμε συνηθίσει και σίγουρα μακριά από την Grace Kelly εικόνα της.
Πολύ ενδιαφέρον σημείο στην τρίτη σεζόν είναι το ensemble εγκυμοσύνης της Betty, το οποίο αντικατοπτρίζει έναν κοινωνικό κανόνα που υπήρχε εκείνη την εποχή και αφορούσε την ιδιωτικότητα, ο οποίος μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60 άρχισε να εξασθενεί. Το outfit της είναι φαρδύ, έχοντας μία φύση “απόκρυψης”, η οποία διατηρούσε την ιδέα πως το σώμα και η προσωπική ζωή της γυναίκας ήταν ξεκάθαρα μόνο σεε κοντινούς συγγενείς.
Στις επόμενες σεζόν η Betty έχει μικρές διαφορές στο στιλ της, οι οποίες αντικατοπτρίζουν την κοινωνική της θέση, στην τέταρτη σεζόν εείναι σύζυγος πολιτικού έτσι υιοθετεί το αντίστοιχο στιλ με πιο ουδέτερα χρώματα και πέρλες, ενώ στην πέμπτη σεζόν βλέπουμε μία άλλη Betty η οποία έχει πάρει κιλά, γεγονός που αναπόφευκτα την κάνει να ξεφεύγει από την άψογη εικόνα της. Σε αυτή την περίοδο παρατηρούμε ότι επιλέγει να φορέσει πλεκτά πουλόβερ και φαρδιά παλτό τα οποία έκρυβαν κατά κάποιο τρόπο τα παραπανίσια κιλά.
Το συγκεκριμένο playsuit το έχει σχεδιάσει η ενδυματολόγος ειδικά για την Betty και μάλιστα ήταν το πρώτο ρούχο που σχεδίασε για το Mad Men. Η ιστορία της Betty για το modelling στον Gianni είναι μία ιστορία που ήρθε στην ενδυματολόγο τυχαία. Στο μυαλό της ο Gianni είναι εμπνευσμένος από τον Pucci και έχει ανοίξει τον δρόμο για τους Ιταλούς σχεδιαστές. Σε αυτό το σημείο βλέπουμε μία διαφορετική Betty, πιο flirty, πιο fun και φυσικά με ένα πρωτοποριακό σχέδιο το οποίο είναι σίγουρο πως δεν θα φορούσε σε καμία περίπτωση στην ζωή της ως νοικοκυρά. Μάλιστα, το συγκεκριμένον φόρεμα είναι καθαρά ένα ευρωπαϊκό σχέδιο, το οποίο αν το έβλεπες κάπου στην Αμερική το πιο πιθανό θα ήταν στην Καλιφόρνια.
Η ενδυματολόγος σχεδίασε αυτό το φόρεμα για την Betty με την συγκεκριμένη τυρκουάζ απόχρωση, η οποία είναι πιο έντονη από αυτά που φορούσε συνήθως, ως μία δυναμική αντίθεση με το κόκκινο που φορούσε η Bobbie Barrett σε εκείνο το επεισόδιο όπου η Betty έμαθε και για την σχέση που διατηρούσε η Bobbie με τον Don.
Peggy Olson
Ο χαρακτήρας με την μεγαλύτερη και ωραιότερη εξέλιξη είναι αδιαμφισβήτητα η Peggy Olson. Παρακολουθώντας την σειρά είναι σχεδόν σοκ να γυρίσουμε στην Peggy της πρώτης σεζόν, καθώς είναι πραγματικά άλλος άνθρωπος. Από χριστιανική οικογένεια, το ντύσιμο της είναι σεμνό και συνετό, αντικατοπτρίζει ότι είναι ένα εργαζόμενο κορίτσι, όχι όμως μία δυναμική γυναίκα, όπως έγινε στην πορεία. Στις επόμενες σεζόν βλέπουμε μία σταδιακή εξέλιξη της Peggy η οποία προσπαθεί να βρει το στιλ της μέσα από φορέματα σε A γραμμή με διακριτικές αποχρώσεις ενώ σιγά σιγά γίνεται πιο τολμηρή επιλέγοντας prints τα οποία όκει δεν τα λές και τόσο fashionable.
“Η Peggy δεν έχει και το τέλειο γούστο. Η μόδα δεν ήταν ποτέ η προτεραιότητας και ενδιαφέρεται πιο πολύ για την πρακτικότητα και το να είναι επαγγελματίας, φορώντας πράγματα στην δουλειά τα οποία είναι σεμνά αλλά έχουν και professional χαρακτήρα. Δεν φοράει ποτέ ρούχα που είναι αποκαλυπτικά, εκτός από όταν προσπαθεί να ξεμυαλίσει τον Chaough. Αλλά σε κάθε περίπτωση το στοιχείο της πρακτικότητας είναι αυτό που κερδίζει την Peggy πάντα. Είναι μία advertising woman.”, λέει η ενδυματολόγος.
Έβδομη Σεζόν
Στην τελευταία σεζόν βλέπουμε επιτέλους την Peggy να βρίσκει το signature στιλ της και μάλιστα να φοράει για πρώτη φορά παντελόνι στο show, μία ξεκάθαρη δήλωση για το πόσο έχει εξελιχθεί.
Η ενδυματολόγος εξηγεί το πως μετά από 7 σεζόν επιτέλους πέτυχε το κοστούμι το οποίο αντικατόπτριζε ακριβώς την αίσθηση της μόδας που είχε η Peggy. Πρόκειται για το κουστούμι που φορούσε στο άβολο meeting που είχε με την Joan με τους παρενοχλητικούς άντρες της McCann. “Αυτό είναι ένα vintage κοστούμι το οποίο στην πραγματικότητα είναι φόρεμα. Το κορσάζ του φορέματος είναι πουά και η φούστα εείναι καρό. Για εμένα είναι το τέλειο ένδυμα για την Peggy. Έχει καρώ, έι πουά, έχει φιόγκο στον λαιμό. Η Peggy σε πακέτο”
Σε αυτό το επεισόδιο της τέταρτης σεζόν βλέπουμε τις διαφορετικές τροχιές των επαγγελματικών ζωών αυτών των τριών γυναικών. Το καπέλο και τα γάντια της Peggy δήλωναν τυπικότητα στον επαγγελματικό χώρο, κάτι που εξασθένισε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60.
Εδώ βλέπουμε την Peggy να παίρνει executive ρόλο μετά την προσωπική κρίση του Don και το ντύσιμο της το υποδηλώνει. Το πλεκτό ensemble της και η αντικατάσταση πουκαμίσου με αυτό το ζιβάγκο δείχνουν πως έχει σημαντικότερα πράγματα να κάνει από το να σιδερώνει πουκάμισα.
To “peter pan κολάρο” που φοράει η Πέγκυ στην πρώτη σεζόν ήταν πολύ δημοφιλές στις αρχές του 60 και σηματοδοτούσε την αρχή της προσανατολισμένης στην νεολαία μόδας. Το pussy bow της Joan θεωρούταν θηλυκό και συγκρατημένο. Παρόλα αυτά την δεκαετία του 70 οι φιόγκοι κολάρα ανανεώθηκαν και έγιναν ένα από ταα μεγαλύτερα trend.
Κλείνω αυτό το ποστ με το στιλ που είχαν οι έγχρωμες γυναίκες στην σειρά, το οποίο είναι κάθε άλλο παρά αδιάφορο. Εκείνη την εποχή οι εταιρίες άρχισαν να προσλαμβάνουν μαύρες γυναίκες λόγω κάποιου νόμου που τους υποχρέωνε (το δείχνει στην σειρά αυτό) αλλά παρόλα αυτά δεν έπαυαν να είναι “outsiders”. Για τον λόγο αυτό κουβαλούσαν ένα στυλιστικό βάρος όταν οι χώροι εργασίας τους διοικούταν από άτομα σαν τον Cooper, Sterling, Draper. Πολλές ένιωθαν πεερισσότερη πίεση από κάθε άλλον στο να ντυθούν καλύτερα, αν και πάλι αντιμετώπιζαν κριτική από τις συναδέφους τους και ιδιαιτέρως για τα μαλλιά τους.
Shirley
Η Shirley εμφανίστηκε στις τελευταίες σεζόν αλλά είχε πραγματικά μεγάλο στιλιστικό impact. Φορούσε έντονα prints, Peter Pan collars, μίνι φορέματα. Μάλιστα η ενδυματολόγος έχει δηλώσει πως ο λόγος που επέλεξε τα Peter Pan collars για την Shirley στις πρώτες μέρες της ως γραμματέας ἠταν γιατί ήθελε με κάποιον τρόπο να παρααλληρίσει τον χαρακτήρα της με αυτόν της Peggy. Φυσικά οι επιλογές της ήταν πάντα πιο bold από αυτές της Peggy και αυτό ήταν το σημείο που η ενδυματολόγος εικονοποίησε τις διαφορές τους.
Dawn
Όταν η Dawn είχε προσλφθεί φορούσε κυρίως μακριές (κάτω από το γόνατο) φούστες και boxy σιλουέττες. Στην αρχή της έβδομης σεζόν όμως το ντύσιμο της αρχίζει να αναβαθμίζεται και να γίνεται στιλιστικά αξιοσημείωτο. Όπως της Peggy το χαρακτηριστικό print ήταν το καρό, έτσι και της Dawn ήταν το gingham.
Η θεωρία της μόδας έχει πολλές πτυχές, κοινωνιολογικές, οικονομικές, πολιτιστικές ακόμα και πολιτικές καθώς έχει άμεση επίδραση με την κοινωνία μας και ο,τι την επηρεάζει. Γνωρίζοντας αυτό, λοιπόν, δεν μπορεί να μας κάνει εντύπωση το γεγονός πως ο Καρλ Μαρξ μέσα από τις θεωρίες του έχει μιλήσει και για το φαινόμενο της μόδας και το πως επηρεάζει και επηρεάζεται από τον καπιταλισμό. Ωστόσο, δεν θα αναλυθεί αυτή η σχέση αυτήν την στιγμή (υπόσχομαι όμως να το κάνω στο σύντομο μέλλον γιατί έχει πολύ ενδιαφέρον). Διαβάζοντας σχετικά με την θεωρία της μόδας σύμφωνα με τον Μαρξ έπεσα πάνω σε μία πολύ ενδιαφέρουσα παράγραφο η οποία αναλύει πως μέσα από ένα καθημερινό συμβάν ο Μαρξ ήρθε αντιμέτωπος με την σχέση της μόδας και των τάξεων.
“ Το κύριο εισόδημα του Μαρξ αφότου άφησε το πανεπιστήμιο για να μελετήσει την θεωρία του καπιταλισμού, ήταν χαμηλό και ακανόνιστο, γεγονός που τον έκανε να βάλει σε ενέχυρο το “overcoat” του για να αγοράσει φαγητό και άλλα απαραίτητα για τον εαυτό του και την οικογένεια του. Λόγω συχνών επισκέψεων στα ενεχυροδανειστήρια ‘ήξερε την αξία του παλτό του ως εμπόρευμα ή μέσο ανταλλαγής᾽ (Stalllybrass 1998). Παρόλα αυτά, το να εγκαταλείψει το παλτό του για μετρητά τον έφερε αντιμέτωοπο με μία από τις πιο σημαντικές πτυχές της μόδας: την δυνατότητα να δηλώσει την κοινωνική του θέση, αληθινή ή όχι, ´πραγματική ή επινοημένη᾽ (Finkelstein 1991). Χωρίς το παλτό του ο Μαρξ ήταν αδύνατο να μελετήσει καθώς “το αναγνωστήριο (της Βρετανικής βιβλιοθήκης) δεν δεχόταν τον οποιοδήποτε από τους δρόμους και ένας άντρας χωρίς overcoat θα μπορούσε να ήταν ο καθένας. Χωρίς αυτό, ο Μαρξ δεν ταίριαζε” (Stalllybrass 1998). Έτσι, ο Μαρξ βίωσε από πρώτο χέρι την συμβολική δύναμη του ρούχου ως μέσο δημιουργίας μίας εικόνας ή εντύπωση της κοινωνικής ταυτότητας και της εξατομίκευσης μέσα στην κοινωνία (Marx and Engels, 1973). “
Το παλτό, λοιπόν, δεν ήταν απλά ένα απαραίτητο κομμάτι για τον χειμώνα, ήταν το πιο σημαντικό κομμάτι στην γκαρνταρόμπα ενός άντρα τις δεκαετίες 1820-1830 και φυσικά ήταν και το πιο ακριβό κομμάτι. Ένα καλό παλτό, όπως είναι αναμενόμενο κόστιζε πολύ περισσότερο από ένα παντελόνι και ένα γιλέκο μαζί. Τα παλτό φτιαχνόντουσαν λεπτομερώς από κάποιον ράφτη και πέραν του εξαιρετικού υλικού που πολλές φορές ζητούνταν να χρησιμοποιηθεί, το υψηλό κόστος οφειλόταν και στο κόστος εργασίας καθώς το tailoring ενός παλτό απαιτεί πολύ μεγαλύτερη δεξιοτεχνία, ικανότητα και χρόνο σε σχέση με το παντελόνι ή το γιλέκο. Επιπλέον, το παλτό αποτελεί το ᾽ανώτερο στρώμα᾽ σε ένα ντύσιμο καθώς είναι αυτό που φαίνεται και καλύπτει τα υπόλοιπα ρούχα για αυτό ήταν απαραίτητο να είναι καλοραμένο και ακριβώς στο μέγεθος αυτού που θα το φούρσε καθώς δεν υπήρχε η δυνατότητα να προσαρμοστεί κάπως.
Τα overcoats, λοιπόν, ήταν τα παλτό που ήταν στην μόδα εκείνη την εποχή. Στην πραγματικότητα ήταν δημοφιλή στο τέλος του 18ου αιώνα όπου συνήθως φοριόντουσαν ως επίσημη ένδυση για να δηλώσουν την κοινωνική θέση του άντρα, κάτι σαν κομμάτι της στολής τους που δηλώνει επαγγελματική και στρατιωτική θέση. Πρόκειται για ένα παλτό το οποίο είναι φτιαγμένο από χοντρά υλικά, συνήθως κάποιο είδος μαλλιού και φτάνουν περίπου μέχρι το γόνατο ή πιο κάτω διαθέτοντας ένα μικρό άνοιγμα στο πίσω μέρος. Βέβαια, όπως και με το οτιδήποτε στην μόδα το συγκεκριμένο παλτό με τα χρόνια έγινε δημοφιλές στην εργατική τάξη, γεγονός που δεν αντιπροσώπευε πλέον την τάξη αυτών που το φορούσαν.
Γενικά, εκείνη την εποχή μπορούμε να βρούμε πολλά και διαφορετικά είδη παλτό που εναλλάσσονται σύμφωνα με την μόδα. Το overcoat που περιγράφεται στο συμβάν του Μαρξ, ήταν ένα κομμάτι το οποίο ήταν προηγούμενης σεζόν (χα χα) καθώς υπολογίζω πως μιλάμε για 1830-1840 και το overcoat έφευγε από την μόδα τότε (κράτησε κοντά 30 χρόνια παντώς) και το διαδεχόταν το Frock Coat (γνωστό και ως ρεντιγκόντα) και Frock Overcoat, το οποίο είχε επίσης στρατιωτική έμπνευση και συγκεκριμένα από τους Ναπολεόντιους πολέμου. Τα frock overcoat είχαν στενή μέση και συνέχιζαν ως φούστα η οποία στέκεται κάθετα μπροστά ενώ τα frock coat είχαν στενή μέση και ήταν μακρύτερα στο πίσω μέρος. Γενικά είναι εύκολο να μπερδευτεί κάποιος μεταξύ των διαφόρων ειδών παλτό γιατί έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους, καθώς τα περισσότερα ήταν εμπνευσμένα από τις στρατιωτικές ενδυμασίες και ακολουθούσαν ένα συγκεκριμένο στυλ και συγκεκριμένη κοινωνική τάξη.
Όποιο και να ήταν το σχέδιο πάντως, είναι γεγονός πως εκείνη την εποχή τα ρούχα όχι μόνο συμβόλιζαν την τάξη στην οποία ανήκεις αλλά την δήλωναν κι όλας, μάλιστα σε παλαιότερες εποχές απαγορευόταν να φοράς συγκεκριμένα ρούχα ή χρώματα εάν δεν άνηκες στην εκάστοτε τάξη. Φυσικά, ιδιαιτέρως εκείνη την εποχή τα trends ήταν trickle down, δηλαδή ξεκινούσαν από τα ανώτερα στρώματα και κατέληγαν στα κατώτερα, για αυτό τον λόγο προφανώς τα ανώτερα στρώματα όριζαν το τι θα φοράει και ποιος.
Overcoat (left) and topcoat (right) from The Gazette of Fashion, 1872
"This is how we're going to live from now on", Digital Collage Series, February 2021, Season 1
Digital Collage, 14.2.2021
Είναι το έτος 2025. Ο έξω κόσμος δεν υπάρχει πια. Οι μεταλλάξεις του κορονοϊού έχουν φτάσει στις 3.025 συνολικά και για να βγει έξω κάποιος πρέπει να φοράει ειδική στολή, για την οποία χρειάζεται ανάλογη εκπαίδευση με αυτή ενός αστροναύτη. Η στολή κοστίζει $150.000, ο πληθωρισμός έχει φτάσει στο 13.000% τα τελευταία χρόνια, η δυνατότητα να νοσηλευτείς κοστίζει περισσότερο από μία χώρα, οπότε η μόνη λύση είναι να μείνουν όλοι κλεισμένοι στα σπίτια τους, αλλιώς θα πεθάνουν.
Οι κυβερνήσεις για να σώσουν την ανθρωπότητα από αφανισμό αποφάσισαν να ενωθούν και να δημιουργήσουν μία virtual πραγματικότητα ώστε να μην χρειαστεί ποτέ ξανά να βγεις έξω από το σπίτι σου. Τα σπίτια πλέον έχουν όλα ειδικό παράθυρο στην ταράτσα ώστε να μπορεί να κάνει φωτοσύνθεση ο κάτοικος. Για να μπορἐσουν να σώσουν τον κόσμο από την κατάθλιψη τους έκαναν υποχρεωτική λοβοτομή, αφαίρεσαν όλα τα συναισθήματα και τους φόρτωσαν νέες πληροφορίες. Ο πλανήτης γεννήθηκε το 2020.
---
EN: It’s the year 2025. The outside world does not exist anymore. The number of the mutations of coronavirus is 3.025 and if someone wants to go outside has to wear a specific uniform, for which they need a special training, similar to that of an astronaut. The uniform costs $150.000, the inflation has reached 13.000%, the possibility to get hospitalised costs more than a country, so everyone needs to stay locked in their home in order to avoid death.
The governments decided to get united in order to save the humanity from extermination and they created a virtual reality, so that people won’t ever need to get outside their home. Every house has a special window on the terrace so that the inhabitant can do their daily photosynthesis. In order, to save the world from depression they applied mandatory lobotomy, removed all of their feelings and uploaded new information. The planet was born at 2020.
Digital Collage, 15.2.2021
Έτος 2025, ο νέος προγραμματισμός του ανθρώπου του έχει αφαιρέσει την δυνατότητα ανάγκης συντροφικότητας. Ωστόσο, μετά από χρόνια απαγορεύσεων οι κυβερνήσεις αποφάσισαν να προγραμματίσουν την έννοια της μη συναισθηματικής συντροφικότητας στους ανθρώπους δίνοντας τους την δυνατότητα δημιουργίας ενός εικονικού συντρόφου. Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν, έχει την δυνατότητα μέσω ενός εξελιγμένου προγραμμάτος να δημιουργήσει ένα ολόγραμμα του ιδανικού συντρόφου για αυτόν και να προσθέσει μέσω κάποιων λειτουργιών τα χαρακτηριστικά που επιθυμεί. Η έννοια του χαρακτήρα και της προσωπικότητας έχουν εξαφανιστεί οπότε οι διαθέσιμες επιλογές αφορούν θέματα συζήτησης και επιλογές συγκεκριμένης τέχνης, καθώς η τέχνη έχει γίνει ελεγχόμενη πλέον από τις κυβερνήσεις και μόνο συγκεκριμένες επιλογές είναι διαθέσιμες στον κόσμο οι οποίες έχουν δημιουργηθεί από επιλεγμένους ανθρώπους που έχουν οριστεί ως καλλιτέχνες και παράγουν δημιουργίες οι οποίες έχουν προγραμματιστεί ειδικά στο σύστημα τους. Η ανθρωπότητα είναι πολύ τυχερή που έχει την δυνατότητα να βρει τον ιδανικό σύντροφο.
---
EN: Year 2025. The new human reprogramming has removed the ability of the need of companionship. However, after years of prohibitions the governments have decided to program the concept of a non-sentimental companionship giving the ability of a creation of a virtual partner.
Each human through an advanced program has the possibility to create a hologram of their ideal partner and add the features he desires. The concept of the character and the personality are non existent, so the available choices concern specific topics for discussion and art, as art is controlled from the governments and only specific choices are available to the public which have created from chosen humans who have been set as artists and produce creations that have been specifically programmed into their system. The humanity is very lucky to have the ability to find the ideal partner.
Digital Collage, 17.2.2021
Κανένα έτος. Μετά την πανδημία που ξέσπασε στην γη το μακρινό 2020, η ελίτ του πλανήτη έπρεπε να βρει κάποια λύση. Έτσι, συγκεντρώθηκαν και αποφάσισαν ότι πρέπει να μεταφερθούν σε κάποιον άλλο πλανήτη και να ξεκινήσουν την ζωή από το μηδέν. Φυσικά, αυτό απαιτούσε μία μεγάλη διαδικασία για την οποία έπρεπε να επιταχθούν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι μυστηριωδώς εξαφανίστηκαν μετά το πέρας της αποστολής αλλά δεν είχε σημασία καθώς ο υπόλοιπος κόσμος πέρασε από λοβοτομή άρα οποιαδήποτε προηγούμενη αλληλεπίδραση με άλλους ανθρώπους δεν μετρούσε.
Πίσω στο νέο πλανήτη τώρα, η ελίτ δημιούργησε έναν κόσμο έτσι όπως μόνο μία ελίτ ξέρει να δημιουργεί. Αρχικά υπήρξε ένας προβληματισμός καθώς κατά κάποιο τρόπο πλέον ήταν όλοι ίσοι και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κάποιος. Αυτό, όπως καταλαβαίνουμε όλοι είναι ανήκουστο, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει καθημερινότητα χωρίς τάξεις, αλλά αναγκάστηκαν να το δεχτούν προσωρινά, χωρίζοντας σε ίσα (τεράστια) μέρη τους πλανήτες και δημιουργώντας εκεί τον κόσμο τους. Αποφάσισαν να μην έχουν καμία επαφή μεταξύ τους παρά μόνο με τα ρομπότ που είχαν φέρει για να τους υπηρετούν και σε έκτακτη ανάγκη θα επικοινωνούσαν τα ρομπότ μεταξύ τους. Η δημιουργία ζωής σε άλλους πλανήτες είναι γεγονός.
---
EN: Year none. After the pandemic that broke out on the earth on the distant 2020, the planet’s elite had to find a solution. So, they gathered and decided that they have to get transferred to another planet and begin life from point zero. Of course, this venture required a lengthy process for which the requisition of some humans who mysteriously disappeared after the completion of the mission, was necessary. That wasn’t a problem, as all of the humans underwent lobotomy, so any previous interaction with other humans had been erased.
Back to the new planet, the elite had created a world as only an elite knows how to create. At first, there was a concern regarding the fact that all of the people were now equals and there wasn’t the possibility for one to be distinguished. This fact, as we all can understand, is unacceptable as a society without classes can not exist, but they were forced to temporarily accept it by separating the land into huge equal parts and creating their own world. They decided that they wouldn’t have any interaction with each other, only with the robots that they had brought with them to serve them and in an emergency the robots would have to communicate with each other. The creation of life in other planets is now a reality.
Με αφορμή την έκθεση ‘’Savage Beauty’’ με δημιουργίες του Alexander McQueen στο Victoria & Albert στο Λονδίνο, έχει αρχίσει ο κόσμος της μόδας να ασχολείται λίγο περισσότερο με το θρύλο που ονομάζεται Alexander McQueen (δε σταμάτησε ποτέ, απλά αυτές τις μέρες έχει επέλθει μία έξαρση). Άρθα ανεβαίνουν συνεχώς σε μεγάλα ή και μικρά site μόδας και το κοινό έχει αρχίσει λίγο να ξαναθυμάται, να μπορεί να αισθανθεί πάλι τι σημαίνει να έχεις έναν McQueen στο χώρο της μόδας. Σε ένα από αυτά τα άρθρα έπεσα πάνω σε αυτό το video:
Η συλλογή αυτή παρουσιάστηκε το 1995 και ο τίτλος/θέμα της συλλογής είναι ‘’ Highland Rape’’. Γνωστός για την αντιπαράθεση που δημιουργούσε στο κοινό με τις συλλογές του, το ‘’κακό παιδί της μόδας’’ (enfant terrible), προκάλεσε κριτικούς και κοινό, όσο ποτέ άλλοτε, γεγονός που έδωσε μεγάλη ώθηση στην καριέρα του. Πολλοί,μάλιστα, υποστηρίζουν ότι ήταν η συλλογή που τον καθιέρωσε και τον έκανε γνωστό στο χώρο της μόδας.
Βλέποντας λοιπόν το ‘’Highland Rape’’ δεν υπήρξε στιγμή που να μην νιώσω ενθουσιασμένη, να μη νιώσω έμπνευση. Σχεδόν ανατρίχιασα, βλέποντας ένα υπερθέαμα που συνδύαζε μαζί με τη μόδα θέατρο, τέχνη, μουσική, concept, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ. Το τελευταίο το βάζω με κεφαλαία γιατί είναι κάτι που έχει ξεχαστεί γενικά. Και ήταν ακόμα 1995. Δημιούργησε μία πρωτοποριακή συλλογή, σκηνοθετώντας τη με τον καλύτερο τρόπο που θα μπορούσε κανείς να τη σκηνοθετήσει, καταφέρνοντας να βγάλει εις πέρας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια που είχε στο μυαλό του και καταφέρνοντας να κάνει τον κόσμο να καταλάβει τι ήθελε να πει. Εντάξει, ίσως το γενικό κοινό δεν κατάλαβε ακριβώς τη σκέψη του McQueen, ούτε οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι έσπευσαν να τον κατηγορήσουν για μισογυνισμό, κάνοντας τον να δίνει συνεχώς συνεντεύξεις για να μπορέσει να εξηγήσει αυτό που είχε στο μυαλό του. Φυσικά, δε θα ήταν μισογυνισμός, φυσικά ο McQueen ήταν πολλά βήματα μπροστά από όλους τους υπόλοιπους και φυσικά ήταν οραματιστής, έχοντας την ικανότητα να δει πιο πέρα από το μέσο άνθρωπο της μόδας. Βέβαια, δεν άργησε πολύ να φανεί το ταλέντο του στο ευρύ κοινό, ούτε πέρασε πολύς καιρός μέχρι να τον αγαπήσουν κριτικοί και κόσμος.
Ο Alexander McQueen επέλεξε την αντιπαράθεση, όχι για να προκαλέσει, αλλά γιατί ως φορέας της τέχνης, ήταν ο μόνος τρόπος να μπορέσει να απεικονισει αυτό που είχε στο μυαλό του. Είναι αλήθεια πως πολλές φορές, το τίμημα της τέχνης είναι ,εκτός από την αντιπαράθεση και η απόρριψη από την κοινωνία, όμως όταν είσαι πιστός στην τέχνη σου και αυθεντικός στην απεικόνιση της, είναι σίγουρο πως η αξία σου θα αναγνωριστεί αργά η γρήγορα. Έτσι έγινε και με εκείνον. Ο τρόπος σκέψης του, η ιδιαίτερη μορφή τέχνης του και η ικανότητα του να δημιουργεί αριστουργηματα, έκαναν τους πάντες να τον αγαπήσουν. Έγινε ένας rock star της μόδας, ένας καλλιτέχνης αυτοδημιούργητος, βάζοντας τη δική του πινελιά (ή μήπως να πούμε τον δικό του πίνακα τέχνης) στο χώρο της μόδας και δημιουργώντας ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του χώρου.
Αυτο το κεφάλαιο, λοιπόν, έκλεισε με το θάνατο του McQueen, δε συνεχίστηκε ποτέ και με κανέναν τρόπο. Η Sarah Burton έκανε και κάνει φιλότιμες προσπάθειες να συνεχίσει αυτό το έργο, αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέρνει. Σίγουρα κρατάει την εταιρία σε ένα επίπεδο, αλλά είναι απλά μία εταιρία, χωρίς την αίσθηση του McQueen. Αλλά το θέμα δεν είναι απαραίτητα ότι δε συνεχίστηκε η εταιρία, αυτό ήταν και κάπως αναμενόμενο, το θέμα είναι ότι χάθηκε η τέχνη μαζί με τον McQueen. Είναι γεγονός ότι πλέον πρέπει να πάρεις μεγεθυντικο φακό για να βρεις την τέχνη στη μόδα. Είναι, επίσης, γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία εξέλιξη όσον αφορά το δημιουργικό μέρος της μόδας, η μόνη ταχεία εξέλιξη στο χώρο είναι αυτή του marketing και των social media. Ασχολούμαστε με τα fashion blogs, το Instagram, τις Kardashian, κράζουμε τα γυμνά εξώφυλα της Kim και αφήνουμε πίσω την πραγματική σημασία της μόδας. Αρκούμαστε σε μέτρια catwalk γνωστών οίκων, με πανομοιότυπες δημιουργίες, ελάχιστη φαντασία και υπερπροσπάθεια στο styling, δε ζητάμε το κάτι παραπάνω, αυτό που θα δώσει ξανά ζωή σε μία τέχνη που μαραίνεται δίνοντας τη θέση της σε προϊόντα.
Τα media έχουν τρελαθεί με τη Ferragni και υμνούν το ταλέντο της, αγνοώντας προφανώς τι ακριβώς σημαίνει να έχεις ταλέντο, τι είναι αυτό το ‘’ταλέντο’’ για το οποίο συζητάνε όλοι. Πλέον ταλέντο θεωρείται το καλό marketing, τα likes και οι followers, αλλά για τα ρούχα ούτε λόγος. Κανένας δεν αποζητάει τα fashion shows που είχαν μία παράσταση, ένα concept που αναδείκνυε τις δημιουργίες του σχεδιαστή δείχνοντας αυτό που είχε στο μυαλό του και κάνοντας σε να θαυμάζεις την τέχνη του. Ο κόσμος της μόδας μεταναστεύει προς το εμπορικά καλλιτεχνικό Los Angeles, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά την αδυναμία του σε οτιδήποτε προϊοντικό, κάνοντας μας να είμαστε πλέον σίγουροι ότι δεν έχουμε να περιμένουμε δημιουργικά fashion shows αλλά στυλάτους celebrities με μεγάλο αριθμό followers.
Pierre Cardin and his profound relationship with USSR
Models on the catwalk demonstrating coats at the French designer Pierre Cardin fashion show in Moscow, 1989
Η αγάπη του Pierre Cardin για την Ρωσία και οι σχέσεις του με την κομμουνιστική ελίτ, είναι ο λόγος που πολλοί τον αποκαλούν “Κόκκινο Couturier”. Ο σχεδιαστής, όχι μόνο έφτιαξε ρούχα για την Raisa Gorbacheva, την γυναίκα του τελευταίου αρχηγού της ΕΣΣΔ και έντυσε την αθάνατη μπαλαρίνα Maya Plisetskaya, αλλά και ως πρεσβευτής καλής θέλησης της UNESCO, συγκέντρωσε χρήματα για τον καθαρισμό του Chernobyl. Έτσι, το 2013, ο Vladimir Putin του έδωσε το Βραβείο της Φιλίας, το οποίο απονέμεται στους ξένους για υπηρεσίες προς την Ρωσία.
Το πρώτο ταξίδι του Pierre Cardin ήταν το 1963, στο πλαίσιο αποστολής εργαζόμενων του πολιτισμού, πιθανότατα στο ίδιο πλαίσιο που στάλθηκαν και τα μοντέλα του Dior το 1959. Ο θαυμασμός του, ωστόσο, για την Ρωσία είχε ξεκινήσει πιο πριν. Ο Pierre Cardin είχε δηλώσει πως για τις επαναστατικές του δημιουργίες, οι οποίες έμοιαζαν με διαστημικές στολές είχε εμπνευστεί από την Valentina Tereshkova, ενώ γενικά οι “διαστημικές” συλλογές που παρουσίασε στην δεκαετία του 60 και του 70, οι οποίες έγιναν εμβληματικές για την δουλειά του αλλά και για την ανάπτυξη της μόδας την δεκαετία του 60, ως σύνολο, ήταν κυρίως εμπνευσμένες από τον αστροναύτη Yuri Gagarin, για τον οποίο είχε πει ότι του άνοιξε έναν ολόκληρο νέο κόσμο.
His Space Age range captured a futuristic outlook at the end of the 1960s, and included clothes made from foil and vinyl.
Στα 70s, ο Cardin θεωρούταν ο απόλυτος δυτικός σταρ της μόδας στην ΕΣΣΔ, μάλιστα ήταν ακόμα πιο διάσημος και από τον Georges Pompidou, με τον οποίο είχαν επισκεφθεί κάποια στιγμή μαζί την Ρωσία και γυρίζοντας η πρώτη κυρία της Γαλλίας είχε αστειευτεί λέγοντας στον Cardin πως είναι πιο δημοφιλής από τον άντρα της, καθώς σε αφιέρωμα Ρωσικής εφημερίδας το κείμενο και η φωτογραφία του Pierre Cardin καταλάμβαναν πολύ περισσότερο χώρο σε σχέση με τον Georges Pompidou.
Οι δημιουργίες του Cardin, οι οποίες μπορούσαν να αγοραστούν στα Beryozka καταστήματα (καταστήματα που μπορούσες να αγοράσεις πολυτελή είδη με ξένο συνάλλαγμα αρχικά προορισμένα για τους τουρίστες και όχι προσιτά στο ευρύ κοινό, αργότερα κατάφεραν να αγοράζουν από εκεί και οι πιο ευκατάστατοι Ρώσοι), φοριόντουσαν τόσο από γυναίκες πολιτικών, όσο και από μποέμηδες της καλής κοινωνίας στους οποίους έγινε γνωστός λόγω της φιλιας του με την Maya Plisetskaya. Ο Cardin γνώρισε την Plisetskaya στο φεστιβάλ θεάτρου Avignon κατά την διάρκεια της περιοδείας της στην Γαλλία, έτσι συνέχισε δημιουργώντας κοστούμια για πολλές παραγωγές όπου ήταν πρωταγωνίστρια, με το πιο διάσημο έργο του θεάτρου Bolshoi, την θρυλική μπαλετική ερμηνία της Anna Karenina. Η Plisetskaya, επίσης, φορούσε δημιουργίες του Cardin στην καθημερινή της ζωή, γεγονός που αποτελούσε την καλύτερη δυνατή διαφήμιση στην καλή κοινωνία του Σοβιέτ.
Plisetskaya dressed by Pierre Cardin
Plisetskaya and Cardin in in St Petersburg, 1998
Η περεστρόικα δεν μετρίασε την αγάπη του Cardin για την Ρωσία. Αντιθέτως, επαναπροσδιορίζοντας το επιχειρηματικό του μοντέλο, οι παραγγελίες του αυξήθηκαν. Ο Cardin ήταν πρωτοπόρος για την ready-to-wear βιομηχανία, καθώς εισήγαγε στον κόσμο της μόδας τα logo και τα franchises. Έτσι, το άνοιγμα μίας νέας αγοράς σε μία χώρα στο μέγεθος ηπείρου που δεν γνώριζε από οικονομικούς περιορισμούς, τον παρακίνησε ακόμα περισσότερο. Οι χαρακτηριστικές σιλουέτες των outfit του Pierre Cardin, κατέκτησαν τη νέα ελίτ της Ρωσίας το ίδιο πρόθυμα. Οι πρώτες κυρίες συνέχισαν να εμφανίζονται με ταγιέρ Cardin. Η Raisa Gorbcheva πολύ συχνά τον ανέφερε ως τον αγαπημένο της σχεδιαστή και φορούσε τις δημιουργίες του σε όλες της επίσημες επισκέψεις. Μάλιστα, η φιλία του με την Raisa τον βοήθησε και στο να ξεκινήσει την παραγωγή των ρούχων του στην Ρωσία. Το 1986 η παραγωγή του Cardin έγινε σε 30 εργοστάσια στην ΕΣΣΔ, έτσι τα φορέματα του έγιναν προσιτά στις γυναίκες της Σοβιετικής ένωσης, αν και δεν ήξεραν ότι τα είχαν παραχθεί στην Σιβηρία και όχι στην Γαλλία.
Πίσω στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, ο Cardin ενεργά προωθούσε την Ρωσική κουλτούρα στην Δύση. Έφερε την ρωσική ροκ όπερα Juno and Avos by Mark Zakharo στην Γαλλία και αργότερα κατά την διάρκεια της περεστρίκα, αυτήν την φορά ως ρόλο παραγωγού, ανέβασε την παράσταση στις ΗΠΑ (wow).
O Cardin ήταν πάντα ένας πανούργος επιχειρηματίας σε ο,τι και να έπιανε το χέρι του. Για παράδειγμα, στο Παρίσι, έφτιαξε το δικό του θέατρο Espace Pierre Cardin, όπου ανέβασε πολλά Ρωσικά έργα. Έπειτα ως διανομέας, πήγε πολλές Ευρωπαϊκές παραγωγές στη νέα Ρωσία, βοηθώντας στο χτίσιμο πολιτιστικών δεσμών. “Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου λιγότερο ως πατρονίστ (αν και είμαι καλός και σε αυτό φυσικά) και περισσότερο ως διπλωμάτη. Στηρίζω την τέχνη, τα κοινωνικά project και τις σημαντικές πολιτιστικές πρωτοβουλίες και από δύο μεριές του Σιδηρού Παραπετάσματος (Iron Curtain)”. Ο σχεδιαστής, επίσης, χορήγησε πολλά βραβεία σε ανερχόμενους καλλιτέχνες και performers από την Ρωσία, συμπεριλαμβανομένου και του φεστιβάλ Young Talents, οργάνωσε πολλά show για Ρώσους σχεδιαστές στην Γαλλία και χρηματοδότησε ένα μεγάλο εύρος διαπολιτισμικών προγραμμάτων ανταλλαγών μεταξύ των δύο χωρών.
Μία από τις μεγαλύτερες στιγμές της σχέσης του Cardin με την Ρωσία, ήταν το 1991 fashion show του πραγματοποιήθηκε πάνω στην Κόκκινη Πλατεία. Υπολογίζεται πως οι θεατές ήταν περίπου 200.000, κάτι πρωτοφανές για την χώρα. Ένα σημάδι των καιρών, το event χαρακτήρισε τη νέα εποχή της φιλίας μεταξύ των δύο κόσμων, έπειτα από 70 χρόνια εχθρότητας. Το show το οποίο παρομοιάστηκε με στρατιωτική παρέλαση, αναμεταδόθηκε στην εθνική τηλεόραση ως σύμβολο μίας χώρας που κοιτάζει το μέλλον.
MOSCOW, USSR - JUNE 1991: Pierre Cardin's fashion show at the Red Square in front od 200 thousand people. Moscow, Russia, in June 1991
Christian Dior Models in the streets of Soviet Moscow, 1959
Trailed by a crowd of locals, a trio of Dior fashion models including model Kouka Denis walk along a sidewalk, Moscow, Soviet Union, 1959.
Το 1953 μέχρι και το 1964, μετά τον θάνατο του Στάλιν ξεκίνησε μία περίοδος για την Ρωσία η οποία ανεπίσημα έχει ονομαστεί “ The Khrushchev Τhaw” και αφορούσε την αναθέρμανση των σχέσεων της Σοβιετικής Ένωσης με την δύση. Ο κόσμος της σοβιετικής μόδας δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση σε αυτήν την πολιτική καθώς η κυβέρνηση προκειμένου να συμβάλλει στην βελτίωση της σοβιετικής βιομηχανίας της μόδας προχώρησε σε πολύμηνες διαπραγματεύσεις με την δύση διοργανώνοντας διάφορα shows στα οποία προσκλήθηκαν 11.000 καλεσμένοι από τα ανώτερα κλιμάκια της Σοβιετικής ένωσης και τα πιο σημαντικά μέλη του Κομμουνιστικού κόμματος.
To 1959, λοιπόν, ήταν η χρονιά όπου οι Σοβιετικές αρχές κατήργησαν την απαγόρευση των fashion shows και σταμάτησαν την δίωξη των πολιτών που πίστευαν ότι ήταν ντυμένοι ακατάλληλα για τον Κομμουνισμό. Προφανώς, Γάλλοι couturiers όπως ο Dior ήταν ιδιαιτέρως ποθητοί καλεσμένοι σε αυτήν την ανταλλαγή. Μάλιστα, πολλοί σοβιετικοί σχεδιαστές έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Γαλλική μόδα και ιδιαίτερα για τον οίκο Christian Dior, συγκεκριμένα ένας κορυφαίος σχεδιαστής είχε αναφερθεί στον οίκο Dior ως οίκο ανώτατου επιπέδου, δηλώνοντας πως δεν υπάρχει τίποτα στις συλλογές του που θα μπορούσε να θεωρηθεί απαράδεκτο για την Σοβιετική ένωση. Εδώ να προσθέσουμε, για όσους δεν το ξέρουν, πως ο Dior μπορεί τώρα να θεωρείται ένας κλασικός οίκος, στην πραγματικότητα όμως, στα χρόνια της ίδρυσης του αλλά και έπειτα ύπο την αιγίδα του Yves Saint Laurent, ήταν ένας ριζοσπαστικός οίκος με πρωτοποριακά σχέδια τα οποία σκανδάλιζαν ακόμα και τους πιο προχωρημένους δυτικούς.
A model strolls through Moscow’s bustling GUM department store.
These pictures capture the June 1959 visit to Moscow of a group of models displaying the latest
silhouettes from legendary French fashion house Christian Dior.
At the GUM deptartment store.
Έτσι, το 1959, τα μοντέλα του Christian Dior επισκέφθηκαν την Μόσχα. Οι κάτοικοι της πόλης που περιπλανιόντουσαν στο εμπορικό κέντρο GUM, είχαν την τύχη να απολαύσουν ένα αξιοσημείωτο και ασυνήθιστο γεγονός: τρία εντυπωσιακά μοντέλα από την Γαλλία, ντυμένα με έντονα, χρωματιστά ταγιέρ να χαιρετάνε τους αγοραστές και να ποζάρουν για τους φωτογράφους. Ως μέρος του show λοιπόν, οι διοργανωτές κανόνισαν μία βόλτα των μοντέλων στο κέντρο της Μόσχας, ώστε να επιτρέψουν στους πολίτες να απολαύσουν τα υπέροχα Dior outfits. Επισκέφθηκαν την Κόκκινη Πλατεία, τοπικές αγορές, γειτονικούς δρόμους και πήγαν στο κέντρο της Μόσχας, στο σημείο κλειδί της Σοβιετικής μόδας, το GUM. Ο επίσημος φωτογράφος του Dior event, Howard Sochurek ήταν εκεί να απαθανατίσει όλες αυτές τις υπέροχες στιγμές σύγκρουσης κουλτούρας και μόδας.
Όπως θα δείτε και στις φωτογραφίες που υπάρχουν παρακάτω οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν πραγματικά αξιοσημείωτες. Οι γυναίκες τσέκαραν τα μοντέλα με περιέργεια αλλά και θαυμασμό. Το μοντέλο Kouka Denis είχε πει πως “κάποιοι άνθρωποι έπιαναν το πρόσωπο μας για να δουν ότι ήμασταν πραγματικές, να τσεκάρουν ότι δεν ήμασταν κούκλες”. Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι τότε ένα ποιοτικό φόρεμα στην Σοβιετική ένωση κόστιζε όσο τον μισθό 2 εβδομάδων για τον μέσο εργάτη.
Model Kouka Denis attracts a crowd during the trip
Μετά το fashion show του Dior η “Pravda Daily” έγραψε πως κάποια στυλ ήταν πολύ ανοιχτά και πολύ κοντά, συνεπώς δεν θα μπορούσαν να δείχνουν ωραία σε γυναίκες που έχουν εύσωμο και κοντό ανάστημα, καθώς θεωρούνταν δεδομένο πως η πλειοψηφία των γυναικών της Σοβιετικής ένωσης ήταν εύσωμες και όχι ψηλές. Ένα Σοβιετικό περιοδικό περιέγραψε για τις στενές φούστες και τις γόβες το εξής: “Οι μπουρζουαζί κατασκευαστές μόδας προβάλλουν αυτά τα στυλ για μία γυναίκα η οποία έχει δυσκολία στο να περπατάει και πρέπει να τυλίγεται γύρω από τον άντρα της”. Ο Djurdja Bartlett, ιστορικός μόδας, έχει μία όχι τυπική εξήγηση για την αποστροφή του Σοβιετικού συστήματος απέναντι στην Ευρωπαϊκή μόδα. Σύμφωνα με αυτόν, οι εναλλαγές στα fashion trends, τα οποία άθελα τους προσωποποιούσαν τους καιρούς, έθεταν μία απειλή στο σύστημα, το οποίο εκτιμούσε την σταθερότητα πάνω απ' όλα.
Παρόλα αυτά, ο Nikita Khrushchev (Νικίτα Χρουστσόφ) έβλεπε μία θέση για την μόδα στην Σοβιετική Ένωση. Μάλιστα, το 1964, είχε δηλώσει πως “οι εργαζόμενοι θέλουν να αποκτήσουν ρούχα και παπούτσια τα οποία έχουν ένα ενημερωμένο στυλ και όμορφα χρώματα τα οποία ανταποκρίνονται στην εποχή και στην μόδα. Αυτό είναι ένα καλό πράγμα”. Τελικά, όπως φάνηκε και με τα χρόνια η σχέση της Ρωσίας με την μόδα όχι μόνο αναθερμάνθηκε, αλλά η Μόσχα αποτελεί μία πολύ σημαντική αγορά στον luxury τομέα της μόδας.
The main purpose of the trip was a series of fashion shows (pictured) as the U.S.S.R. was beginning to open to the world following the death of Josef Stalin.
“Το lifestyle κατέστρεψε την μόδα” μου είχε πει ο Νάσσος όταν είχα πάει για συνέντευξη στο ατελιέ του και αυτή η φράση όσο απλή μπορεί να φαίνεται, τόσο αποτελεί πραγματικότητα από τα τέλη των 90’s και έπειτα. Αυτή η φράση, λοιπόν, υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού μου όλα αυτά τα χρόνια, σαν μία νάρκη που είναι έτοιμη να εκραγεί αν πατηθεί πολλές φορές ή μία φορά στο κατάλληλο σημείο. Και πατήθηκε. Τον τελευταίο 1,5 χρόνο σίγουρα, έχω σχεδόν παρατήσει μία από τις αγαπημένες μου ασχολίες από τα 13 μου, αυτή του να αγοράζω κάθε μήνα συγκεκριμένα περιοδικά, καθώς το περιεχόμενο τους δεν μου προκαλεί κανένα απολύτως ενδιαφέρον, μάλιστα συγκεκριμένες εκδόσεις όπως την Αμερικάνικη Vogue δεν τις θεωρώ καν μόδα, αλλά lifestyle όπως πολύ σωστά σχολίασαν διάφοροι φίλοι στα social media όταν τους ρώτησα αν όντως και αυτοί θεωρούν την Vogue, πλέον, μία πολύ μέτρια έκδοση. Στην πραγματικότητα η φράση που μου είπαν είναι ότι “έχουμε μπερδέψει το lifestyle με την μόδα”. Και κάπως έτσι συνδέθηκε τόσο με την φράση που υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μου όλα αυτά τα χρόνια όσο και με την πολιτιστική σήψη της εποχής που ζούμε και συνεπώς με την αντιμετώπιση που δείχνουμε όχι μόνο στην μόδα αλλά και στην κουλτούρα γενικότερα.
Είναι γεγονός ότι ζούμε στην εποχή της μετριότητας, στην πραγματικότητα όχι απλά ζούμε στην εποχή που είναι όλοι μέτριοι αλλά και που το μέτριο υμνείται με κάθε τρόπο από το κοινό το οποίο απαξιώνει οτιδήποτε δεν βρίσκεται στην σφαίρα της περιορισμένης του κουλτούρας. Βέβαια, όπως έχει πει και ο Oscar Wilde “το κοινό πάντα και σε κάθε εποχή έχει κακή ανατροφή” και αυτό προφανώς δεν έχει αλλάξει με τα χρόνια. Το να προσπαθεί ένας καλλιτέχνης να είναι δημοφιλής με κάθε τρόπο, τον κάνει αυτόματα αναξιόπιστο και οριακά γελοίο και όσο καθολική να φαίνεται αυτή η άποψη, είναι η αντικειμενική αλήθεια. Προσπαθώντας να αρέσεις σε κάποιον αυτόματα σημαίνει ότι χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου, σε πολλές περιπτώσεις χάνεις ολόκληρο τον εαυτό σου και γίνεσαι κάποιος και κάτι άλλο. Όταν, λοιπόν, αυτό συμβαίνει στην τέχνη, όταν ο καλλιτέχνης κάνει κάτι άλλο από αυτό που όντως είναι, σημαίνει ότι έχει αντιγράψει κάποιον, έχει κάνει κάτι ψεύτικο και συνεπώς ανειλικρινές, άρα δεν πρόκειται για τέχνη αλλά για μία, στην καλύτερη περίπτωση, δεξιοτεχνία, όπως υποστηρίζει ορθώς ο Wilde. Και αν κάτι μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι όχι μόνο έχουμε συνηθίσει την απροκάλυπτη αναπαραγωγή τέχνης αλλά την έχουμε αποδεχτεί και πολλές φορές την προτιμούμε από το καινοτόμο, το οποίο ουκ ολίγες φορές βαφτίζουμε δήθεν. Βέβαια, στην πραγματικότητα το δήθεν ζει και βασιλεύει στην εποχή μας, με αποτέλεσμα το απαίδευτο κοινό να μην μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι καινοτόμο, τι αξίζει όντως την προσοχή του και τι είναι αυτό που απεγνωσμένα επιζητά να το προσέξουμε και να το τιτλοφορήσουμε ως τέχνη.
Για αυτή την έλλειψη παιδείας όμως δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε αποκλειστικά το κοινό. Αφορά μία πολυετή προσπάθεια του κράτους να καταργήσει οτιδήποτε αισθητικά ωραίο και να χτίσει μία νέα αισθητική, εύκολα κατευθυνόμενη, για την οποία δεν θα χρειάζεται να σκεφτεί κάποιος ιδιαίτερα για να την αποκτήσει. Έτσι, έχουμε φτάσει στο 2021, όπου ακόμα εξαρτόμαστε από την εκκλησία, όπου η εκπαίδευση περιέχει θρησκευτικά αλλά όχι καλλιτεχνικά και που τα παιδιά στα 18 τους πιθανότατα δεν ξέρουν ποιος είναι ο Dali, αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία καθώς η κοινωνία αρκείται στην επιφανειακή κατανάλωση γνώσεων και προϊόντων. Προχωρώντας σε παγκόσμιο επίπεδο, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Μπορεί οι ανεπτυγμένες χώρες να δίνουν μεγαλύτερη βάση στον πολιτισμό, το οποίο έχει και ως αποτέλεσμα μία γενικότερα καλύτερη αισθητική αλλά η πολιτιστική παρακμή είναι ένα φαινόμενο το οποίο υπάρχει στον ορίζοντα. Οι τέχνες έχουν γίνει lifestyle, η ουσία του καλλιτέχνη μετριέται από το πόσο δημοφιλής είναι στα social media και κάπου εκεί ξεκινάνε όλα τα προβλήματα. Η εκδημοκράτιση της τέχνης και η εύκολη πρόσβαση σε αυτήν από όλους, θα μπορούσε θεωρητικά να είναι ένα γεγονός θετικό για την ανάπτυξη της κουλτούρας, παρόλα αυτά η απλόχερη διαδικτυακή προσφορά δημιουργικότητας έχει οδηγήσει στην υπερκατανάλωση “κουλτούρας” σε ταχύτατους ρυθμούς που δεν αφήνουν τον δέκτη να αφουγκραστεί αυτό που βλέπει με αποτέλεσμα να οδηγείται σε επιφανειακές εικόνες και ήχους που ξεχνιούνται μέσα στα επόμενα λεπτά.
Έτσι, έχουμε φτάσει στο 2021, όπου η μόδα έχει απαξιωθεί. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια μόδα. Μέσα σε ένα συνονθύλευμα political correctness, αυξανόμενων followers, εκδημοκράτισης της μόδας, εύκολης και γρήγορης κατανάλωσης και αισθητικής τύπου Kardashian, έχει χαθεί η κάθε ουσία. Το 2001 o Alexander McQueen είχε αρνηθεί την είσοδο της Victoria Beckham στο show του, λέγοντας ότι όλη αυτή η προσπάθεια που γίνεται αφορά τις δημιουργίες και την σκληρή δουλειά που έχει ρίξει ο ίδιος και όλοι οι άνθρωποι πίσω από αυτόν για να βγει όλο αυτό και όχι για τον star που θα κάθεται στην πρώτη σειρά και θα το διασκεδάζει. Είκοσι χρόνια μετά, έχουμε φτάσει στο σημείο όπου μεγάλοι οίκοι πληρώνουν ποσά της τάξεως των $100.000 σε A list stars προκειμένου να παρακολουθήσουν αποκλειστικά τα shows τους, μικροί και μεγάλοι οίκοι σχεδόν παρακαλάνε ασήμαντους influencers να παρακολουθήσουν τα shows τους καταλήγοντας τελικά να απαξιώσουν όχι μόνο την ίδια τους την δουλειά αλλά και το fashion week γενικότερα, καθώς τα τελευταία χρόνια δίνεται μεγαλύτερη βάση στο street style και στα insta stories, παρά στις ίδιες τις συλλογές. Για αυτήν την παρακμή είμαστε όλοι υπεύθυνοι. Και ιδιαίτερα οι ίδιοι, οι πραγματικοί καλλιτέχνες που τροφοδότησαν αυτήν την κατάσταση. Γιατί όταν δέχεσαι να πάρεις προβολή μέσα από κάποιον άλλον, ο οποίος τις περισσότερες φορές δεν ασπάζεται καν το ὀραμα σου ή την αισθητική σου, και όχι από την ίδια σου την δουλειά, τότε σημαίνει ότι έχεις παραδώσει την δημιουργία σου στα χέρια άλλων. Το marketing είναι ένα εργαλείο το οποίο έχει βοηθήσει πολλούς στο να ξεχωρίσουν, όμως όταν έχει φτάσει να θεωρείται πιο ζωτικό και από το ίδιο το design με αποτέλεσμα ακόμα και οι πιο ιστορικοί οίκοι να έχουν παραδοθεί αποκλειστικά και μόνο σε αυτό, τότε βρισκόμαστε σε μία επιφανειακή δίνη που μας τραβάει μακριά από κάθε ειλικρινή δημιουργικότητα.
Με εργαλεία τα social media και το marketing, πίστεψαν πολλοί ότι θα μπορούσαν να πάνε μπροστά. Το Αμερικάνικο όνειρο εξελίχθηκε σε μία παραίσθηση απόκτησης φήμης και εύκολου χρήματος, οι άλλοτε καριερίστες εξελίχθηκαν σε startupers και influencers, έχοντας ως παράδειγμα συγκεκριμένα role models που πλασαρίστηκαν σε όλους μας με σκοπό να μας μυήσουν σε αυτή την νέα πραγματικότητα. “Εάν τα κατάφερε αυτός, μπορείς κι εσύ”, τα social media είναι δημοκρατικά και διαθέτουν μία πλατφόρμα που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε όπως θέλετε και να γίνετε διάσημοι και πλούσιοι. Γιατί φυσικά αυτή η νέα πραγματικότητα που μας παρουσιάστηκε αφορούσε ένα νέο lifestyle. Στην πραγματικότητα αφορούσε μόνο lifestyle. Ένα νέο πρότυπο ομορφιάς, το οποίο μπορούμε όλες να αποκτήσουμε κάτω από το νυστέρι του αγαπημένου μας χειρούργου, ένα στυλ το οποίο μπορούμε όλες να έχουμε γιατί η κόπια πλέον είναι κοινώς αποδεκτή και μάλιστα προτιμάται καθώς είναι πιο εύκολο να ελεγχθει η παραγωγή και συνεπώς η κατανάλωση. Θέλουμε να ασπαστούμε την διαφορετικότητα, όμως να την χωρίσουμε σε συγκεκριμένα target groups για να μπορέσουμε να ελέγξουμε την κατανάλωση. Έτσι, τα social media μας έκαναν να καταναλώνουμε πιο πολύ από ποτέ. Επιθυμώντας τα 15 δευτερόλεπτα διασημότητας οι ανερχόμενοι influencer-stars ξεχύθηκαν στην fast fashion αγορά, ψωνίζοντας έτοιμα total looks τα οποία φορούσαν μία φορά, ίσα ίσα για την φώτο στο ίνσταγκραμ και μετά τα επέστρεφαν και πάλι από την αρχή. Τα ίδια άτομα έβγαιναν την επόμενη ημέρα να δηλώσουν την συμπόνια τους για τις συνθήκες που υπάρχουν στην fast fashion βιομηχανία και το πως πρέπει όλοι να σταματήσουμε να ψωνίζουμε από εκεί διαδηλώνοντας ταυτόχρονα κατά των πλαστικών, δείχνοντας μας το πως έχουν ασπαστεί μία plastic-free καθημερινότητα. Η υπερκατανάλωση όμως συνεχιζόταν. Περισσότερα ταξίδια από όσα μπορούσαμε να διαχειριστούμε, περισσότερα προϊόντα, περισσότερα από όλα, αλλά κάναμε το καθήκον μας παρακινώντας τον κόσμο μέσω της διαδικτυακής μας πλατφόρμας να σταματήσει να καταναλώνει.
Τελικά, η ουσία χάθηκε από τα πάντα γιατί μέσω της προβολής του πλούτου και της αναζήτησης του ως απώτερο σκοπό ολοκλήρωσης, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε τους έχοντες ως ανώτερα ανθρώπινα όντα και τους μη έχοντες ως παράσιτα στην τέλεια κοινωνία μας. Η ανθρώπινη αξία μετριέται μέσω της κατοχής πλούτου και αυτό έχει περάσει και στην τέχνη. Έτσι, πετυχημένος καλλιτέχνης θεωρείται αυτός που έχει βγάλει λεφτά, αυτός που υποστηρίζει το προτεινόμενο από την κοινωνία lifestyle και φυσικά αυτός που έχει πολλούς followers άρα είναι εν δυνάμει πλούσιος (;). Το ίδιο συνέβη και στην μόδα. Πλέον υπάρχει χώρος μόνο για αυτούς που έχουν χρήματα ή αυτούς που έχουν μεγάλο αριθμό ακολούθων. Οι μεγαλύτερες σχολές τριπλασίασαν τα δίδακτρα τους, με αποτέλεσμα να μπορούν να τις παρακολουθήσουν μόνο συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις. Αυτό φυσικά το διαδέχεται και μία μεγάλης διάρκειας περίοδος απλήρωτων πρακτικών, η οποία είναι αμφίβολο το πότε και αν θα οδηγήσει σε έναν αξιοπρεπή μισθό διαβίωσης, γεγονός που δυσκολεύει πολύ την δημιουργικότητα του ατόμου, ιδιαίτερα αν δεν έχεις κάποιον που σου τα σκάει σε όλη αυτήν την διαδρομή.
Όσοι θέλουν να ασχοληθούν με την μόδα, λοιπόν, πληρώνουν το τίμημα ενός άλλοτε γκλαμ χώρου, το τίμημα του lifestyle που κάρφωσαν στη μόδα από την δεκαετία του 90 κι έπειτα, αυτό που έκανε όλους εμάς να θέλουμε να μπούμε σε αυτόν τον άλλοτε ελιτ χώρο που την τελευταία 10ετία ένιωσε την ανάγκη να φανεί (χωρίς όντως να είναι) προσιτός σε όλον τον κόσμο, με αποτέλεσμα να απαξιώσει την ίδια του την ύπαρξη. Γιατί όταν είσαι καλλιτέχνης, το αγαπάς αυτό που κάνεις, άρα δεν χρειάζεται να πληρώνεσαι μέχρι να αποφασίσουμε εμείς πότε θα αξίζεις να σου δώσουμε από τα με-ιδρώτα-κερδισμένα-χρήματα μας από την κανονική δουλειά που κάνουμε σε αντίθεση με εσένα που απλά κάθεσαι και ζωγραφίζεις. Αποδεχόμενοι, λοιπόν, αυτήν την παραδοχή οι δημιουργοί προσέφεραν το έργο τους δωρεάν, προκειμένου να φτάσουν στο σημείο που θα αναγνωριστούν σε καλλιτεχνικό και οικονομικό επίπεδο. Στην πορεία, φυσικά, αυτή η προσπάθεια έχασε το νόημα της καθώς μπήκαν υπέρ του δέοντος πολλοί “καλλιτέχνες” στους χώρους, όλοι διατεθειμένοι να χαρίσουν την εργασία τους, προκειμένου να γίνουν κάτι που ούτε οι ίδιοι δεν ήξεραν τι. Έτσι, φτάσαμε σε ένα σημείο που όχι μόνο κανείς δεν πληρωνόταν για να δώσει το έργο του αλλά και η δωρεάν διάθεση της τέχνης έγινε ο κανόνας, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η μετριότητα. Γιατί για να δούμε με απόλυτη αντικειμενικότητα τα γεγονότα, όπου δεν υπάρχουν χρήματα, δεν υπάρχει τέχνη. Ο άνθρωπος όταν προσπαθεί να επιβιώσει δεν μπορεί να ανοίξει το μυαλό του και να δημιουργήσει. Σαφώς θα υπάρξουν και εξαιρέσεις αλλά ακόμα και αυτές οι εξαιρέσεις αν συνεχίσουν να μην έχουν να φάνε δεν θα φτάσουν ποτέ στο ανώτατο σημείο δημιουργικότητας που θα μπορούσαν να έχουν φτάσει. Έτσι, όσο συμβάλλουμε με την δωρεάν προσφορά της τέχνης μας στο χτίσιμο κολοσσών, συμβάλλουμε και σε έναν φαύλο κύκλο μη απόκτησης κέρδους, σκοτώνοντας έτσι την όλη βιομηχανία. Όταν, λοιπόν, βλέπουμε ότι μεγάλα publications όπως το L’ Officiel και την Vogue στηρίζουν το περιεχόμενο τους σε απλήρωτη εργασία, αφενός μπορούμε να δικαιολογήσουμε την μετριότητα που ανέφερα πιο πάνω αλλά αφετέρου μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν τελικά ούτε αυτοί πληρώνουν, ποιοι είναι αυτοί που στηρίζουν αυτήν την βιομηχανία;
Η μετριότητα της εποχής μας, καταλογίζεται τόσο στην έλλειψη παιδείας και κουλτούρας όσο και στην έλλειψη budget. Η ανασφάλεια της εποχής έχει οδηγήσει τους καλλιτέχνες να απαξιώνουν την ίδια τους την δουλειά διαθέτοντας την απλόχερα τόσο σε κόσμο που δεν μπορεί να την εκτιμήσει, όσο και σε κατέχοντες εκδόσεων και εταιρειών που επωφελούνται ευκαιριακά, χωρίς να έχουν καμία εκτίμηση στον εκάστοτε καλλιτέχνη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βγαίνουν μπροστά οι πιο θρασείς, οι οποίοι διακατέχονται από μία ακατανόητη αυτοπεποίθηση για την μέτρια δουλειά τους, κάνοντας μας να αναρωτιόμαστε αν τελικά έχει το attitude περισσότερη σημασία από το εκάστοτε έργο. Η προσπάθεια να βιώσουμε την ειλικρίνεια στην τέχνη είναι αυτό που θα μας οδηγήσει στον δρόμο προς την διέξοδο. Από μία εικόνα ως ένα κείμενο ή ένα ποίημα, αναζητήστε αυτό που θα σας προκαλέσει κάποιο συναίσθημα, αρνητικό ή θετικό και αυτό που θα σας προσφέρει τροφή για σκέψη και ιδανικά θα το έχετε στο μυαλό σας για μέρες. Την επόμενη φορά που θα σκρολάρετε απερίσκεπτα στα σόσιαλ, προσπαθήστε να βρείτε κάτι που θα σας κεντρίσει το ενδιαφέρον στο να το κοιτάξετε πάνω από 5 δευτερόλεπτα. Και ακολουθήστε το.
Photography: Aggelos Potamianos
Styling: Martha Van K , Irma Vep (Margarita Papamanoli)
Make up/Hair: Alexandra Rentzoy
Model: @marysiajanaszek @dmodelagency
A story that observes the Victorian era through a gothic vision in creations that blend the 80′s aesthetics with the opulence of Hollywood’s golden age. It all begins with a dark/post-goth make-up mood that is framed by beautiful dresses in sequins and impressive embroideries, all combined with accessories and jewelry that present influences among disco, goth and jazz, in order to give a cinematic character to the theme. This gothic aesthetic is followed by the dark-wave, post-goth style of 80′s which is unexpectedly combined with a glam rock vision and the glam Hollywood attitude of the story. The outfits in this part obtain a colorful mood, combining in this way the disco influences with the dark wave character of the era, while keeping the glam. This story, can also be related with the age of prohibition which lasted until 1933, a decade that the story keeps its main influence and an era that is not truly irrelevant to what we are living these last months.
Inspired by tha glam Hollywood with a pinch of the golden era of Dior, this collection tries to make a statement through its fancy manners. We grew up in a fake world where we all felt like we could do anything, smoothly.
We could be famous, we could be rich and most of all, we could be happy. And here it is, 2020, a year that came to prove us all wrong. To be totally honest, we all had already realised that nothing of all these things could ever happen for us. Even happiness. For years now, we have spent our youth worrying about how to make a living, how to not be the working class and how to climb socially. We need to earn a Bachelor deegree but of course we have to pay for our education. We need to find a good job, but don’t forget that we have to finish countless internships before we manage to land our first paid job. Oh, wait. The salary is too low and the rents are too high. They taught us that if you work hard, life is fair, you will be rewared by living the Dream. The Dream that they all served us through the media.
So, here we are. 2020. Everything is kind of ruined isn’t it? But we have influencers who are here to remind us that you can still be shallow and always happy. You can still show off without being rich but the important thing is to look rich and living like rich. They are here to remind us that you don’t need to educate yourself as long as you have followers. Nothing matters anymore, right? Are we still living the dream?
My collection Untitled started as a need to get inspired. Each design of the collection is original and is made by different elements. The Old Hollywood vibes are here to combine the high, glam aesthetics, the feeling that something is rising from a destroyed era that something good was happening. A wind of change. In this vibe I added a deconstructed element, still romantic, inspired by John Galliano at Dior. This element wants to emphasize the contrast between the hope and the despair. An era when everything is rising meets an era when nothing seems to matter. The background is pop with different artistic influences and each look has its own statement for which I have a specific explanation that you can read it below.
Look #1 - “THE KIDS AREN’T ALRIGHT”
This one is about the dreams and hopes society has planted to us. This iconic LA villa is symbolic, as the highest dream of any person alive (or the dream that society wants us to have). We grew up with "inspirational-people", people that have been served to us as a necessary influence for a succesful life. Of course very soon we realised that life is not as it has been presented by the world around us. And suddenly we have to look for our life purpose, so yeah "The Kids Aren't Alright".
The Look
Wrap blazer in ivory silk crepe, combined with pink-orange silk brocade textile and embellished with an embroidered collar and cuffs. The look is completed with a maxi skirt in flowy A line which has a textile combination, as well. Ivory silk crepe is combined with gold pleated silk crepe and a jewel embroidery.
Look #2 - “FAKE HOPES”
Bevery Hillls and the glam life are one of the most opulent dreams one can have. Partying with famous people, the rise of Hollywood and the American dream. The proper American Dream, the one that we can all be famous and have an easy, happy life. Of course we didn't know why we wanted this life, but that's we had to believe. A false dream along with our fake hopes that everything will work out at the end of the day. But it didn't work out, maybe because this doesn't have to be our real purpose
The Look
A midi 50′s with a twist inspired dress made of green silk brocade. The design is inspired by Dior’s New Look but has a deconstructed element and is combined with Galliano’s style for the fashion house. It has a full skirt in a cut-out pleated design and a fitted top with Japanese-inspired collar. Finished with an ivory silk ruffled detail placed diagonal at the dress, just like a beauty pageant (ironic yet fabulous) and a cut-out shoulder on the right side with an embroidered detaill and an organza ruffled sleeve in the design of a wrap skirt.
Look #3 - “PAINT IT BLACK”
Social media and the new visual reality we all experience right now has brought us into a new colorful life, pictures everywhere, nice lighting in every corner and some unignorable positive vibes. Just paint it black for a while and dig for reality.
The Look
This one is the perfect combination of 00′s and 30′s. Unexpected textile blends create a bizzard yet interesting and at the end of the day glam look. A maxi skirt in a denim and crepe silk combination. On the denim side it has a mermaid line while the crepe side has a more flowy, A line. The skirt is finished with a denim basque. The look is completed with a silk brocade bodysuit with a diagonal draping and, a japanese collar and impressive tulle sleeves.
Look #4 - “WILL THEY EVER GET IT?”
Being a woman was always hard and no one truly gets it. A powerful woman depicted as a caryatid in this contemporary installation. A mix of modern and ancient, a question that still exists: Will they ever get it? Will we ever, as women, get it?
The Look
This one is inspired by 30′s in Paris. An ethereal off shoulder dress with an ancient greek style dress, combined with a gillet-like floral layer and crepe silk shoulders finished with embellished cuffs.
Look #5 - “WHAT DESIRE?”
A warm place for the warmth we all need at the end of the day. Relationships are hard, desire still exists but it's getting weaker day by day. A kiss that is covered with all of our defenses, all of our fears and thoughts. Trying to figure out what desire felt like.
The Look
Jupe Culottes bring us directly to the beginning of 1910 where women could wear for the first time pants. This one is made from green silk brocade and has asymmetrical ivory draped details on each side. Finished with a patchwork denim (the patchwork is also collage-made by me, with different denim elements) bodysuit with the signature Japanese-inspired collar.
Look #6 - “REVOLUTION OF ART”
The closing look, the bride. This one is actually a blend of all the previous looks. The problems of our society, our needs, our wishes, what we face everyday and where we actually find ourselves. Art can be revolutionary, but where it is right now? What we consider as art?
The background of this collage is symbolic. The destruction of the library of Alexandria meets 'Guernica' which is one of the most famous paintings and it is an anti-war painting. Those two together create a powerful meaning for me, our need to create something new from art and literature. The collage is completed with a poster by "The Wall" and an installation with surveillance cameras and our need to Fill lthe Void.
I wanted my last look to be powerful and I wanted to express myself and all of my thoughts through this collection.
The Look
Starting with a patchwork denim blazer with different sleeves, a wide one in the same textile embellished with a silk tulle shoulder detail and a silk ruffled one with many layers. The pants are silk in flowy, straight line with a cut-out on the left side and with a maximal silk tulle detail on the other side.
"Πιστεύω πως η θρησκεία έχει προκαλέσει κάθε πόλεμο στον κόσμο και για αυτόν τον λόγο επέλεξα να παρουσιάσω το show στην εκκλησία"
Αυτή ήταν η δήλωση του Alexander McQueen για το AW 1996 show του, "Dante" (το όνομα προέρχεται από τον ποιητή Dante Alighieri και το έργο του "Divine Comedy" όπου πρόκειται για ένα αλληγορικό όραμα της ζωής μετά θάνατον), το οποίο ήταν ένας σχολιασμός ως προς "την θρησκεία, τον πολέμο και την αθωότητα".
Ουσιαστικά ήταν το πρώτο show που ο σχεδιαστής έκανε ένα βήμα μπροστά και σκέφτηκε πέρα από τα ρούχα, ένα ολοκληρωμένο art direction στο οποίο είχε επιμεληθεί κάθε λεπτομέρεια, από το act των μοντέλων, μέχρι τα φώτα και την μουσική, προσπαθώντας να δώσει στους θεατές του ακριβώς αυτό που είχε στο μυαλό του. Η παρουσίαση έγινε στην Christ Church του Nicholas Hawksmoor (o οποίος πιστεύεται ότι ήταν μυστικός σατανιστής μεταξύ του 1714 και 1729) πλαισιώνοντας έτσι ιδανικά το όραμα του σχεδιαστή.
"Εάν φύγετε από ένα show χωρίς συναίσθημα, τότε δεν κάνω την δουλειά μου σωστά. Δεν θέλω να βγαίνετε έξω και να νιώθετε σα να έχετε φάει το Κυριακάτικο σας γεύμα. Θέλω να νιώθετε είτε απόκρουση είτε ενθουσιασμό - αρκεί να είναι κάποιο συναίσθημα", είχε δηλώσει ο Alexander McQueen σε ένα ντοκιμαντέρ για την ζωή του.
Επέλεξα αυτά τα δύο quotes του σχεδιαστή για να τονίσω για άλλη μια φορά πόσο σημαντικό είναι για όλους μας το να παράγεται τέχνη η οποία όχι μόνο έχει κάτι να δηλώσει, αλλά αυτή η δήλωση να είναι κάτι που ο εκάστοτε καλλιτέχνης το νιώθει πραγματικά και έχει την ανάγκη να το εκφράσει μέσα από τον δικό του τρόπο. Με τις δηλώσεις του McQueen υπήρξαν πολλοί που όχι μόνο δεν συμφώνησαν αλλά προσπάθησαν και να τον αφορίσουν, παρόλα αυτά το γεγονός ότι ο σχεδιαστής οτιδήποτε αποφάσιζε να παρουσιάσει το πρόσεχε σε βαθμό ψύχωσης μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας είναι και ο λόγος που μέχρι και σήμερα οι συλλλογές του Alexander McQueen είναι σημειο αναφοράς για το τι θα έπρεπε να είναι ο χώρος της μόδας .
Εντυπωσιακές αντιθέσεις πολυτελών υφασμάτων με τυπωμένες φωτογραφίες από τον πόλεμο του Βιετνάμ και την πείνα στην Σομαλία, αποτελούν μία καυστική αντίθεση.
Την αγορά και την ιστορία της μόδας του Βερολίνου δεν την ξέρω ιδιαίτερα καλά (σχεδόν καθόλου θα έλεγα), παρόλα αυτά πριν περίπου ένα μήνα, είδα αυτό το μίνι σεμινάριο όπου παρουσίαζε το Βερολίνο ως κέντρο μόδας το 1920.
Ο συγγραφέας Uwe Westphal εξέδωσε το βιβλίο "Fashion Metropolis Berlin 1836 – 1939: The Story of the Rise and Destruction of the Jewish Fashion Industry" στο οποίο παρουσιάζει την έρευνα του σχετικά με την σημασία της βιομηχανίας της μόδας στην οικονομία της Γερμανίας εκείνη την εποχή και το πως καταστράφηκε από τους Ναζί.
Το 1830 επιτράπηκε στους Γερμανούς Εβραίους να κατασκευάσουν ρούχα. Έτσι, μέχρι το 1890 περίπου το 85% των brands στο Βερολίνο άνηκαν σε εβραίους. Το 1933, ωστόσο, έγινε το πρώτο μποϊκοτάζ εναντίον των Εβραικών καταστημάτων από τους Ναζί οι οποίοι έβαλαν ταμπέλες στα καταστήματα των Εβραίων και καλούσαν τις Γερμανίδες γυναίκες να επιλέγουν να ψωνίζουν από αξιοπρεπή καταστήματα, δηλαδή όχι καταστήματα Εβραίων (παραθέτω φώτο στα σχόλια). Μέχρι το 1938 οι Ναζί είχαν καταλάβει όλα τα καταστήματα των Εβραίων.
Ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που μας δίνει το συγκεκριμένο βίντεο είναι το γεγονός ότι αφότου οι Ναζί κατέλαβαν όλες τις Εβραϊκές επιχειρήσεις, ένα πολύ σημαντικό μέρος της παραγωγής ρούχων γινόταν σε εργαστήρια καταναγκαστικών έργων και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ένα από αυτά ήταν και το Auschwitz. Μάλιστα, οι Βερολινέζοι σχεδιαστές μόδας παράγγελναν πρωτότυπα σχέδια από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (φωτογραφία στα σχόλια) και η παραγωγή ρούχων γινόταν εκεί πέρα. O Hugo Boss ήταν ένας από τους ράφτες του Hitler, η εταιρεία μάλιστα έχει απολογηθεί το 2011 για το ότι έχει χρησιμοποιήσει εργάτες που είχαν υποβληθεί σε καταναγκαστικά έργα.
Το ενδιαφέρον της παρακάτω έρευνας είναι ότι το Βερολίνο, υπήρξε πρωτεύουσα μόδας για 100 χρόνια περίπου, με μία βιομηχανία η οποία άνθιζε και αποτελούσε μία αξιοσέβαστη πηγή εσόδων για την χώρα. Φυσικά, το μέγεθος των εσόδων στην οικονομία της χώρας δεν συγκίνησε τους Ναζί, οι οποίοι κατέλαβαν όλες τις επιχειρήσεις των Εβραίων, είτε εξαναγκάζοντας τους σε πώληση πολύ χαμηλότερη της πραγματικής αξίας της επιχείρησης είτε απλά καταλαμβάνοντας την. Όπως έχει δείξει η ιστορία, βέβαια, αυτό (και πολλά ακόμα τα οποία προφανώς δεν τα εξετάζω σε αυτό το ποστ) δεν ήταν και πολύ καλή ιδέα για την πορεία της μόδας στην χώρα γιατί τελικά το Βερολίνο δεν κατάφερε ποτέ ξανά να βρεθεί ανάμεσα στις πρωτεύουσες της μόδας (για παράδειγμα η Αμβέρσα έχει πολύ μεγαλύτερο impact σε σχέση με το Βερολίνο), παρόλο που πρόκειται για την πρωτεύουσα μίας από τις πιο δυνατές οικονομικά χώρες του κόσμου αλλά και μία πόλη η οποία έχει πολύ δυνατό subculture, το οποίο κατά την άποψη μου δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την επιρροή του Λονδίνου. Δεν ξέρω αν φταίει το γεγονός ότι διακόπηκε η ιστορία της ή αν φταίει η γενική νοοτροπία του λαού απέναντι στο κομμάτι της μόδας, αλλά είναι γεγονός ότι το Βερολίνο θα μπορούσε να είχε πολύ πιο σημαντική δυναμική στον χώρο.
Όποιος έχει παρακολουθήσει έστω και λίγο την πορεία του John Galliano μπορεί να διαπιστώσει ότι πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ιδιοφυΐες που έχουν περάσει ποτέ από τον χώρο της μόδας.
Η ιδιοφυΐα του John Galliano έγκειται στο γεγονός ότι ήταν ένας εξαιρετικός couturier που μπορούσε να συνδέσει διαφορετικές (και φαινομενικά αταίριαστες) κουλτούρες και επιρροές και όχι μόνο να βγάλει ένα show το οποίο θα δώσει συναίσθημα και τροφή για σκέψη με μία μοναδική αισθητική αλλά και (όπως φάνηκε και στην πορεία της καριέρας του) να προσαρμοστεί σε γίγαντες οίκους όπως τον Dior (και αργότερα Maison Margiela) και να κρατήσει τόσο την ταυτότητα του οίκου όσο και την δική του προσωπικότητα μέσα σε αυτό που παρουσίαζε. Το όραμα και η προσωπικότητα του Galliano ήταν, είναι και θα είναι αυτό που αρμόζει σε έναν οίκο με την ιστορία και το μέγεθος του Dior, ειδικά στην υψηλή ραπτική.
Ο CEO του κολοσσού LVMH, Bernard Arnault, κάποτε είχε συγκρίνει τον John Galliano με τον Christian Dior λέγοντας ότι "έχει τον ίδιο αξιοσημείωτο συνδυασμό ρομαντισμού, θηλυκότητας και καινοτομίας." Για όσους δεν το γνωρίζουν, μπορεί αυτήν την στιγμή ο οίκος Dior να έχει γίνει συνώνυμο με την κλασσική κομψότητα, παρόλα αυτά στα χρόνια που ζούσε ο Christian Dior, ο οίκος έκανε τρομερές καινοτομίες στον χώρο της μόδας, ακόμα και το New Look που πλέον το έχουμε σαν κάτι κλασσικό, τότε λεγόταν New Look διότι πραγματικά ήταν κάτι επαναστατικό, μάλιστα αμφιλεγόμενο για την εποχή σχέδιο (οι φεμινίστριες της εποχής έκαναν διαμαρτυρίες εναντίον του).
Ο John Galliano, λοιπόν, έκανε shows. Μπορεί κάποιου να μην του άρεσε η συλλογή, μπορεί να τον σόκαρε το θέμα, αλλά όλοι συμφωνούσαν ότι κανείς δεν μπορεί να κάνει ένα show σαν τον Galliano. Πέρα, λοιπόν, των εξαιρετικών επιρροών τέχνης, διαφορετικών κουλτούρων και μόδας, κάτι που προσέχει κανείς στις επιδείξεις του Galliano είναι η μουσική. Αυτό γιατί αρχικά ενώ φαίνεται σαν ένα συνονθύλευμα ανόμοιων ειδών και μία συνεχής αλλαγή που σε κρατάει σε εγρήγορση και ταυτόχρονα σε κάνει να απορείς, όταν αρχίζει κάποιος να καταλαβαίνει την συλλογή και να την βιώνει, μπορεί να καταλάβει ότι η μουσική στα show του Galliano δεν ήταν απλά ένα background αλλά η ολοκλήρωση ενός έργου τέχνης.
Φυσικά, αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς ο John Galliano ήταν πολύ καλός φίλος με τον DJ και τραγουδιστή Jeremy Healy, με τον οποίο δούλεψαν μαζί σε όλες τις συλλογές του σχεδιαστή. Η δημιουργική ικανότητα του John Galliano να συνδυάζει φαινομενικά ανόμοια πράγματα (από το να παρουσιάζει μία Matrix inspired συλλογή στις Βερσαλλίες, μέχρι το να αναβαθμίζει το κλασσικό royalty στυλ με rock and roll αισθητική) και να τα δένει τόσο αρμονικά κρατώντας την προσωπικότητα του, παντρεύτηκε ιδανικά με την απίστευτα ενδιαφέρουσα μουσική ματιά του Healy. (Στα comments παραθέτω άρθρο που έχει την ιστορία των δύο δημιουργών καθώς και ιστορίες backstage της δημιουργίας των soundtrack από κάποια από τα πιο δημοφιλή show). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κάποια από τα ωραιότερα soundscapes που έχουν υπάρξει σε επιδείξεις μόδας.
Το παρακάτω βίντεο είναι από την προσωπικά αγαπημένη μου συλλογή λόγω της ιδιαίτερης αδυναμίας που έχω στην "Madama Butterfly". Με αυτό το show, ο Galliano γιόρτασε 10 χρόνια ως creative director στον οίκο Dior και ως φόρο τιμής στον Christian Dior παρουσίασε το New Look σε έναν extravagant Ιαπωνικό συνδυασμό. Το soundscape φυσικά θα έπρεπε να είναι αντάξιο της περίστασης. Όπως θα περίμενε κανείς, η συλλογή ξεκινάει με ένα remix του Un bel di vendremo της όπερας Madama Butterfly (Madam Butterfly - Malcolm McLaren). Στη συνέχεια υπάρχει μία ιδανική για αυτούς που έχουν mood swings μίξη που περιέχει το Song to the Siren - This Mortal Coil, Stranger in Moscow - Michael Jackson, The Cars - Drive, Alice - Cocteau Twins, Songbird - Fleetwood Mac και πολλά άλλα τα οποία μπορείτε να τα δείτε στο βίντεο.
Για έναν σχεδιαστή είναι σημαντικό να έχει ανοιχτό μυαλό και να δέχεται προσλαμβάνουσες από παντού. Η ιστορία της μόδας είναι εξαιρετική, αλλά ο οποιοσδήποτε θέλει να το πάει ένα βήμα παρακάτω οφείλει να ανοίξει τα μάτια του και να δει πέρα από τις βιτρίνες και τα τετριμμένα. Η μουσική είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της μόδας, το ίδιο και η ζωγραφική, η λογοτεχνία αλλά και η φύση. Όσο περισσότερα τα ερεθίσματα τόσο πιο ενδιαφέρουσα η δουλειά, ιδιαιτέρως όταν κάτι έχει την προσωπικότητα του δημιουργού. Οι εικόνες που μας μένουν μετά από χρόνια είναι αυτές που έχουν να διηγηθούν μία ιστορία και αυτές που από πίσω τους έχουν μία σκέψη βαθιά.
Πλέον τα shows έχουν καταλήξει να είναι άψυχες εικόνες που ζητούν προκλητικά και με αγένεια να αγοραστούν όσο το δυνατόν πιο σύντομα. Αυτό φυσικά έχει ως αποτέλεσμα το fashion week ως θεσμός να έχει απαξιωθεί σε σημείο που τείνει να καταργηθεί. Θεωρώ πως είναι τρομερά σημαντικό να ανατρέχουμε σε τέτοιου είδους shows και να βλέπουμε πόσο ζωτικό για την ύπαρξη της μόδας είναι να συνδυάζουμε την κουλτούρα, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνία μας με την μόδα και να ξεφύγουμε από το επιφανειακό κομμάτι του εμπορίου.
Το Guccifest έδωσε μία ανέλπιστα όμορφη και φρέσκια πνοή στην εβδομάδα μόδας και κατ᾽ επέκταση σε όλον τον χώρο.
Τα τελευταία χρόνια υπήρχε έντονη συζήτηση για το αν τα fashion week είναι ξεπερασμένα και για το αν θα πρέπει τα brands να τα αφήσουν πίσω τους και να μυηθούν στη νέα digital πραγματικότητα. Κάποια brands έκαναν όντως πίσω και παρουσίασαν κατευθείαν τις συλλογές τους στα social media τους και στο Vogue Runway, αλλά προφανώς το να λησμονηθεί ένας τέτοιος θεσμός ο οποίος είναι κάτι πολύ παραπάνω από την παρουσίαση των νέων συλλογών, είναι κάτι, μάλλον ακατόρθωτο. Ή έτσι φαινόταν προ Covid.
Τα fashion week ακυρώθηκαν λοιπόν. Ξεκινάνε όλοι να δίνουν ακόμα περισσότερη βάση στην digital παρουσίαση, γιατί δεν έχουν και άλλη επιλογή. Αμέτρητα videos, διαδικτυακά shows, συνεργασίες με influencers κοκ. Τίποτα δεν άφησε το στίγμα του. Οι θεατές δεν ασχολήθηκαν στιγμή παραπάνω από αυτήν που το είδαν. Λογικό, βέβαια γιατί για να είμαστε απόλυτα ρεαλιστές αυτή είναι η digital πραγματικότητα. Καταιγισμός εικόνων, πληροφορίες, art directors παντού, εικόνες ίδιες, εικόνες με μικρή διαφορά, η έμπνευση ανύπαρκτη ή και μεγάλη, αδυνατείς να το ξεχωρίσεις γιατί δεν προλαβαίνεις, προχωράς στην επόμενη εικόνα, πρέπει να τα δεις όλα αλλιώς είσαι ανενημέρωτος. Τελικά δεν σου έχει μείνει τίποτα στο τέλος της ημέρας. Αδιαφορία.
Το Guccifest όμως συζητήθηκε. Για την ακρίβεια η Gucci συζητιέται τα τελευταία 5 χρόνια σε ο,τι και να κάνει. Το 2015 ο Alessandro Michele πήρε το creative direction του οίκου και σε μία εποχή που κάναμε praise το contemporary minimalism, πάθαμε όλοι παροξυσμό με το maximal vintage kitsch του maestro, όπως αποκαλεί τον Michele o Marco Bizzarri, πρόεδρος και CEO της Gucci.
"Προσπαθώ πάντα να βάζω κάτι λάθος εκεί, κάτι σαν μόλυνση, η τελειότητα δεν υπάρχει, για αυτό ας γιορτάσουμε αυτά τα πράγματα τα οποία είναι λάθος με έναν ωραίο τρόπο"
Πολλοί βρίσκουν άσχημη την αισθητική αυτή και ενδεχομένως συγκεκριμένα κομμάτια να μην αντικατοπτρίζουν αυτό που έχουμε στο μυαλό μας ως ωραίο. Παρόλα αυτά, δεν άργησε πολύ μέχρι το vintage-kitsch ( ή Geek-Chic όπως το αποκαλούν πολλοί) της Gucci να γίνει ένα νέο κίνημα, το οποίο ασπάστηκε όλος ο χώρος της μόδας και ιδιαίτερα πολλοί δημιουργοί οι οποίοι συνεχίζουν να εμπνέονται από αυτό ή και να προσπαθούν να το αντιγράψουν.
"Ο κόσμος νομίζει ότι η μόδα είναι απλά ένα ωραίο φόρεμα, αλλά δεν ισχύει. Είναι μία μεγαλύτερη αντανάκλαση της ιστορίας και της κοινωνικής αλλαγής και πολλά δυναμικά πράγματα. Εάν θέλεις να παράγεις κάτι καινούριο, ιδιαιτέρως τώρα, χρειάζεσαι περισσότερες γλώσσες. Δεν θέλω να πεθάνω στο marketing. Στο τέλος της ημέρας χρειάζεται να πουλήσεις, αλλά είναι σαν μία μεγάλη τοιχογραφία - και η τοιχογραφία μιλάει σε όλους"
Ο Michele είναι ένας άνθρωπος με αξιοθαύμαστα πολλές προσλαμβάνουσες. Εάν κάποιος παρατηρήσει τις συλλογές του, διαβάσει για αυτές, τον ακούσει να μιλάει, θα καταλάβει ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο από αυτά που κάνει. Από την cult επιρροή του από το Christianne F, μέχρι την goth σύλληψη της Κιβωτού του Νώε και την glam 70᾽s εκδοχή του Μάη του 68, o Alessandro Michele εντυπωσιάζει όχι μόνο με το πως και που τοποθετεί επιρροές του αλλά και με την συνδυαστικότητα που διαθέτει ώστε όταν παρουσιάζει κάτι ούτε να φαντάζει τυχαίο αλλά να μοιάζει αβίαστο (και είναι αβίαστο) και να κρατάει την κινηματογραφική-vintage-kitsch αισθητική του.
Αυτές του φυσικά οι γνώσεις, οι προσλαμβάνουσες του αλλά και η συνεχής του όρεξη να γνωρίζει νέους κόσμους είναι οι κύριοι λόγοι που έχει καταφέρει να αφήσει το δικό του στίγμα στον χώρο της μόδας, σε μία εποχή που όλα είναι αδιάφορα και οι περισσότεροι οίκοι ενδιαφέρονται μόνο για τις πωλήσεις και από την στιγμή που τις καταφέρνουν με στεγνό μάρκετινγκ έχουν παρατήσει και το design αλλά και την έμπνευση. Επιφανειακές εικόνες σε επιφανειακό κοινό για τη νέα επιφανειακή μας πραγματικότητα.".
Δεν μπορείς να είσαι απλά μία εικόνα - πρέπει να βρίσκεσαι έξω να πολεμάς κάθε μέρα. Σκέφτηκα πως αν η δουλειά γίνει η προσθετική για να κάνει την ζωή σου καλύτερη, όταν την βγάλεις από πάνω σου, τότε θα πεθάνεις. Δεν θέλω αυτήν την προσθετική. Θέλω την ζωή μου."
Για αυτό το Guccifest είχε επιτυχία. Ο Michele βρίσκεται εκεί έξω συνεχώς, ανακαλύπτοντας τον κόσμο, δίνοντας, έτσι, ζωή στην δημιουργικότητα του. Προωθεί συνεχώς νέους καλλιτέχνες και δίνει όνομα στους σχεδιαστές που βρίσκονται πίσω του. Με μία digital παρουσία η οποία έχει πάντα κάτι καινούριο και ενδιαφέρον να δώσει, καμπάνιες που τις παρακολουθείς και στέκεσαι εκεί, η Gucci έχει κερδίσει τον αγώνα, κάθε αγώνα. Το Guccifest ήρθε απλά για να μας αποδείξει πως ο Alessandro Michele ξέρει τι κάνει και γιατί το κάνει. Και πως για άλλη μια φορά δεν μας έδωσε ένα βίντεο με ρούχα, αλλά ένα story μέσα από το οποίο δεν προώθησε απλά μία συλλογή, αλλά και τους ανθρώπους που δούλεψαν γύρω από αυτό. Έδωσε φωνή σε όλους και βγήκε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα χρησιμοποιηθεί ως καλούπι για τους υπόλοιπους."
Γιατί η μόδα είναι σαν ποπ μουσική στα 80's - κάτι ζωντανό, όχι απλά μία μπουτίκ για πλούσιους ανθρώπους"
https://www.guccifest.com/#/en/
"Fashion dresses humanity, art lays it bare and music is a massage to the atrophied muscles of collective awareness." Ένα απόφθεγμα από το τρίτο επεισόδιο του Gucci Fest, μία σειρά από βίντεο που συνθέτουν μία ταινία μικρού μήκους και αντικαθιστούν την παρουσία της Gucci στο κλασσικό Fashion Week, με την υπογραφή του μοναδικού Alessandro Michele σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Gus Van Sant. Σουρρεάλ, με την χαρακτηριστική vintage-kitsch αισθητική που μόνο ο Michele μπορεί να κάνει deliver και με συνεχείς καλλιτεχνικές αναφορές, το Gucci Fest είναι όντως αυτό που χρειαζόμασταν να δούμε σε έναν κορεσμένο χώρο που σχεδόν καμία παρουσίαση είτε είναι digital, είτε όχι δεν έχει αφήσει το στίγμα της τον τελευταίο καιρό. Ως απάντηση στο άρθρο του Business of Fashion, λοιπόν, για το εάν η Gucci μπορεί να επαναπροσδιορίσει τα Fashion Show, θα απαντήσω ότι το έκανε ήδη και πολύ πετυχημένα. Ο Alessandro Michele έχει επαναπροσδιορίσει εδώ και χρόνια το τι κατεύθυνση θα έπρεπε να πάρει ο χώρος της μόδας από καλλιτεχνικής άποψης. Θα υπάρξει σχετική ανάλυση μέσα στις επόμενες μέρες και αφότου βγει και το τελευταίο επεισόδιο του Gucci Fest.
Απόσπασμα διαλόγου από το 3ο επεισόδιο του Gucci Fest:
“I wanted to tell you a few things I was mulling over,” says Achille, as he ruminates. “That we live in an era that’s a bit anxious, created of conflicts and confrontations, but also the coexistence of joyful differences. We live in rather tense times, full of conflicts and confrontations, but also of differences that manage to co-exist, of joyful differences. And you can see this manifest itself in many different cultural contexts. Even though the differences persist, art, music, fashion, theatre, cinema.” “Fashion dresses humanity, art lays it bare,” he continues, as Harry intently listens. “And music is a massage to the atrophied muscles of collective awareness. We could say that this is the age of intermingling. An age marked by a certain lack of faith in our future. But one where awareness of present is vivid (...) there have been other times, in which the same thing happened and a consideration of the present is very important. Distant times, after the Renaissance.”