Ξερεις τι παει να πει να εχεις πιασει πατο; Προφανως οχι. Θα σου εξηγησω εγω, να πιασεις πατο σημαινει να μην εχεις λογους να πας μια βολτα. Να μην εχεις λογους να αφησεις το κρεβατι σου. Να μην εχεις λογους να τρως, να βλεπεις κοσμο. Να μην εχεις ορεξη για τιποτα. Να μην αναγνωριζεις τον εαυτο σου. Να μην σε τρομαζει το ειδωλο σου τον καθρεφτη βλεποντας το με μαλλια αχτενιστα, ματια πρισμενα απο το κλαμα και προσωπο κατακοκκινο εξαιτιας εκεινου του κλαμματος που εριξες χθες το βραδυ. Να εχεις πιασει πατο σημαινει, να εισαι μεσα σε ενα πηγαδι αλλα να μην εχεις τη θεληση να βγεις. Να εχεις πιασει πατο σημαινει, να μην αισθανεσαι ο εαυτος σου αν δεν λαβεις ενα μηνυμα απο τον ανθρωπο που αγαπας. Να αισθανεσαι ο εαυτος σου αν δεν βλεπεις καθολου το ατομο που αγαπας. Να μην αισθανεσαι ο εαυτος σου αν δεν ξερεις τι κανει το ατομο που αγαπας. Εν ολιγοις; Να μην εισαι ο εαυτος σου χωρις τον ανθρωπο που αγαπας.
Φετος το καλοκαιρι εαυτε μου, κατα καποιο τροπο επιασες πατο. Ετρωγες λιγο, εβγαινες λιγο, κοιμοσουν λιγο, αντιθετως εκλαιγες πολυ. Ξαπλωνες νωρις χωρις ομως κανεναν σκοπο να κοιμηθεις. Ξαπλωνες νωρις ετσι ωστε να καθησεις ωρες στο ταμπλερ, να κλαψεις ωρες καθως και να ψαξεις παλιες συνομιλιες που θα σε εφταναν στα προθυρα να του στειλεις. Αλλα εαυτε μου, εκανες λαθος. Δεν εκανες αυτο που ηθελες, εκανες αυτο που επρεπε και γι’αυτο βασανιστηκες τοσο. Αν εκεινο το πρωινο, καθως ησουν στο λεωφορειο και ανεβαινες στροφες του εστελνες ολα θα ηταν αλλιως τωρα. Αν εκεινο το βραδυ που ειχε μεινει μεσα μεχρι αργα και ειχες ανησυχησει ολα θα ηταν αλλιως τωρα. Αν τοσα πρωινα και βραδυα που καθοσουν και εκλαιγες και παραπονιοσουν για αυτον εστελνες ολα θα ηταν αλλιως τωρα.
Μα τωρα; Τι γινεται τωρα; Τι ειμαστε εμεις; Τι μπορω να τον αποκαλεσω; Ερωτα, απωθημενο, ή φιλο; Μηπως τιποτα; Μηπως ειμαστε παλι δυο ξενοι, που μοιραστηκαν τις καλυτερες μερες και νυχτες τους μαζι; Μηπως ειμαστε δυο ξενοι, που αρκετα κομματια τους ανηκουν στον αλλον; Μηπως ειμαστε δυο ξενοι, που οταν θα ξανασυναντηθουν θα αγκαλιαστουν, και ο ενας θα παρει ζωη μεσα απο αυτη την αγκαλια; Μηπως ειμαστε δυο ξενοι, που γνωριζουν που εχει ο καθενας του πληγες, σημαδια ή ακομα και κενα, απο αδειες αγαπες που τους στιγματησαν; Μηπως ειμαστε δυο ξενοι, που γνωριζουν την καλυτερη και τη χειροτερη μερα, εμπειρια, χρονια, σχεση του καθενος; Μηπως ειμαστε δυο ξενοι, που μονο ξενοι δεν ειναι; Δεν ξερω αν θα μπορεσω να τον δω ξανα σαν φιλο, ποσο μαλλον σαν ξενο. Δεν μου ειναι ξενος. Τον ξερω καλα. Αναμεσα σε χιλια γελια μπορω να αναγνωρισω το δικο του. Αναμεσα σε χιλια προσωπα μπορω να αναγνωρισω το δικο του. Αναμεσα σε χιλια αρωματα μπορω να φτασω στο δικο του. Αναμεσα σε χιλια ατομα μπορω να τον αναγνωρισω.
Ημουν η μοναδικη που αγγιξε τα σπασμενα κομματια του χωρις να φοβαται αν θα κοπει. Ημουν η μοναδικη που ακομα κι οταν ματωσε δεν εφυγε. Ημουν η μοναδικη που τον ακουγε αδιακοπα, χωρις να την νοιαζει αν θα του πει για αυτην. Ημουν η μοναδικη που τον ηξερε πολυ καλα, πριν καν τον γνωρισει, παρ’ολα αυτα εμεινε. Ημουν η μοναδικη που τον ηξερε, τον γνωρισε καλυτερα, τον ανεχοταν συνεχως, ηταν εκει συνεχως παρ’ολα αυτα την ξεχασε τοσο ευκολα.
Αυτο δεν το γραφω για να τον κατηγορησω. Εξαλλου παντα ηξερα πως νιωθει για εμενα, παρ’ολα αυτα εμπλεξα τα συναισθηματα μου και εφτασα εδω. Δεν πειραζει. Χαλαλι.
Λοιπον, κλεινοντας ας απευθυνθω σε αυτον. Θελω να ξερεις, το δεις αυτο ή οχι, πως αυτα που σου ειχα πει εκεινη τη νυχτα ακομα τα εννοω. Ο,τι και αν ειπα ακομα το εννοω. Αμφιβαλλω βεβαια αν τα θυμασαι. Σ’αγαπω πολυ, φιλικα και μη, ως γνωστοι και μη, ως φιλοι και μη, ως αγνωστοι και μη.