Κι έγινε τ'όνειρο, ταξίδι
少林寺, Photo by Deminius, 1/8/2014, 06:10:48 Σ’ένα ξέφωτο στην άλλη άκρη της Γης, μια στάση εκεί που όλα ξεκίνησαν, όλα αρχίζουν μα ποτέ δεν τελειώνουν: αέναος ο δεσμός κι οι κύκλοι εναλλάσσονται, εξελίσσονται, διευρύνονται, ομορφαίνουν, πληρούν κι εκπληρώνουν. Προσωπικοί, μοναδικοί. Μα και συλλογικοί ενίοτε, της Ομάδας. Στο δικό μου μονοπάτι, σ’ένα βουνό που την ψυχή και τη ζωή σε θάλασσες ατίθασες προσανατολίζει. Κι ορίζει φάρους, ξέρες, αγκυροβόλια, ανοιχτωσιές. Μα πιότερο όλων, εγγυάται συνοδοιπόρο το Βοριά. 3 εβδομάδες σχεδόν, μακριά. Απ’όλα τα δεδομένα: τις βουτιές και τις άπνοιες στο γαλανό, τις αγκαλιές, τις ρακές. Απ’όλα τα συνήθη: τις υγιείς συνθήκες υγιεινής, το καθαρό φαγητό με φρέσκες σαλάτες, γαλακτοκομικά και φρούτα, το internet. Από τα καθημερινά: τα λόγια, τα “να προλάβω”, τις βόλτες, τις πολιτικές αναλύσεις. Μακριά απ’όλα. Γιατί έτσι ήθελα. Βίωσα. Δεν πήγα ταξίδι. Τα όριά μου ξεπερνούσα. Δεν έκανα προπόνηση. Από το εγερτήριο στις 4.30 και το πρώτο τρέξιμο στις 5, μέχρι την τρίτη προπόνηση που έκλεινε τη μέρα στις 18.00, όταν δεν είχαμε bonus τέταρτη, μετά το δείπνο, στις 20.00. Από την τροφή: κότες να σφάζονται μπροστά μας, δίπλα στο σκουπιδοντενεκέ, και να “ψήνονται” για να συνοδεύσουν το ρύζι, πάντα ρύζι, σε κουπάκια, “πλυμμένα” σε μια λεκάνη με νερό κι ένα πατσαβούρι που ενδεχομένως, είχε καθαρίσει τουαλέτες προηγουμένως. Από τον όροφο της κουκέτας, μια τάβλα για κρεβάτι, που μοιράστηκα με 4, σ’ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα κι ένα χαρτόνι για παράθυρο. Κι εκείνο το νιπτήρα για 15, που Κινέζοι κι Έλληνες χρησιμοποιούσαμε για να πλένουμε το κατσαρόλι στο οποίο τρώγαμε, το πρόσωπo, τη μπουγάδα μας, και τα παπούτσια, τις μασχάλες και τα πόδια τους τα Σαολίνια. Κι εκεί, επέμενα, με το παγωμένο, κατεψυγμένο σχεδόν, νερό σ’ένα ασθμαίνον ντους για μέρες. Κι εκείνο το άλλο ντους για 4, ζεστό ‘νταξ’, που επικοινωνούσε δια της οσμής με τις τουαλέτες, με μεσοτοιχία που σταματούσε ένα μέτρο κάτω από το ταβάνι! Και τη μυρωδιά του βόθρου παντού, στο δρόμο, στο δωμάτιο, στις προπονήσεις, στο “εστιατόριο”, στην ανάπαυση. Για μέρες πολλές, τόσο κοντά στο ιερό που έχει αναγνωρίσει η UNESCO ως μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Κι όμως. Έφυγα. Και πήγα στην παιδική μου Κινεζία. Στη γη που λάτρεψα ακαδημαϊκά για κάθε σκεπτικό, χάρτη, ιδεολογία, ιδεόγραμμα κι εφαρμογή αληθινής Στρατηγικής. Στρατιωτικής ασφαλώς, γνήσιας, ηπειρωτικής πρωτίστως, που κόντραρε τη θάλασσά μου και της θάλασσας το μέγα Κράτος ως κριτήριο παγκόσμιας κυριαρχίας διαχρονικά. Στη Χώρα που κόκκινο ηγετικό είναι το χρώμα της, και ας σιωπά καίτοι υπερδύναμη. Στο Κράτος που ο Υπαρκτός δεν έγινε ακόμα ανύπαρκτος ενόσω εκ-καπιταλίζεται επιλεκτικά δια των πεφωτισμένων, Κομματικά και οικονομικά, elites, σε εμπορικά κέντρα με apple store και μια επαρχία χωρίς αποχέτευση, καθαρό νερό, και σαπούνι, με κατοίκους που φτύνουν παντού, δε μιλούν μια λέξη αγγλικά, και καμαρώνουν για οποιαδήποτε στολή τους φορά το καθεστώς. Άκου: αν δεν καταλάβεις Κομμουνισμό και Βουδισμό, Κίνα δε νιώθεις. Αν δεν εμβαθύνεις στο αρχέγονο, στο 少林 (Shaolin), δε θα φτάσεις ποτέ εκεί. Αν δεν κατανοήσεις πόσο σημαντικό τους είναι να εκτοπίζουν κάθε προσωπική φιλοδοξία, επιθυμία και πρωτοβουλία, μην κάνεις το ταξίδι. Κομμουνισμός και Βουδισμός, ένα, μια χώρα, ένας πολιτισμός, μια κουλτούρα. Η γη του καπιταλιστικά Κομμουνιστικού παραδείσου, που ξεπουλά smartphones ενώ απαγορεύει τα social media, και φτιάχνει δυτικότροπα εμπορικά κέντρα, ενώ στην είσοδο του GAP, στον κεντρικό πεζόδρομο του Πεκίνου, αφοδεύει η μικρή Κινέζα. Το υπερμεγέθες Κράτος όπου διαβιούν με απόλυτη πειθαρχία και ιεραρχία ατελεύτητη, 1.3 δις άνθρωποι, καταναλωτές και πολεμιστές αν το ζητήσει ο πατερούλης. Έφυγα και πήγα στην Εστία της Τέχνης και της Πράξης του Shaolin Kung Fu, στην πηγή του 禅 (Chan). Κάθε σταγόνα ιδρώτα, ήταν δροσιά. Κάθε πόνος, χαμόγελο. Κάθε “δεν αντέχω άλλο”, ένα βήμα ψηλότερα. Κι αυτό το βήμα πάντα γινόταν. Έφυγα κι ανακάλυψα κορυφές. Εκείνες που ήδη ονειρευόμουν, αλώνιζαν κι άλωναν τις σκέψεις μου νύχτες και μέρες, χρόνια τώρα. Όλες εκείνες που λατρεύω: απρόσιτες, προκλητικές, ανείπωτες. Αυτές που ήταν κρυμμένες πίσω από σύννεφο πυκνό, αδύνατον να τις αντικρύσω έγκαιρα για να χαράξω πορεία, να υπολογίσω απόσταση και κόπο. Δεν τις έβλεπα και δε μ’ένοιαζε, διότι ανέβαινα: ξημέρωμα, στον ήλιο του μεσημεριού, σε ανηφόρες, με σκαλοπάτια που τσάκιζαν τα γόνατα, μα και τις νύχτες κάτω από αστέρια σε Κινέζικο ουρανό. Κι ήταν αυτός ο μόνος ουρανός στο πάντα μου, που κοίταξα κι αρνήθηκα να καταγράψω τις σταθερές μου: τον Βέγα στο σβήσιμο της δύσης τα βράδια, και τον Αποσπερίτη πριν χαράξει η αυγή. Δεν ήθελα, δε θέλω. Μου αρκούσε που βρισκόμουν εκεί, εκεί που ήμουν. Με μόνη σταθερά το γκρι και το πορτοκαλί, γύρω μου, μέσα μου. Και πόνο γλυκό.
1.000 σκαλοπάτια, μόνο 1.000, Deminius @Da Mo Διότι μόνο όταν πονάς, πορεύεσαι, ανεβαίνεις: όταν πονάς, δε νιώθεις, λαμβάνεις, καταλαμβάνεις, απολαμβάνεις. Με κείνο το “μπορώ” που περιφρονεί το “δεν αντέχω”, και γίνεται “θέλω”, για να καταλήξει στο αγέρωχο, μοναδικό, “είμαι”. Και τις κατέκτησα. Το 少林 (Shaolin) είναι βίωμα. Είναι ο Sifu Yian Ao κι ο Sifu Djo που στέργουν στην άκρη της ματιάς σου, σε ό,τι κοιτάς, σε αυτό που βλέπεις. Τότε που η λογική και η δύναμη σε γειώνουν κι απογειώνουν ταυτόχρονα. 少林 (Shaolin) είναι το 禅 (Chan). Και 禅 είναι να προχωράς, να προσπερνάς, να πέφτεις, να σηκώνεσαι. Είναι ο δεσμός της ελευθερίας: του “είμαι” με τα “θέλω μου” κι όλα τα “πρέπει σας” στην άκρη. Είναι να επαναπροσδιορίζεις προτεραιότητες, με πρώτη πάντα, το επόμενο ταξίδι το δικό σου, μακρύτερα, ψηλότερα, βαθύτερα. 禅 είναι να διαγράφεις, να μη βαλτώνεις σε ανάγκες, συναισθήματα, ανθρώπους, προφανή, δεδομένα, στεγανά. Να μην παλεύεις για στρεβλούς σκοπούς, στόχους μάταιους, ετερόφωτους, επαναφορτιζόμενους, ολίγιστους. Να μην αράζεις στο ημιτελές, μα να ανανεώνεις ασταμάτητα το της στιγμής το τέλειον και ατελές συνάμα. Να αδιαφορείς για τις αναστολές, τα “ίσως”, τα υπονοούμενα, τις παρακάμψεις, τους μικρούς, και κάθε μέσο όρο. Και τη δική σου περηφάνεια κι αξιοπρέπεια να οικοδομείς, να χαλυβδώνεις, να επιβάλλεις. Όχι, δεν είναι όλα τα ταξίδια για όλους, γιατί δεν είναι όλα τα ταξίδια ψώνια, ημιδιαφανείς tuniques, γένια 5 ημερών, αισθαντικά τριήμερα, διάσημα εστιατόρια, μουσεία και μπουγέλα. Δεν είναι όλα τα ταξίδια στα αγγλικά, είναι και σε γλώσσες που δε γνωρίζεις κι όμως καταφέρνεις να επικοινωνείς σαν να γνωρίζεσαι χρόνια, και να μιλάς, να διδάσκεσαι, χαρά να δίνεις και να παίρνεις, χωρίς να ξέρεις καν την ερώτηση “πώς σε λένε”. Υπάρχουν ταξίδια ψυχής που γίνονται ζωή σου, για να θυμίζουν όσα η καθημερινότητα, τα σημαντικά ασήμαντα, και κάτι δήθεν συλλογικότητες ροκανίζουν, και ανάγουν σε μείζονα, δικαιωματικά, αναφαίρετα και αναντικατάστατα. Τα ταξίδια της πληρότητας που φέρνει η στέρηση, η απλότητα, η λιτότητα, τα απολύτως απαραίτητα. Το “οὐδέν ἔχει και πάντα ἔχει” του Ιερού Χρυσοστόμου. Εκείνα τα ταξίδια που μετράς ένα - ένα τα 1.000 σκαλιά που αποφάσισες ν’ανέβεις κι άλλα τόσα να κατέβεις, για τη στιγμή που καρφώνεις το βλέμμα στο Ντα Μο, για να Σου πεις “μονάχα εκεί, εγώ”. Και νέα σκαλιά ν’αναζητάς, περισσότερα, δυσκολότερα. Για τη στιγμή σου. Δε γράφτηκε στη μνήμη αυτό το ταξίδι. Στην καρδιά χαράχτηκε ώστε κάθε χτύπος εκεί να με στέλνει, να αφουγκράζεται, να προστρέχει. Διότι έγινε όταν έπρεπε να γίνει. Για μένα. Διότι προκάλεσε, άναψε, θέριεψε κάποια που ησύχαζαν. Σε μένα. Διότι απαίτησε κι έλαβε αυτά που δικαιούτο. Από μένα. Διότι κατέστησε εκείνο το 走 (Το), 加油 (Jia Yo). Κι αυτό αρκεί. Γι’αυτό και το επόμενό μου ταξίδι ήδη ξεκίνησε. Επειδή σ’ένα 加油 είν’όλα, και είμαι εκεί.












