Ξέρω ότι κάθε νύχτα βλέπεις εφιάλτες και ότι δεν κοιμάσαι καλά
Και μακάρι να ξυπνούσα κάθε μέρα σε μήνυμά σου από τις 3 το πρωί όταν ξύπνησες για να μου πεις τι έγινε, ή τουλάχιστον για να ξέρω πόσες φορές έχεις ήδη ξυπνήσει σήμερα πριν από εμένα.
Αλλά δεν μου στέλνεις.
Και ούτε μου λες αφού ξυπνήσω, παρά μόνο αν σε ρωτήσω εγώ για το πώς κοιμήθηκες.
Κι ακόμα και τότε δεν το σχολιάζεις.
Μου την σπάει καμιά φορά που φοβάσαι να συζητήσεις για τους φόβους σου
Λες και στην σκέψη ότι θα ξεστομίσεις αυτό που φοβάσαι, ε θα γίνει κιόλας.
Τέλος πάντων.
Νομίζω το τι προσπαθώ να πω είναι ότι, δεν αγαπιόμαστε το ίδιο, πάλι.
Εγώ θέλω να ξέρω πώς είσαι και στον ύπνο σου και στον ξύπνιο σου.
Θέλω να ξέρω ότι όταν δεν ήσουν καλά, σε εμένα θα έστελνες μήνυμα, όχι για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα, αλλά έτσι, απλώς για να ξέρω.
Αλλά δεν ξυπνάω βρίσκοντας τέτοια μηνύματα.
Αν είμαι τυχερή βρίσκω ένα «καλημέρα!».
Ποτέ δεν θα μάθεις ότι όταν ξυπνάω από εφιάλτη μέσα στη νύχτα πρέπει να φορέσω κάλτσες για να νιώσω καλύτερα, και να πάω για κατούρημα επειδή αυτό μου έμαθε η μαμά μου να κάνω όταν είμαι φοβισμένη· να κατουρώ, και έτσι δεν θα είμαι ποτέ κατουρημένη απ'τον φόβο μου.
Τέλος πάντων.
Και να σ' τα πω όλα αυτά, θα απαντήσεις με κάτι μικρό όπως κάνεις κάθε φορά που σου ανοίγω την καρδιά μου κι εσύ «δεν ξέρεις τί να πεις».
Ποτέ δεν ξέρεις. Ποτέ δεν λες. Ποτέ δεν ρωτάς.
Απορώ γιατί μένω, ώρες ώρες.
Τέλος πάντων, κοντεύει 6.
Πάω να βάλω κάλτσες.
Άκυρο, το έμαθε
















