και να μου μένει ένα τίποτα
και αυτό το τίποτα να είναι τα πάντα μου
Ο κόσμος μου, οι τέσσερις μισοριγμενοι τοίχοι, που πάνω στον ασβέστη χαραμισα
και άφησα το μισό μου σώμα.
Εκεί που χορεύω και καμία μουσική
δε συντονίζει τα βήματα μου,
Και γίνομαι όλο και πιο βαριά,
να περιμένω τα ληγμένα νέα τους.
Μοίραζα φτερά στα παιδιά μου και κάποια τα αντάλλαξαν με άγκυρες,
Πλάτες γυρίσανε σε παρελθόν και μέλλον.
Έμεινα δίπλα στο παράθυρο να απορώ,
αν έφταιξε η αγάπη μου που πότισε
Γιατί οι καρποί των τυψεων
δε συνάντησαν τις ρίζες της απελπισίας μου?
Εγώ φταίω, στην τελική σα δέντρο
ακούνιτη, παράλυτη να υπνωτιζομαι
από την ομορφιά του δρόμου
αναζητωντας τη θολή τους όψη.
Εγώ φταίω που δεν έχω πια να δώσω.
Ένα παράθυρο και αυτό μισό.
Μισό παράθυρο με θέα στο τίποτα.
Αφιερωμένο στη γιαγιά μου και γενικά σε όλους τους ηλικιωμένους με κινητικά προβλήματα ή βαριά περιστατικά που αντικατεστησαν τα πόδια τους ή τα χέρια τους με αυτά των παιδιών τους, ακόμα και των εγγονιων τους.