Ο θάνατος του Σεφέρη
Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου.
Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό).
Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.
Επί Ασπαλάθων
Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού πάλι με την άνοιξη. Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια και τους κίτρινους ανθούς. Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη... Γαλήνη - Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον; Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια· τ' όνομα του κίτρινου θάμνου δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς. Το βράδυ βρήκα την περικοπή: «Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει «τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι». Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος
Το “Μυθιστόρημα” του Σεφέρη
Το έργο του Σεφέρη και η προσφορά του στα ελληνικά γράμματα δεν μπορούν να εσωκλειστούν σε μια αφιερωματική δημοσίευση, ωστόσο παραθέτουμε ένα απόσμασμα του “Μυθιστορήματος¨, μιας συλλογής που για τους αναλυτές αποτελεί στροφή απο έναν γαλλικής προέλευσης συμβολισμό, προς μια αγγλοσαξονικής προέλευσης (T. S. Eliot) υπαινικτική και δραματική πλαστικότητα. Στροφή απο τις παραδοσιακές μορφές στίχου, με τον “εξωτερικό' και “λυρικό” ρυθμό της μετρικής τους, προς τον ελεύθερο, πεζολογικό και κουβεντιαστό στίχο, με την αυστηρή, ωστόσο, “εσωτερική” ρυθμικότητά του. Έτσι εμφανίζεται η νέα, μοντέρνα, και καθοριστική για τις επόμενες γενιές, “βαριά σκιά” της ελληνικής λογοτεχνίας και του ελληνικού πνεύματος γενικότερα.
Ο ποιητικός ρυθμός εσωτερικεύεται, ο στίχος απεκδύεται τα εξωτερικά του στολίδια, ενώ μια λιτή και “ταπεινή' ποιητική μέθοδος αναδύεται, γεμάτη υποβλητικότητα και τραγικότητα. Το νέο αυτό ποιητικό ύφος θα εκφράσει μια νέα, επική (δηλαδή μυθιστορηματική) διάσταση της νεοελληνικής συλλογικής συνείδησης.
Θ’ - Γ. Σεφέρης (Μυθιστόρημα)
Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα, ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια, ούτε το φίλο που έφυγε για τ’ ανοιχτά. Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά να ζωντανέψει το κορμί μου και ν’ αποφασίσει. Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά του αλατιού της άλλης τρικυμίας. Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή, το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα, αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή. Τ’ άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ’ ασφοδίλια. Μες στ’ ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ πέρα θέλαμε να βρούμε τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.
Το κεντρικό βίντεο της δημοσίευσης εκτός από ένα “παλιό λιμάνι” είναι και ένα μικρό δείγμα βιντεοσκόπησης της ομάδας του #OffTheRec. Stay tuned έρχονται όμορφα πράγματα στη συνέχεια.







