Γιατί έκλαψα σήμερα
Υπαρχει ενας ανθρωπος στη ζωη μου. Ειμαι ερωτευμενη μαζι του. Τον νοιαζομαι και τον αγαπαω οσο τιποτα άλλο. Με φροντιζει και μου φερεται με στοργη, και είναι παντα εκει για μενα οποτε τον χρειαζομαι. Ειναι ο καλυτερος μου φιλος, και το αγορι μου.
Ειμαστε σχεδον ένα χρονο μαζι, και ειμαστε φιλοι, καλυτεροι φιλοι, εδώ και δυο χρονια. Ταιριαζουμε σχεδον στα παντα, και οπου διαφωνουμε, εχουμε τον τροπο μας να λυνουμε τα προβληματα. Εχουμε γινει πολύ καλοι στο να μιλαμε ο ενας στον άλλο, στο να επικοινωνουμε πραγματικα μεταξυ μας. Αλλα ο λογος γι’αυτό είναι και η αιτια που η σχεση μας, τοσο ιδανικη σχεδον στα παντα, δε θα είναι ποτε τελεια.
Μιλαμε πολύ. Μιλαμε συνεχεια. Αλλα η αληθεια είναι πως αυτος είναι ο μονος τροπος να μενουμε σε επαφη. Ο ερωτας της ζωης μου μενει σε άλλη πολη.
Δεν είναι μονο αυτό. Ποτε δεν ειχαμε τη δυνατοτητα να κανουμε τα πιο απλα πραγματα. Να ξυπνησουμε και να βγουμε για καφε. Να φευγουμε απ’τη σχολη και να παμε σινεμα. Να περασουμε χρονο μαζι οποτε θελουμε. Όχι. Μενω Αθηνα, και μεχρι περσι εμενε Μυτιληνη. Για ένα χρονο ηταν ο πιο κοντινος μου ανθρωπος, ο καλυτερος μου φιλος, και δεν τον ειχα δει ποτε από κοντα.
Δεν τα φτιαξαμε από κοντα, σε καποιο ρομαντικο ραντεβου, κοιτωντας ο ενας τον άλλο στα ματια, αλλα αντιθετα γραφαμε σε μια οθονη όλα οσα νιωθαμε, χωρις να εχουμε αισθανθει ποτε το αγγιγμα ή τα χειλη του αλλου.
Συναντηθηκαμε πρωτη φορα στο μετρο Συνταγματος, όταν ηρθε από Μυτιληνη για να παει Σπαρτη οπου σπουδαζει. Ηταν ο ανθρωπος για τον οποιο γνωριζα τα παντα, περα απ’το αγγιγμα του, όμως κανενας δε σε προετοιμαζει για το ποσο διαφορετικη θα είναι η επαφη απ’την αποσταση. Για μας, αυτό ηταν καλο. Απο πολύ νωρις, αποκτησαμε μια οικειοτητα που δεν ειχαμε ξανανιωσει με κανεναν ποτε. Ειτε φιλιομασταν στη μεση του δρομου, ειτε ημασταν σπιτι, γυμνοι, τρωγοντας πανω στο κρεβατι, τα παντα ηταν καλυτερα από οτιδηποτε ειχα τολμησει να ονειρευτω ότι θα εβρισκα.
Ειχαμε μαθει να μιλαμε, και πλεον μαθαιναμε να συνυπαρχουμε. Να αγαπιομαστε με ένα νέο και συαρπαστικο τροπο. Με φιλια, αγκαλιες, χαδια, με βλεμματα που δεν εκρυβαν ουτε σταλα από το ποσο λατρευομασταν, κανοντας ερωτα για ωρες, ξυπνωντας μαζι κάθε πρωι και ψυθηριζοντας γλυκολογα κατω από κουβερτες. Και όλα ηταν τελεια.
Μεχρι τη στιγμη που χωριζαμε.
Εχω κλαψει πολλες φορες φετος. Στο κτελ της Αθηνας, της Σπαρτης. Στο λιμανι του Πειραια και της Μυτιληνης. Κάθε φορα που ο ενας πηγαινει στον άλλο, ξερω μεσα μου ότι αρχιζει η αντιστροφη μετρηση μεχρι τη στιγμη που ο χρονος μας μαζι θα στερεψει. Και ποτε, ειλικρινα ποτε, δεν ειμαι προετοιμασμενη για τη στιγμη που θα με αφηνει απ την αγκαλια του, και θα πρεπει να συρω τη βαλιτσα μου μεχρι το πλοιο ή το λεωφορειο, ή θα τον κοιταω να φευγει χωρις να μπορω να του δωσω ακομα ένα φιλι, ακομα λιγα σ’αγαπω, χωρις να μπορω να τον ξαναδω για βδομαδες.
Και μεσα σε ολη αυτή την αγαπη και την απογνωση, ένα χρονο μας εδινε κουραγιο μια και μοναδικη ελπιδα: να παρει μεταγραφη για Αθηνα. Κάθε φορα που σκεφτομασταν τα χιλιομετρα που μας χωριζουν, και όλα τα λεφτα που δεν εχουμε για εισιτηρια, γιατι ολες οι οικονομιες μας εγιναν αλλα εισιτηρια, σκεφτομασταν πως ισως, ένα χρονο αργοτερα όλα αυτά θα ηταν μονο μια αναμνηση. Ότι θα μεναμε στην ιδια πολη, ισως και στο ιδιο σπιτι, θα ημασταν επιτελους μαζι, πραγματικα μαζι, όπως όλα τα ζευγαρια, και όπως μας αξιζει.
Και αυτή η ελπιδα, σημερα, διαψευστηκε. Ξαφνικα, όλα τα ονειρα, ολες οι προσδοκιες για μια νεα ζωη, μαζι, κατέρρευσαν. Δεν την πηρε τη μεταγραφη, και δεν προκειται, και ξαφνικα, αναρωτιεμαι τι θα συμβει με μας. Αλλα τρια με τεσσερα χρονια θα μεινει Σπαρτη. Και μετα; Στρατο. Και μετα; Μυτιληνη. Κι εγω; Αθηνα. Και δεν ξερω πως θα γινει να εχουμε σχεση, και να βλεπομαστε τοσο απελπιστικα λιγο, και οσο παει λιγοτερο. Δεν θελω να τον χασω, και δεν ξερω πώς θα ζησω τη ζωη μου μακρια του, ή ποσο θα αντεξουμε πριν καποιος από μας πει «φτανει», και είναι εκνευριστικά αδικο ότι το μονο που καναμε λαθος ηταν ότι μεγαλωαμε σε διαφορετικες πολεις.
Καμια φορα, όπως και σημερα, η συζητηση παει εκει. Όχι τοσο μακρια, στο μετα, αλλα στο γενικο, στην αποσταση, που είναι παντα εκει, ή παραμονευει, ακομα και όταν ειμαστε αγκαλια. Λεμε πως δε θελουμε να χωρισουμε λογω αποστασης, και για να παρηγορηθουμε συμπληρωνουμε πως ο,τι και να γινει, εμεις θα ειμαστε μαζι. Και κανενας απ’τους δυο δεν λεει φωναχτα ότι θα ειμαστε μαζι, αλλα από αποσταση. Αφηνομαστε ο ένας στην ελπιδα που του δινει ο άλλος, προσπαθωντας να αγνοησουμε αυτά που λενε οι σιωπες μας.
Και είναι αδικο. Το ξερω, η ζωη είναι ετσι, αλλα τον αγαπαω, και τον χρειαζομαι, και δε μπορω πια ουτε να φανταστω ένα μελλον με αυτον. Εχω βαρεθει να μην ειμαι πραγματικα μαζι του. Να χανω επετειους, γιορτες, ολες τις στιγμες που με θελει διπλα του. Και το χειροτερο απ’όλα είναι η αβεβαιοτητα. Τιποτα με μας δεν είναι ποτε βεβαιο, περα απ’την αγαπη μας, και το μισος που εχουμε για την αποσταση.












