Γράφει η Έλενα Δρακωνάκη-Δετοράκη, MD, PhD, PostDoc Ακτινολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής Παν/μίου Κρήτης
Υπερηχογράφημα Υψηλής Ευκρίνειας:
Σύγχρονη μέθοδος για τη διάγνωση αρθρίτιδας
Η φλεγμονώδεις αρθροπάθειες είναι χρόνια νοσήματα που προσβάλλουν κατ’ εξοχήν τις αρθρώσεις. Η συχνότερη από τις φλεγμονώδεις αρθροπάθειες είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η οποία προσβάλλει συνήθως άτομα ηλικίας 35-55 ετών, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε άτομα οποιασδήποτε ηλικίας, ακόμη και σε παιδιά. Η νόσος εκδηλώνεται με πρωινή δυσκαμψία, πόνο, διόγκωση και ερυθρότητα των αρθρώσεων, που μπορεί να αφορούν μία ή περισσότερες αρθρώσεις και παρουσιάζουν εξάρσεις και υφέσεις, με τελική κατάληξη καταστροφικές συνέπειες με οστικές διαβρώσεις και παραμορφώσεις των αρθρώσεων. Συνεπώς, η ακριβής διάγνωση της νόσου σε αρχική φάση έχει θεμελιώδη σημασία, αφού επιτρέπει την έγκαιρη θεραπεία και την αποφυγή των μόνιμων αλλοιώσεων.
Τα συνήθη διαγνωστικά εργαλεία περιλαμβάνουν το ιστορικό, την εξέταση από ρευματολόγο και τις εξετάσεις αίματος για ανίχνευση δεικτών φλεγμονής και ρευματοειδούς παράγοντα (RA-test), ενός παθολογικού αντισώματος που ανιχνεύεται στο αίμα των περισσοτέρων ασθενών με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα. Εντούτοις, ο ρευματοειδής παράγοντας δεν ανιχνεύεται σε όλους τους ασθενείς με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα ειδικά στα αρχικά στάδια της νόσου, ούτε το σύνολο των ανθρώπων που έχουν θετικό τεστ για ρευματοειδή παράγοντα αναπτύσσουν τη νόσο.
Τελικά οι ασθενείς υποβάλλονται σε ακτινογραφίες για να εντοπιστούν αλλοιώσεις ενδεικτικές αρθρίτιδας. Η ακτινογραφία, όμως, απεικονίζει μόνο βλάβες από τα οστά (πχ διαβρώσεις), οι οποίες εμφανίζονται μόνο σε προχωρημένα στάδια της νόσου, ενώ δεν είναι δυνατόν να αναδείξει την φλεγμονή του αρθρικού υμένα που αποτελεί το πρωταρχικό αίτιο της ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Επιπλέον, επιβαρύνει τον ασθενή με ακτινοβολία που είναι επιζήμια για την υγεία του, ιδίως αν υποβάλλεται σε αυτή επανειλλημμένα.
Από την άλλη πλευρά, η Μαγνητική Τομογραφία έχει σημαντικούς περιορισμούς στη χρήση της, όπως το μεγάλο κόστος, την απόλυτη ακινησία σε ένα κλειστό κλωβό, ενώ δεν επιτρέπεται σε ασθενείς με μεταλλικά προθέματα ή καρδιακό βηματοδότη. Επιπλέον η Μαγνητική Τομογραφία είναι μια στατική μέθοδος που απεικονίζει το σώμα σε ακινησία και κατακεκλιμένη θέση, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπει τη διάγνωση βλαβών σχετιζόμενων με την κίνηση.
Για τους παραπάνω λόγους αναπτύχθηκε πρόσφατα μια νέα μέθοδος για την απεικόνιση των αρθρώσεων: To Υπερηχογράφημα Υψηλής Ευκρίνειας Μυοσκελετικού Συστήματος (high resolution musculoskeletal ultrasound) είναι μια νέα μέθοδος που χρησιμοποιεί υπερήχους υψηλής ευκρίνειας (αντί για ακτινοβολία ή μαγνητικό πεδίο) για τη διάγνωση και παρακολούθηση αλλοιώσεων ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
Έχει αποδειχθεί από διεθνείς μελέτες ότι το υπερηχογραφημα έχει μεγαλύτερη ακρίβεια στην ανίχνευση φλεγμονής και διαβρώσεων στις περιφερικές αρθρώσεις σε σχέση με την κλινική εξέταση και την ακτινογραφία, ενώ έχει συγκρίσιμη ακρίβεια με αυτή της Μαγνητικής Τομογραφίας (ενδεικτικά ακρίβεια 89-97%). Τα δεδομένα αυτά έχουν οδηγήσει διεθνείς οργανισμούς μελέτης των ρευματολογικών νοσημάτων όπως η OMERACT και η EULAR να ενσωματώσουν τη χρήση του υπερηχογραφήματος ως απαραίτητου συμπληρώματος της ρευματολογικής εξέτασης για τη διάγνωση και παρακολούθηση των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Απαραίτητες προϋποθέσεις για τα παραπάνω είναι η χρήση υπερηχοτομογράφου υψηλής τεχνολογίας με ειδικό εξοπλισμό και η εκτέλεση της εξέτασης απο ιατρό με ειδική εκπαίδευση και εμπειρία. Για τους παραπάνω λόγους η εξέταση δεν είναι διαδεδομένη στην Ελλάδα, ενώ στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης αποτελεί μέρος της καθημερινής πρακτικής και απαραίτητο συμπλήρωμα της ρευματολογικής εξέτασης σε ασθενείς με αρθρίτιδα (οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή, ψωριασική, ουρική κ.α.).
Με το Υπερηχογράφημα είναι δυνατόν να διαγνωστούν πρώιμα αλλοιώσεις αρθρίτιδας σε ενήλικες και σε παιδιά πριν εμφανιστούν στην ακτινογραφία ή όταν τα κλινικά ή αιματολογικά ευρήματα είναι ασαφή ή αμφίβολα. Σε ασθενή με νεοεμφανιζόμενη ή πιθανή (αμφίβολη) αρθρίτιδα, είναι δυνατόν να γίνει εξειδικευμένος υπερηχογραφικός έλεγχος όλων των περιφερικών αρθρώσεων άνω και κάτω άκρων (χαρτογράφηση αρθρώσεων) για καταγραφή των βλαβών και της ενεργότητάς τους. Η εξέταση παρέχει χρήσιμες πληροφορίες στον ρευματολόγο για α) επιβεβαίωση της διάγνωσης (ειδικά σε αμφίβολες περιπτώσεις), β) εντοπισμό κρυφής προσβολής σε αρθρώσεις που δεν έχουν ακόμη εμφανίσει συμπτώματα, ώστε να ξεκινήσει έγκαιρως η θεραπεία γ) βαθμονόμηση έκτασης και ενεργότητας των αλλοιώσεων δ) παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας σε συγκριτικές εξετάσεις ε) διάγνωση συνυπαρχουσών αλλοιώσεων στα περιαρθρικά μαλακά μόρια.
Ιδιαίτερη αξία έχει το υπερηχογραφημα σε περιπτώσεις παιδιών με συμπτώματα από τις αρθρώσεις, όπου υπάρχει η υποψία νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Η εξέταση μπορεί να τεκμηριώσει την παρουσία προσβολής στις αρθρώσεις των παιδιών και να βοηθήσει στην παρακολούθησή τους χωρίς την διενέργεια ακτινογραφιών.
Εκτός απο τη διάγνωση, το Υπερηχογράφημα μπορεί να συμβάλει και στην θεραπεία. Με τη βοήθεια του υπερήχου πραγματοποιούνται καθοδηγούμενες θεραπευτικές πράξεις σε αρθρώσεις ή περιαρθικά μαλακά μόρια, όπως αφαίρεση υγρού ή έγχυση στεροειδών μέσα σε πάσχουσα άρθρωση, εγχύσεις φαρμάκων σε τενοντοπάθειες/ενθεσίτιδες, αφαίρεση ασβεστίου από τένοντες του ώμου κ.α. Στις τεχνικές αυτές η ένεση γίνεται με άμεση συνεχή παρακολούθηση της βελόνας υπερηχογραφικά, εξασφαλίζοντας αποτελεσματικότητα (το φάρμακο εγχέεται ακριβώς στη θέση του προβλήματος που εντοπίζεται με τον υπερηχο), καλύτερη ανοχή από τον ασθενή (λιγότεροι χειρισμοί αφού έχουμε άμεση εποπτεία της βελόνας και άρα λιγότερος πόνος) και μεγαλύτερη ασφάλεια (αποφυγή τρώσης νεύρων, αγγείων, γειτονικών δομών).
Από την Ελενα Δρακωνάκη-Δετοράκη, MD, PhD, PostDoc
Ιατρό Ακτινολόγο, Διδάκτωρ Παν/μίου Κρήτης
Μετεκπαιδευθείσα στην ακτινολογία Μυοσκελετικού
στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Οξφόρδης, Μ. Βρετανία.
http://www.drakonaki.gr/














