Είχαμε κάποτε ένα καράβι. Θέλαμε να ταξιδέψουμε μακριά,να αρμενίσουμε τα πέλαγα,να γνωρίσουμε νέα μέρη. Σου είχα μιλήσει μάλιστα (επίτρεψε μου το δεύτερο πρόσωπο,μου είναι πιο οικείο να μιλάω έτσι,ακόμα και αν δεν πρόκειται να το διαβάσεις) για ένα μέρος για το οποίο μιλάγανε όλοι οι θαλασσόλυκοι του είδους μας,μα λίγοι είχαν καταφέρει να πάνε.
Μαγευτήκαμε απ’την ιδέα,εγώ ξετρελάθηκα. Θέλαμε να κάνουμε το καράβι μας όσο πιο μεγάλο,όμορφο και δυνατό γίνεται,ώστε να μπορέσουμε να πάμε σε πιο μεγάλες θάλασσες,ώστε να τα δούμε όλα. Αρχίσαμε να επενδύουμε σε αυτό. Αρχίσαμε να το ενισχύουμε. Ξεκινήσαμε από ένα μικρό καραβάκι. Σιγά σιγά καταφέραμε να βγαίνουμε στα ανοιχτά,σε λίγο μεγαλύτερες θάλασσες,σε λίγο μεγαλύτερα πελάγη. Καταφέρναμε να αντιμετωπίζουμε τρικυμίες και μικρές καταιγίδες. Δενόμασταν τρομερά,λειτουργούσαμε άριστα. Πραγματική ομάδα!
Ήμουν κατενθουσιασμένος,είχα πιστέψει στην ομάδα μας,είχα πιστέψει πως με αυτό το καράβι θα πηγαίναμε παντού, πως δεν θα είχαμε ανάγκη τίποτα και κανέναν για να φτάσουμε εκεί που θέλουμε. Έτσι,πεπεισμένος πια,επένδυσα ο,τι είχα σε αυτό το καράβι. Με την βοήθειά σου,φτιάξαμε το πιο μεγάλο,όμορφο και δυνατό καράβι που είχα δει στην ζωή μου. Ήταν τα πάντα για εμένα,όλη μου η περιουσία στον κόσμο αυτό. Η ζωή μου περιστρεφόταν γύρω του συνεχώς. Το καμάρωνα καθημερινά. Τα ταξίδια μας με αυτό αποκτούσαν άλλο νόημα.
Έτσι λοιπόν,σαλπάραμε για κάποιο πολύ μακρινό μέρος,εκεί που σύμφωνα με τις μελέτες που είχα κάνει σε ναυτικούς χάρτες, θα βρίσκαμε το πιο όμορφο μέρος που θα είχαμε δει ως τότε. Θα ήταν ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι,αλλά το καράβι μας ήταν τόσο καλό πια,που θα άντεχε κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη. Το πλήρωμα του καραβιού,εμείς δηλαδή,ήταν πια έμπειρο,με καλή συνεργασία,εμπιστοσύνη και αφοσίωση. Μέχρι τότε είχαμε περάσει ήδη πολλές φουρτούνες και καταιγίδες,δύσκολες συνθήκες,είχαμε μάθει να εντοπίζουμε τα προβλήματα του πλοίου και να τα επιδιορθώνουμε. Δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτα όσο είχαμε ο ένας τον άλλον.
Ταξιδεύαμε πολύ καιρό και είχαμε καταφέρει πολύ καλά να τα βγάλουμε πέρα. Μέχρι που κάποια στιγμή συναντήσαμε την πιο τρομερή καταιγίδα που είχαμε συναντήσει ποτέ,πολύ δύσκολες συνθήκες,καθημερινός αγώνας για να επιβιώσουμε,ενώ όποτε κόπαζε η καταιγίδα,υπήρχε ομίχλη παντού,πολύ μουντός καιρός,πολύ μουντό κλίμα. Φοβόμασταν τόσο,που δεν μιλάγαμε καν γι αυτό. Αλλά δεν μπορούσαμε παρά να συνεχίσουμε να πηγαίνουμε.
Σαν να μην έφτανε αυτό όμως,μας βρήκε άλλη μία συμφορά. Αρρώστησα. Κλείστηκα στην γέφυρα του πλοίου,δεν ήθελα να σου πέσει το ηθικό,έδινες κι εσύ μεγάλο αγώνα για το καράβι μας. Άρρωστος όπως όμως ήμουν,δεν μπορούσα να επισκευάζω συχνά τις βλάβες του. Αφοσιωνόμουν μόνο στην πορεία του,ήξερα ότι πήγαινε καλά. Βλέποντάς με όμως να μην κατεβαίνω συχνά από την γέφυρα,και να μην φροντίζω το πλοίο με όρεξη,το άφηνες κι εσύ. Όμως εκείνο προχωρούσε... Με όλες τις βλάβες και τα χτυπήματα που ίσως να του δημιουργούσαν οι καταιγίδες.
Αυτό συνεχιζόταν καθημερινά. Αυτός ο μουντός καιρός,η αρρώστια μου και ο καθημερινός μας αγώνας μας έτρωγε. Ώσπου ξαφνικά μια μέρα,κοιτώντας με τα κυάλια μου προς την κατεύθυνση που έλεγαν οι χάρτες μου,άρχισα να βλέπω στεριά! Ήταν όντως ο προορισμός μας!!! Χάρηκα αφάνταστα πολύ. Αναπτερώθηκε το ηθικό μου και άρχισα να γίνομαι καλύτερα. Ήξερα ότι όλα αυτά που περνάγαμε θα τελείωναν και θα απέδιδαν οι κόποι μας. ΤΙ ΧΑΡΑ!!! Άρχισα να φαντάζομαι τις μέρες που θα περνάγαμε εκεί και που θα σκεφτόμασταν τι δυσκολίες καταφέραμε να περάσουμε. Πως μαζί από αρχάριοι,καταφέρουμε να γίνουμε από τους μεγαλύτερους ναυτικούς! Δεν μου πήγαινε όμως να σου αποκαλύψω όμως έτσι απλά ότι έβλεπα στεριά. Ήθελα να έχει επίσημο ύφος,να είναι έκπληξη,να σε κάνω να πετάξεις από την ξαφνική χαρά.
Ήταν ίσως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη μου. Ενώ εγώ χαιρόμουν με την στεριά που άρχιζε να φαίνεται αχνά με τα κυάλια μου στον ορίζοντα,εσύ φοβισμένη από τις φουρτούνες και τις καταιγίδες,επηρεασμένη από τον μουντό καιρό και την ομίχλη είχες αρχίσει να απελπίζεσαι. Κάθε μέρα σκεφτόσουν να τα παρατήσεις και κάθε μέρα έκανες υπομονή εδώ και πολύ καιρό. Άρχισες να πιστεύεις πως δεν θα φτάναμε ποτέ. Άρχιζες να υποψιάζεσαι ότι ήμουν άρρωστος,αλλά δεν ήξερες ότι έγινα καλά. Και δεν μου είπες τίποτα,δεν λειτούργησες σαν να είμαστε ομάδα,το κρατούσες μέσα σου και όσο το κράταγες τόσο μεγάλωνε. Αν μου έλεγες ότι ένιωθες έτσι,θα σου έλεγα για την στεριά που βλέπω,δεν θα περίμενα να στο κρατήσω για έκπληξη.
Σιγά σιγά σταματούσες να παλεύεις για το καράβι μας και αναγκαζόμουν να αναλαμβάνω όλες τις δουλειές. Δεν με πείραζε όμως,ήμουν πια καλά και είχα τρομερή ενέργεια. Έβλεπα την στεριά στον ύπνο μου. Σκεφτόμουν πως θα σου την παρουσίαζα. ΔΙΑΟΛΕ! ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑ ΠΙΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ μόνο και μόνο στην σκέψη ότι θα ήμασταν μαζί εκεί. Ήμουν σχεδόν έτοιμος να στο αποκαλύψω. Ήθελα μια μέρα να σε ξυπνήσω,να σου πω να κοιτάξεις έξω και να την δεις,μέσα σε ένα γιορτινό κλίμα γεμάτο εκπλήξεις. Θα ξεκινούσε η πιο χαρούμενη περίοδός μας.
Είχαμε σχεδόν φτάσει. Ο προορισμός μας κρυβόταν πίσω από μία βραχονησίδα της οποίας κάναμε τον περίπλου. Ήμασταν σχεδόν εκεί. Ξέσπασε όμως από το πουθενά μία τρομερή καταιγίδα. Δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα μόνος μου,για να την αντιμετωπίσουμε έπρεπε να παλέψει όλο το πλήρωμα του πλοίου,και οι δυο μας. Σηκωνόντουσαν μπροστά μας τρομερά κύματα,ενώ ο αέρας και η βροχή μας χτυπούσαν με μανία. Κινδυνεύαμε να πέσουμε πάνω στα βράχια. Ήταν λες και ο καιρός μας δοκίμαζε για τελευταία φορά. Δεν φοβόμουν όμως τίποτα. Μας ήξερα,πίστευα σε εμάς και είχα δει τι μπορούσαμε να καταφέρουμε. Αυτή η καταιγίδα δεν ήταν τίποτα για εμάς και είχαμε σχεδόν φτάσει.
Θυμάμαι την στιγμή που πάλευα να απομακρύνω το καράβι από τα βράχια ενώ παράλληλα ο προορισμός μας άρχιζε να σχηματίζεται πίσω από την βραχονησίδα. Άρχιζα να μην τα καταφέρνω και αναρωτιόμουν γιατί. Ένιωθα σαν να το κυβερνούσα μόνος μου. Αγχώθηκα για το αν είσαι καλά και γύρισα να κοιτάξω που είσαι. Και σε είδα.
Γυρνώντας σε είδα μέσα στην βροχή και την κακοκαιρία,να κατεβάζεις την μοναδική λέμβο του πλοίου. Σε είδα να μπαίνεις μέσα και να εγκαταλείπεις το πλοίο με εμένα μόνο μου. Σε είδα να φεύγεις ψελλίζοντας κάτι που από το διάβασμα των χειλιών σου ακούστηκε σαν συγγνώμη. Σε είδα ν απομακρύνεσαι και δεν είχα ιδέα που πήγαινες. Με είχες εγκαταλείψει για να σωθείς. Στενοχωρήθηκα γιατί δεν θα στο έκανα ποτέ αυτό. Ήμουν μόνος. Εγώ και το καράβι για το οποίο έδωσα τα πάντα. Να προσπαθώ να το γλιτώσω από τον καιρό και από τα βράχια. Σχεδόν δίπλα από τον προορισμό μας. ΤΙ ΕΙΡΩΝΙΑ!
Πάλευα ώρες μόνος μου να σώσω το καράβι και ήταν πολύ δύσκολο. Πίστευα πως ήμουν ξεγραμμένος. Μάζεψα ο,τι δύναμη είχα,έσφιξα τα δόντια και με αριστοτεχνικούς χειρισμούς κατάφερα να μην χτυπηθεί τόσο ώστε να βυθιστεί και να το αράξω σε ένα μικρό φυσικό λιμανάκι της βραχονησίδας. Εκεί ναυάγησα και εκεί είμαι από τότε. Το καράβι όμως έχει σοβαρές βλάβες και χτυπήματα. Δεν μπορούν να επιδιορθωθούν όλα από εμένα. Βλέπεις είναι φτιαγμένο το μισό από εμένα και το άλλο μισό από εσένα. Όσο και αν προσπαθώ τον καιρό που είμαι ναυαγός,δεν μπορώ να διορθώσω όλες τις βλάβες,για πολλές από αυτές την τεχνογνωσία την έχεις μόνο εσύ.
Η καταιγίδα κόπασε και αυτό είναι καλό. Επίσης λειτουργεί πολύ καλά ο ασύρματος του πλοίου. Έψαξα να δω αν είσαι καλά από αυτόν. Κάποια στιγμή σε βρήκα. Σου έδωσα τις ακριβείς συντεταγμένες μου,σου είπα ότι το πλοίο μπορεί να ξεκινήσει ξανά,πως έχω μελετήσει όλες τις βλάβες του και πως μπορούμε να τις επισκευάσουμε όπως κάναμε όλο αυτόν τον καιρό. Σου είπα για τα πάντα, ο,τι είχε συμβεί όλο αυτό τον καιρό,ακόμα και για τον προορισμό μας που είναι σχεδόν δίπλα. Σου είπα ότι σε περιμένω και ότι όσο πιο γρήγορα έρθεις,τόσο πιο γρήγορα θα ξαναξεκινήσουμε.
Η απάντηση όμως που πήρα ήταν εντελώς απρόσμενη. Μου είπες πως όταν εγκατέλειψες το καράβι μας με την λέμβο,μετά από λίγη ώρα ανέβηκες σε ένα άλλο διερχόμενο πλοίο το οποίο έτυχε να περνάει. Μου είπες πως το πλοίο αυτό σε πήγε αισίως σε στεριά και πως είναι υπέροχα. Μου είπες πως είσαι ευτυχισμένη εκεί που είσαι και πως δεν σκοπεύεις να γυρίσεις. Πως νιώθεις πως είναι αυτό που θέλεις. Πως είσαι ενθουσιασμένη με το άλλο πλοίο και το πλήρωμά του. Μου ευχήθηκες καλή τύχη και πως αν θέλω να σου πω κάτι πως μπορώ να σε καλώ όποτε θέλω. Ήθελες μάλιστα να μιλάμε και τακτικά στον ασύρματο.
Αποσβολωμένος,κατέβηκα από το πλοίο. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα αφτιά μου. Η στεριά που πήγες με το καράβι που σε μάζεψε ήταν η δική μας στεριά. Δεν υπήρχε άλλη στεριά κοντά σύμφωνα με τους χάρτες. Βέβαια εσύ δεν το γνωρίζεις. Δεν σου έδειξα ποτέ τους χάρτες μου,ούτε πρόλαβα να σου κάνω έκπληξη. Κάναμε τόσο πολύ δρόμο,διασχίσαμε τόσες πολλές θάλασσες και περάσαμε τόσες καταιγίδες,φτάσαμε τόσο κοντά και τελικά έφτασες εκεί με άλλο καράβι. Ούτε καν το πρόσωπό σου όταν πρωτοαντίκρισες την στεριά δεν μπόρεσα να δω.
Βλέπω το καράβι να είναι αραγμένο μπροστά μου. Ξέρω πως δεν πρόκειται να έρθεις να με βοηθήσεις να το ξεκολλήσω από εδώ. Έχουν έρθει πολλά διασωστικά και ρυμουλκά αλλά δεν μπορούν να το ξεκολλήσουν. Έχει χτυπηθεί σε σημεία που μπορείς μόνο εσύ να το επισκευάσεις. Θα βυθιστεί αν το ρυμουλκήσουν. Εγώ ο,τι μπορούσα να επισκευάσω το επισκεύασα. Έκανα ότι περνάει απ’το χέρι μου.
Όλες αυτές τις μέρες μόνος μου στο ξερονήσι κάθομαι και σκέφτομαι. Έχω βγάλει κάποια τρομερά συμπεράσματα. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να εγκατέλειπες το πλοίο με αυτή την μικρή λέμβο,αν δεν ήξερες ότι κάπου εκεί περνάει κάποιο άλλο καράβι που ίσως να μπορεί να σε διασώσει. Θα ήταν τρέλα,αυτοκτονία,και πολύ πιο αβέβαιο από το να μείνεις στο πλοίο μας και να παλέψεις την καταιγίδα. Νομίζω πως σε ξέρω καλά.
Βλέπω το καράβι μας να παραπαίει μπροστά μου. Βλέπω όλα τα όνειρά μου, ο,τι είχα επενδύσει,όλους τους κόπους μας,τα πάντα μου να είναι μπροστά μου χτυπημένα. Δεν ξέρεις πως είναι να χάνεις τα πάντα. Αλλά δεν το εγκαταλείπω ακόμα. Αν το έχεις ακούσει ή διαβάσει κάπου, οι καπετάνιοι έχουν ένα ιδιαίτερο δέσιμο με το πλοίο τους. Επίσης το εγκαταλείπουν τελευταίοι.
Αν κάτσω λίγο παραπάνω ίσως να το δω να σκουριάζει,ή ίσως μια νέα καταιγίδα να το κοπανήσει γερά στα βράχια και να διαλυθεί μια και καλή. Ίσως να το διαλύσω εγώ,και αν μπορέσω με τα δικά μου εξαρτήματα να φτιάξω μια νέα βάρκα.
Λιποτάκτησες,λιποψύχησες,εγκατέλειψες,δεν ξέρω πως να το πω. Βιαστικά,πολύ βιαστικά,δεν πρόλαβα να σου μιλήσω για την στεριά που έβλεπα,δεν πρόλαβα να σου μιλήσω για τίποτα. Δεν ακολούθησες το πρωτόκολλο,δεν ακολούθησες τις συμφωνίες μας και τους κανόνες μας. Δεν λειτουργήσαμε σαν πλήρωμα. Δεν λειτουργήσαμε σαν ομάδα. Μου είπες πως προσπάθησες για εμένα και το καράβι. Ίσως,αλλά μόνο από μέσα σου. Και τώρα έχεις μπει σε άλλο πλήρωμα.
Και τώρα δεν έχω ιδέα που είμαι. Είμαι χτυπημένος,έχω πληγές πάνω μου και πονάω παντού διαβολεμένα,σωματικά και ψυχικά. Πίστεψα σε εμάς και αγάπησα ότι είχε σχέση με εμάς. Αγάπησα εσένα,το καράβι,την ομάδα μας. Και δεν έχω τίποτα από αυτά. Και δεν έχω τίποτα.
Δεν ξέρω τι να κάνω μόνος μου στον “προορισμό” και δεν μπορώ να γυρίσω πίσω μόνος. Ο χρόνος θα δείξει. Μπορώ μόνο να μετανιώνω και να εύχομαι. Δεν ξέρω τι να κάνω μετά. Ίσως να αρχίσω να περιπλανιέμαι. Ελπίζω σε θαύμα. Ήρθα για εμάς,για το καράβι,για εσένα. Και δεν είσαι εδώ. Και δεν θα είσαι εδώ. Και δεν είμαστε εδώ.