Τα δυο μας, ποια δυο μας;
Σε είδα μετά από καιρό. Το πρόσωπο σου ήταν θαμπό. Παρα τα τόσα, χαμογελούσες για να χαμογελάσω και εγώ, όπως έκανες πάντα άλλωστε. Η καμπούρα σου δεν έλεγε να ισιώσει με τίποτα. Καθε χρόνο και χειρότερα άλλα το έχεις σχεδόν πια ξεχάσει.
Σε θυμάμαι από μικρό, να κρυώνεις και να τρίζουν τα δοντιά σου και να βγαίνουν οι ανάσες σου ζεστές από το στόμα σου και να γίνονται υδρατμοί, ένα από τα πολλά παιχνίδια σου- να βλέπεις τους ατμούς να φεύγουν σαν καπνός από τσιγάρο και να το διασκεδάζεις. Τι πλάκα που είχε τότε.
Μα ακόμα είσαι παγωμένος. Ακομα μου λες πως δεν θες να κατεβάσεις τα μανίκια γιατί σε πνιγούν, για αυτό βάζεις τα χέρια στις τσέπες και όλοι σε περνάνε για ψευτομαγκα αλλά δεν καταλαβαίνουν. Παρε λίγο το παλτό μου, σου το λέω αυτό ακόμα και τώρα αλλά σε βαραίνει, το ξέρω.
Σου είπα ότι άλλαξες και εσύ με κοίταξες περίεργα. Σαν να θύμωσες που σε κατάλαβα άλλα δεν μπορώ να πιστέψω πως διανοήθηκες έστω και για μια στιγμή ότι μπορούσες να μου κρυφτείς. Μου πέταξες μια φράση. Νιωθω ότι σε χάνω. Αναλογιστηκα μια απάντηση άλλα τελικά άπλα έγνεψα.
Θυμασαι ρε συ; Τοτε που προχωρούσαμε ρε τα δυο μας. Μεσα στα σκοτάδια, καλή ώρα. Στους δρόμους που ξέραμε τόσο καλά, όμως παίρναμε σε επανάληψη και επιτηδευμένα την λάθος στροφή, να μην φτάσουμε ποτέ σπίτι. Δεν θέλαμε να γυρίσουμε σπίτι. Και έτσι με αυτόν τον περίσσιο χρόνο ξαναπαίρναμε και δίναμε την υπόσχεση μας. Την συμφωνία μας.
Μην αλλάξεις ποτέ γιατί εγώ σ’αγαπάω. Μην άλλαξες ποτέ γιατί εγώ είμαι εδώ για εσένα. Μην αλλάξεις για την πάρτη κανενός γιατί πάντα, θα ξέρεις ότι έχεις εμένα.
Ενταξει εαυτέ μου;
Χαρηκα που σε είδα και απόψε, μην χαθείς.











