Τις προάλλες με ρώτησαν ποιά είναι η απάντησή μου όταν η ερώτηση είναι «Ελλάδα?». Σπίτι. Μία λέξη, αυτόματα κι αληθινά. Κι όμως είναι τόσες οι φορές που νιώθω ξένη, που μια χώρα ολόκληρη αντί για φωλιά στα μάτια μου φαντάζει εχθρικό στρατόπεδο. Ελλάδα… Εικόνες. Κιτρινοπορτοκαλί ηλιοβασιλέματα, θάλασσα, μπλε, άσπρο, παλιές πολυκατοικίες, ποδήλατα, μηχανές και καλοκαίρια, ήλιος, ήλιος, ήλιος. Την μαμά μου, όσο υπερβολικά κι αν τη λατρεύω, όταν με θυμώνει πολύ νιώθω πως την μισώ. Αυτό κρατάει δευτερόλεπτα αλλά με την Ελλάδα, την μεγάλη φτωχομάνα, τα ακραία μου συναισθήματα εναλλάσσονται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Κι όμως είναι η αρχή του παντός, του δικού μου παντός. Θα’θελα πολύ να μην νιώθω ποτέ θυμό και μίσος κι αδικία στην πατρίδα μου, θα’ θελα να είναι στα αλήθεια όσο ωραία την έχω στο μυαλό μου υπό τις μελωδίες του Χατζιδάκη. Μόνο χρώματα και μουσικές, ώραιες γεύσεις και χαμογελαστοί άνθρωποι. Θα’θελα η Ελλάδα στο μυαλό μου να είναι πάντα ένα ατελείωτο ηλιοβασίλεμα της Ύδρας, ένα ιστιοπλοικό στις Σπέτσες, ένα καραβάκι με μπλε και άσπρα πανιά στον Θερμαικό, στο Ιόνιο και στο Αιγαίο. Θα’θελα η Θεσσαλονίκη να είναι ροζ, κι όχι γκρι, ροζ παλ, όπως την αγαπώ. Το ξέρω πως η ζωή ποτέ δεν χρωματίζεται μόνο από παλ φωτεινές παλέττες, μην μου το θυμίζεις τώρα κι άσε με να απολαύσω τις λιγοστές μη κυνικές στιγμές μου. Με πληγώνει η χώρα μου, με πληγώνουν κι οι άνθρωποί της. Κι από τότε που ήμουν 16 μέχρι τώρα που έχω σχεδόν ακουμπήσει τα 21, το ίδιο δίλημμα με βασανίζει… Της προδοσίας, του προσωπικού στόχου, του όλου, ποιου όλου, ποιου… Κι είναι πάντα η ελληνική μουσική, αυτή που σε αγγίζει, που σε ανατριχιάζει, που πατάει σε όλο το εύρος των συναισθημάτων σου, αυτή είναι που αναβιώνει το ελληνικό μου πνεύμα, την αγάπη μου, το κρίμα μου για τις φορές που θέλησα να πω πως μου λείπει να ζω στην πατρίδα μου και δεν το τόλμησα ποτέ.