
seen from Italy

seen from T1
seen from Canada

seen from Malaysia

seen from Mexico
seen from India

seen from United Kingdom
seen from United Kingdom
seen from Colombia
seen from Ireland

seen from Ireland
seen from Canada
seen from Mexico
seen from Germany
seen from Saudi Arabia

seen from United Kingdom

seen from United Kingdom
seen from China

seen from United Kingdom
seen from United States
Οι σκηνές της Δεσποινούλας
Revelation of the Pregnancy
The player finds mayor Bekios at the street
B: Take my maiden Smaragda to the dressmaker Despoinoula, make sure no one follows you, nobody should learn about it.
The player takes Smaragda to the dressmaker’s house and waits outside the door, where he/she hears the two women chatting
The two women talk a bit about the day and the weather till Despoinoula asks Smaragda to take her clothes of so to take her measurements.
Despoinoula notices that Smaragda’s belly is growing bigger since last time she made her a dress. Smaragda trying to convince her that she just gained some weight, but she breaks up and finally tells her that she is carrying Bekios’ baby.
By the river
Despoinoula is feeling depressed of all that happened to her. Her parents took her little baby and the man she loves is now away. She goes to the river where she always feels better. She is sitting there right there thinking when a shady figure approaches her and tells her that he can make her life better, the only thing that she has to do is to say yes and to know that it will come the time that he will be paid back.
She doesn’t think it at all, she wants a better life, no matter what, so she says “yes” and looks at the unknown figure’s face….
He is the Highpriest!
Φροσυνούλα
Ξάνθη, 1928 Η Φροσυνούλα τριγυρνούσε μόνη της στα στενά της πόλης. Ήθελε να νιώσει αγάπη και τον σεβασμό, ήθελε να γίνει ανεξάρτητη και να φύγει μακριά, όμως δεν τα κατάφερνε, , ένιωθε εγκλωβισμένη μέσα στην κοινωνία της Ξάνθης και πνιγμένη μέσα στις ανασφάλειες της δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
Τον τελευταίο χρόνο είχε χάσει τόσα πράγματα και δεν είχε καταφέρει τίποτα από αυτά που ονειρευόταν. Η μοδίστρα στην οποία ήταν μαθητευόμενη της φερόταν απαίσια και την εκμεταλλευόταν. Ο άντρας που αγαπούσε είχε φύγει μακριά της διωγμένος από τους γονείς της, που δεν τον θεωρούσαν αντάξιο της. Είχε γεννήσει το παιδί του, το οποίο της το πήραν και αυτό με βίαιο τρόπο μακριά, δεν ήθελαν το όνομα της κόρης τους να σπιλωθεί, το είχαν δώσει για υιοθεσία και εξαφάνισαν κάθε αποδεικτικό. Το μόνο πράγμα που έδειχνε τη σχέση του παιδιού με την οικογένεια ήταν μία καδένα που είχε προλάβει η Φροσυνούλα να βάλει κρυφά στα πράγματα του παιδιού.
Η Φροσυνούλα πήγε και έκατσε στις όχθες του Κόσυνθου, πάντα την ηρεμούσε η θέα του χείμαρρου και την έκανε να νιώθει όμορφα, να νιώθει ότι ήταν μοναδική και ότι είχε τη δύναμη να πραγματοποιήσει όλα τα όνειρα της. Όμως, η σημερινή μέρα θα ήταν διαφορετική, το ένιωθε μέσα της.
Χαμένη στις σκέψεις της δεν πρόσεξε την περίεργη φιγούρα που πλησίασε και έκατσε δίπλα της. Έμοιαζε με άνθρωπο, αλλά είχε κάτι το απόκοσμο, κάτι το μαγικό, κάτι τρομακτικό. Η Φροσυνούλα όμως δεν έδωσε σημασία σε τίποτα από αυτά, ήταν βυθισμένη στην θλίψη και στα όνειρα της. Η φιγούρα της τότε της μίλησε, της είπε ότι μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρα της, όμως θα έρθει η ώρα που θα χρειαστεί να κάνει κάτι και εκείνη ως αντάλλαγμα. Θεωρώντας ότι αυτά που της έλεγε η φιγούρα δεν μπορούσαν να γίνουν δέχτηκε…
Ξάνθη, αρκετά χρόνια αργότερα
Η Φροσυνούλα, σε περασμένη ηλικία πλέον, πηγαίνει στο αγαπημένο της σημείο στο ποτάμι, εκεί ήταν το μέρος που η ματαιοδοξία άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Στα χρόνια που είχαν περάσει είχε αποκτήσει φήμη και δόξα, θεωρούταν μία από τις ομορφότερες γυναίκες της εποχής της, εξάλλου είχε βραβευτεί ως «μις Ξάνθη 1929», ήταν η καλύτερη μοδίστρα της Ξάνθης. Το παιδί της δεν ήξερε που ήταν και πλέον γνώριζε ότι δεν θα το μάθαινε και ποτέ, οι γονείς της, που τόσο την είχαν παιδέψει, αλλά τους αγαπούσε, είχαν πεθάνει και ο μοναδικός άντρας που αγάπησε ποτέ, μετά την δεύτερη άρνηση του πατέρα της, είχε τρελαθεί και χαθεί.
Ήταν περήφανη για τον εαυτό της, για όλα αυτά που είχε καταφέρει μόνη, δεν μπορούσε όμως να μην την βαραίνει το παρελθόν και όλα αυτά που είχε περάσει επειδή δεν ήθελε να πληγώσει κανέναν με αποτέλεσμα να γίνεται έρμαιο. Ήξερε ότι ήταν μία δυνατή και ανεξάρτητη γυναίκα, αλλά ταυτόχρονα υποχείριο της ματαιοδοξίας της και των «θέλω» του περιβάλλοντος της.
Αυτά σκεφτόταν, όταν μία γνώριμη φιγούρα την πλησίασε ξανά, η ίδια φιγούρα που τόσα χρόνια πριν την είχε βοηθήσει δια μαγείας να γίνει αυτά που τότε πίστευε πως ήθελε. Και η φιγούρα της μίλησε για μια τελευταία φορά
«Εγώ τήρησα την υπόσχεση μου, έκανα τα όνειρα σου πραγματικότητα. Δεν έχει έρθει η ώρα να πάρω ακόμα το αντάλλαγμα μου, αυτή θα είναι μια κληρονομιά που αφήνεις στις επόμενες γενιές…»
Και η Φροσυνούλα ξεψύχησε δίπλα στο ποτάμι, στο σημείο που τόσο αγαπούσε και τόσο της είχε σημαδέψει τη ζωή. Στο σημείο που όλα ξεκίνησαν και τελείωσαν, που στο μέλλον θα έκαναν για μία ακόμα φορά τον κύκλο τους….
Ξάνθη, σήμερα
Η Νούλα αποφάσισε να γυρίσει στο μέρος από όπου ήταν η πραγματική καταγωγή της, στην Ξάνθη, δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, το είχε υποσχεθεί στην γιαγιά της, που τόσο αγαπούσε πριν πεθάνει. Ήταν μετανάστης τρίτης γενιάς στην Αμερική, όμως πάντα ήθελε να γυρίσει πίσω στην χώρα που τόσα είχε ακούσει από την οικογένεια της.
Η γιαγιά της είχε πάει εκεί με τους γονείς της για να βρουν καλύτερες συνθήκες ζωής, το ήξερε ότι ήταν υιοθετημένη, όμως τα μόνα στοιχεία που είχε για την πραγματική της οικογένεια ήταν η πράξη υιοθεσίας που έγραφε «Ξάνθη» και μία καδένα με μια φωτογραφία που έγραφε το όνομα «Φροσυνούλα» . Αντικείμενα που είχε δώσει στην αγαπημένη της εγγονή και που τόσο έμοιαζε στην κοπέλα της φωτογραφίας. Τα αντικείμενα δεν ήταν το μόνο πράγμα που της είχε δώσει η γιαγιά της, ήταν και το όνομα Φροσυνούλα, όμως όλοι την φώναζαν Νούλα.
Ήταν ένα δύσκολο και παράτολμο ταξίδι, όμως θα έκανε τα πάντα για την αγαπημένη της γιαγιά. Ήταν μόνη σε μία πόλη που δεν ήξερε, ήθελε όμως με κάθε μέσο να μάθει την ιστορία της οικογένειας της. Δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει και έτσι αποφάσισε να πάει μία βόλτα για να γνωρίσει και αυτόν τον περίεργο τόπο, ο οποίος ενώνει το «παλιό» με το «καινούριο» και τη δύση με την ανατολή.
Κουρασμένη από την βόλτα της κάθεται στην όχθη του μικρού χείμαρρου. Για κάποιο λόγο πάντα την ενθουσίαζαν τα τρεχούμενα νερά, την ξεκούραζαν και της έδιναν μία αίσθηση οικειότητας και θαλπωρής. Και τότε ακούσε μία παράξενη φωνή:
«Εσύ δεν με θυμάσαι Φροσυνούλα, αλλά εγώ σε θυμάμαι και ήρθε η ώρα να τηρήσεις τη συμφωνία που μου είχαμε κάνει σχεδόν έναν αιώνα πριν. Ήρθε η ώρα να θυμηθείς και να ξεπληρώσεις το χρέος σου απέναντι μου. Θα σου δώσω τα στοιχεία που χρειάζεσαι για να θυμηθείς και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή θα εμφανιστώ να πάρω αυτό που μου ανήκει! Θα καταλάβεις σιγά σιγά ότι είναι αληθινά όλα όσα ακούς, ξεκινώντας από το μουσείο της πόλης. Εκεί σε ένα δωμάτιο θα βρεις την φωτογραφία σου να κρέμεται και τα υπόλοιπα στοιχεία που χρειάζεσαι για την αναζήτηση σου.»
Η Νούλα άρχισε να ψάχνει από πού ακούγεται η φωνή, δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν πραγματική ή αν ήταν μόνο στο μυαλό της. Έπρεπε να αποφασίσει τι θα κάνει, αν θα ακούσει τη φωνή και πιθανόν να μάθει αυτά για τα οποία είχε έρθει ή αν απλώς έπρεπε να ψάξει μόνη της και να σταματήσει να φαντάζεται πράγματα.
Η απόφαση ήρθε ως δια μαγείας, δεν είχε να χάσει κάτι, θα ακολουθούσε τις υποδείξεις της φωνής, δεν ήξερε σε τι περιπέτεια θα έμπλεκε, όμως δεν μπορούσε να ησυχάσει αλλιώς, έπρεπε να ακολουθήσει το ένστικτο της, είχε έρθει για κάποιον λόγο σε αυτή την πόλη και θα μάθαινε την αλήθεια με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια της…
Σημειώσεις: Η Φροσυνούλα και η Νούλα είναι το ίδιο πρόσωπο πρακτικά. Η ομοιότητες τους δεν σταματούν στην εξωτερική τους εμφάνιση, αλλά συνεχίζουν και στον χαρακτήρα τους. Είναι και οι δύο παράτολμες και παίρνουν αποφάσεις εν θερμώ, δεν τους αρέσει απαραίτητα ο τρόπος που έρχονται τα γεγονότα, όμως το ανέχονται και πορεύονται με αυτό. Για αυτές είναι πολύ σημαντικά τα πρόσωπα που αγαπούν και προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις τους με κάθε κόστος. Υπάρχει πάντα η ματαιοδοξία μέσα τους, κατανοούν όμως ότι υπάρχει και δεν την αρνούνται. Με κάποιο τρόπο θα μπορούσαν να θεωρηθούν τόσο ανεύθυνες, όσο και ευκολόπιστες, δέχονται πράγματα χωρίς να τα σκεφτούν και αυτό τις κάνει υποχείριο τόσο του εαυτού τους, όσο και των γύρω τους. Η μόνη σημαντική διαφορά ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες είναι η εποχή στην οποία ζουν και οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες μεγαλώνουν. Είναι εντελώς διαφορετικοί οι χωροχρόνοι, ακόμη και όταν συναντιούνται, αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ακρότητες των πράξεων τους να μεταβάλλονται σύμφωνα με τις ανάγκες της εκάστοτε εποχής.