Κώστας Τριανταφυλλίδης, Μίνως Μάτσας - Θηρίο

seen from Singapore

seen from Germany
seen from China

seen from Malaysia
seen from Bahrain

seen from Canada
seen from China

seen from Germany

seen from United Kingdom
seen from China
seen from United States

seen from United States
seen from Kazakhstan
seen from Hungary

seen from Bahrain

seen from United States
seen from Germany

seen from Germany
seen from Bahrain
seen from Bahrain
Κώστας Τριανταφυλλίδης, Μίνως Μάτσας - Θηρίο
Στέγη από ουρανό: Μια ύστατη καταγραφή, πέρα από τον θάνατο κι όλους τους θανάτους.
Νέστορας Μάτσας, Στέγη από ουρανό. Σαρακατσάνικο οδοιπορικό. Αθήνα, Εστία, 1987.
Δέκα χρόνια πριν τη δεύτερη έκδοση της Στέγης από ουρανό, ο Νέστορας Μάτσας παράλληλα με την ενεργή ενασχόλησή του με τον παλαιό ελληνικό κινηματογράφο -σύγχρονο για την εποχή του- στα πιο δημοφιλή του είδη, ενδιαφέρθηκε για την ελληνική λαϊκή παράδοση στο σύνολό της. Σε μία εποχή που η κοινωνική κινητικότητα διόγκωνε τα ελληνικά αστικά κέντρα σε όλη την επικράτεια κι ο τουρισμός με τη διαβρωτική ισχύ του προοιώνιζε μία σαφή απομάκρυνση από το ομαδικό και το αυθόρμητο, ο Μάτσας αποφασίζει, έστω και καθυστερημένα, να κινηματογραφήσει το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους 25.000 χρόνια σε αυτή τη γη: σαρακατσάνικο οδοιπορικό (1968), το οποίο βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της ίδιας περιόδου. Στο φιλμ, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Μυράτ, βασισμένος στα γλαφυρά κείμενα του Μάτσα, διηγείται το τέλος ή αυτό που αντιλαμβάνεται ως το τέλος μίας νομαδικής φυλής, η οποία, ύστερα από χιλιάδες χρόνια εσωτερικής οργάνωσης και αυστηρής ομοιόστασης οδηγείται σε έναν προδιαγεγραμμένο και αδιαμαρτύρητο αφανισμό. Παρόλο που ο Μάτσας εμπίπτει σε σοβαρή αναπαραστατική πλάνη -τουλάχιστον ως προς το μορφολογικό πεδίο του φιλμ- αφού μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι Σαρακατσάνοι έχουν πλέον αφομοιωθεί σε τοπικές αγροτικές κοινότητες μέσα στην Ελλάδα και ελάχιστοι παραμένουν με τα παραδοσιακά τους ρούχα στα κονάκια, το φιλμ στον πληροφοριακό του όγκο προσφέρει ένα σημαντικό απόθεμα γνώσεων σχετικά με αυτή την πανάρχαια φυλή: την ιστορία τους, τα ήθη και έθιμά τους, την ενδυμασία και την κατοικία, ενώ προσφέρει, με την επικουρία των μετρήσεων του ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού, σημαντικές πληροφορίες αναφορικά στην καταγωγή των Σαρακατσάνηδων.
Το βιβλίο Στέγη από ουρανό -οι Σαρακατσάνοι θεωρούν ότι ο ουρανός τους προφυλάσσει, είναι μία “στέγη” που τους καλύπτει σε όλες τις δύσκολες στιγμές- συνιστά ένα συμπλήρωμα της κινηματογραφικής ταινίας κι ένα μικρό βοήθημα, στο οποίο καταγράφει την “κινηματογραφική”, όπως υποστηρίζει ο Μάτσας, “περιπλάνησή” του στη Μακεδονία, στη Θράκη, στην Ήπειρο και στη Βοιωτία με απώτερο σκοπό τη γνωριμία με τους εναπομείναντες (1967) Σαρακατσάνους. Η Στέγη χωρίζεται σε δώδεκα ενότητες, τις οποίες ο συγγραφέας τιτλοφορεί με τους ευρύτερους στόχους του πονήματός του (π.χ., 1. Ο συγγραφεύς εξηγεί πως και διατί εγράφη το βιβλίον. - Επίσης ομιλεί διά την κυρούλα τη Σαρακατσάνα που ήθελε να υπάγη στα υψώματα). Διά μέσου αυτής της σειράς περιεκτικών ενοτήτων, περιγράφει με ποιητική διάθεση το ιστορικό της σαρακατσάνικης φυλής και χρησιμοποιεί αναφορές των ίδιων των μελών της για τη ζωή τους, κυρίως για τη ζωή πριν τη μεγάλη αλλαγή: πριν αποφασίσουν να περιορίσουν κι, εν τέλει, να σταματήσουν το αιώνιο ταξίδι από τα βουνά στα χειμαδιά κι αντίστροφα, πριν τα παιδιά τους νιώσουν την ανάγκη να μορφωθούν και να αξιοποιήσουν τις εγγενείς δυνατότητές τους, πριν η επιμειξία γίνει μία ορθοκανονική πρακτική διαιώνισης της φυλής άρα κι επιβίωσης.
Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, ο Μάτσας πραγματοποιεί επιτόπια έρευνα σε σχεδόν όλη την Ελλάδα, όπου μπόρεσε να εντοπίσει Σαρακατσάνους, τους οποίους προσπαθεί να προσεγγίσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Αξιοποιεί τεχνικές, όπως οι συνεντεύξεις, για τις οποίες δεν γνωρίζουμε εάν βασίζονται σε κάποιο ερωτηματολόγιο ή εάν επρόκειτο για μια απλή εξιστόρηση σημαντικών στοιχείων της ζωής των ανθρώπων της φυλής. Παρ’ όλα αυτά, ο συγγραφέας μεταφέρει στο βιβλίο αυτούσια αποσπάσματα προφορικού λόγου αλλά και διαμεσολαβημένες από εκείνον διηγήσεις της φυλής. Στο βιβλίο είναι απόν το θεωρητικό πλαίσιο, διότι ο Μάτσας δεν φιλοδοξεί να συγγράψει μια επιστημονική πραγματεία, κι ούτε έχει τέτοιου είδους αξιώσεις. Όπως ο ίδιος αναφέρει, πολλοί ερευνητές έχουν ήδη διαπραγματευθεί επιστημονικά το θέμα με αρκετά αξιόλογα αποτέλεσμα. Υπό αυτό το πρίσμα, η σχετική βιβλιογραφία, την οποία αναφέρει διάσπαρτα ο Μάτσας, εστιάζει ως επί το πλείστον στο σημαντικό έργο της Αγγελικής Χατζημιχάλη, η οποία έζησε με τη νομαδική φυλή και κατέγραψε τη ζωή και την τέχνη της. Παράλληλα, γίνεται αναφορά και στη συμβολή της Ελένης Φιλιππίδη, η οποία εκτός από τη φιλία της με τη Χατζημιχάλη, κατάφερε να διασώσει ένα πλήθος παραδοσιακών φορεσιών αλλά και διαφόρων εργόχειρων και αντικειμένων από τους Σαρακατσάνους, όταν πλέον είχαν εκδυτικισθεί και εκποιούσαν τον “τεχνικό” τους βίο. Άλλη μία γυναικεία φιγούρα, με χαρακτηριστική λαογραφική ερευνητική ενασχόληση, προστίθεται μαζί με τις προηγούμενες μεγάλες φυσιογνωμίες: είναι η Αθηνά Ταρσούλη, για την οποία ο Μάτσας σκηνοθέτησε ένα ντοκιμαντέρ και η οποία προλογίζει το βιβλίο.
Στην πρώτη ενότητα της Στέγης, ο Μάτσας αναφέρει τους λόγους για τους οποίους γράφει το βιβλίο (η γοητεία που του άσκησε η φυλή και η επιθυμία να τη γνωρίσει), παραθέτοντας και το παράδειγμα της γριας Αγόρως και ένα σύντομο περιστατικό από τα τελευταία χρόνια της ζωής της έως και τον θάνατό της. Στην επόμενη ενότητα, αναπαράγοντας διαλόγους του ιδίου με τους παλιούς της φυλής, αναφέρεται σε τραγούδια χαράς και θανάτου, ενώ συνεχίζει και στην επόμενη ενότητα με παρουσίαση συνομιλιών από διάφορα ταξίδια του κατά τις μετακινήσεις των Σαρακατσάνων από την Φλώρινα στην Κρυσταλλοπηγή. Στην τέταρτη ενότητα, ο συγγραφέας ανατρέχει στην καταγωγή των Σαρακατσάνηδων, γίνεται μύστης της ιδιαίτερης φύσης τους, βιώνει ενίοτε την επιφυλακτικότητά τους και την επικοινωνιακή προφύλαξή τους, ενώ στην πέμπτη, αναπτύσσει συστηματικά ζητήματα που αφορούν στη λαϊκή τους τέχνη, με ειδικό ενδιαφέρον στην υφαντική (τα σαρακατσάνικα υφαντά με τον χαρακτηριστικό γεωμετρικό διάκοσμο) και στην ξυλογλυπτική (γκλίτσες και οικιακά μικρο-έπιπλα, όπως η σαρμανίτσα). Στην έκτη ενότητα, γράφει για τους Σαρακατσάνους της Θράκης, μιλά για διάφορα περιστατικά της ζωής τους και τον τρόπο με τον οποίοι οι “τσιουπάνηδες” συνεννοούνται με τα κοπάδια τους.
Στην έβδομη ενότητα, ο συγγραφέας αναφέρεται στην ικανότητα της φυλής να επικοινωνεί με τον φυσικό κόσμο και παραθέτει παράδειγμα από γέροντες Σαρακατσάνηδες από το Καϊμάκ- Τσαλάν. Στην όγδοη ενότητα, το οδοιπορικό συνεχίζεται στη Λειβαδιά, και ο Μάτσας κάνει αναφορά στο παράπονο των γερόντων και την πίκρα τους, που εγκατέλειψαν τον νομαδικό βίο. Στην ένατη ενότητα, εντοπίζεται το πιο σημαντικό σημείο του βιβλίου: η παράθεση μιας συνομιλίας που είχε ο συγγραφέας με έναν νεαρό Σαρακατσάνο, φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής, ο οποίος, αποτιμώντας την χωρίς επιστροφή διαδρομή της φυλής του, γνωρίζει ότι πλέον δεν υπάρχει μεταστροφή, παρά μόνο θύμηση και σεβασμός. Γιατί η ζωή αλλάζει και η αλλαγή δεν αφήνει ανέπαφο μόνο το παρόν, αλλά και το ίδιο το παρελθόν μαζί με το μέλλον. Στη δέκατη ενότητα, ο συγγραφέας αναφέρεται στη σαρακατσάνικη μουσική και στην εντέκατη, παραθέτει ενδεικτικά δείγματα της παραδοσιακής ποίησής τους με όλη την ευαισθησία και την ποιητικότητα που αρμόζει σε μία κατά το φαίνεσθαι “απολίτιστη” φυλή, αλλά βαθύτατα ψυχικά και νοητικά πλούσια. Αντί επιλόγου, η δωδέκατη ενότητα ανακεφαλαιώνει με σαφήνεια το οδοιπορικό του Μάτσα και καταδεικνύει τον θαυμασμό του σε αυτή την μακραίωνη φυλή.
Στις παραπάνω ενότητες, ο συγγραφέας συνδέει παράλληλα τον κλειστό κοινωνικό βίο των Σαρακατσάνηδων με τις μεταφυσικές αγωνίες και τις δοξασίες της φυλής: η έκδηλη θρησκευτικότητα της συμπλέει αρμονικά με μια σειρά μαγικών και αποτρεπτικών συμβόλων, όπως οι σταυροί στις κορυφές των κονακίων τους αλλά και οι δράκοι ή ερπετά, τα οποία νικάει ο προστάτης τους ο Άη-Γιώργης, ή τα κεφάλια νεκρών ζώων (μουλαροκεφαλές), με τα οποία περικυκλώνεται η περιοχή στην οποία κατά περίσταση κατοικούν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα “κακά πνεύματα”. Επίσης, πέρα από τη θρησκεία και την έμφυτη καλλιτεχνία, τον απασχολούν και τα ζητήματα προέλευσης τους με όλες τις μεταφυσικές εξηγήσεις που οι ίδιοι Σαρακατσάνοι δίνουν (“Ο Θιός έφτιαξε πρώτα τους Σαρακατσάν’ς κι κατόπι τουν άλλου κόσμου…”)..
Παρόλο που ο Μάτσας καταγράφει ένα διαφορετικό κόσμο που βυθίζεται με την ίδια του τη συγκατάθεση στον βάλτο της εξέλιξης, συχνά η ποιητική του αφηγηματική δύναμη επισκιάζει την καθαρά λαογραφική πληροφορία με έναν υπέρ το δέον -για τον σύγχρονο αναγνώστη- ρομαντικό τόνο κι έναν σύνθετο λογοτεχνικό ρυθμό. Τα φανερά ατοπήματα του συγγραφέα -ο οποίος, δεν θεωρεί το βιβλίο του ως λαογραφικό πόνημα, αλλά ως μία “καταγραφή”- αφορούν κυρίως στον μη δομημένο τρόπο ερευνητικής εργασίας του και στον διάχυτο ποιητικό τόνο του κειμένου. Ωστόσο, ένα σημείο είναι σαφές: ο Μάτσας μίλησε για το τέλος. Και το πιο σημαντικό: άφησε άλλους να μιλήσουν γι’ αυτό, τους ίδιους τους ανθρώπους που ανεβοκατέβαιναν στις πανύψηλες κορυφές με τα “πράτα” τους, τους εναπομείναντες “τσιουπάνους”, οι οποίοι χρησιμοποιούν πλέον και σύγχρονα μεταφορικά μέσα, αφήνοντας τις καλύβες να ρημάξουν. Το τέλος όμως δεν σημαίνει απαραίτητα και δυστυχία. Ακόμα κι εάν η “στέγη από ουρανό” έχει γεμίσει από ρωγμές, κοινωνικές ως επί το πλείστον, θα υπάρχει για πάντα στη ζωή όσων την πίστεψαν, γιατί είναι δεμένη με τη μοίρα. Ή, όπως το διατυπώνει καλύτερα ο Μάτσας: “… Μοίρα και ζωή… Πέρα από το χρόνο… Πέρα από τη σιωπή… Πέρα από το θάνατο και πέρα από τους θανάτους”.
Μπορείτε να παρακολουθήσετε την έγχρωμη εκδοχή της “Στέγης από ουρανό” στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://www.euscreen.eu/play.jsp?id=EUS_B92E1832F1B0481D88A9003E9EE32CB5