Άγ(ρ)ιες μέρες
Μου αρέσουν δραστηριότητες που απαιτούν υπομονή και τρυφερότητα. Καθάριζα το ρόδι για πολλή ώρα, απομακρύνοντας λίγο λίγο τον φλοιό, τραβώντας τον αργά και αποκαλύπτοντας τις αθέατες στιβάδες των σαρκωδών σπόρων, φροντίζοντας να μην τους τραυματίσω τόσο ώστε να χάσουν την ακεραιότητά τους. Προσπαθώ να δώσω λύση στο πρόβλημα κάποιας τοκογλυφίας που λέγεται έρωτας, να πάρω τη λίβρα σάρκας που δικαιούμαι χωρίς να χάσω στάλα αίματος. Τα σπόρια μου είναι τώρα ένας λαμπερός λόφος που ξεμυτίζει μέσα από το βαθύ πιάτο. Ήδη με το τέλος της διαδικασίας το ρόδι δεν είναι πια ρόδι και ούτε μου ανήκει. Τσιμπολογώ αδιάφορα ένα ένα τα σπόρια και αναρωτιέμαι αν όλα αυτά θα γίνουν μήνες που θα περάσω στο βαθύ σκοτάδι. Συνεχίζω το τσιμπολογημα ελπίζοντας να είναι αλήθεια. Γιατί αν το όνομά σου θυμίζει θάνατο, τότε ευχαρίστως να πεθάνω. Αλλά ακόμη πιο πολύ θέλω να περπατήσω μαζί σου στο σκοτάδι, κρατώντας το χέρι σου, να σου θυμίζω ότι τα μάτια σου λαμπυρίζουν θαυμάσια, σαν δυο σποράκια στον ήλιο.
















