I
Κάθε φορά που φεύγει ένας είναι σαν να φεύγουν όλοι κι είναι σαν να μην ήτανε ποτέ κανείς.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι, άναψε ένα τσιγάρο, ρώτησε τι ώρα πήγε, ντύθηκε βιαστικά μπροστά στον καθρέφτη, έσβησε το τσιγάρο σ’ ένα ποτήρι με κονιάκ, άνοιξε την πόρτα, είπε τα λέμε μη χαθούμε και τα λοιπά. Ακούω το ασανσέρ να κατεβαίνει κι ένας ξεροβήχει, κάθε φορά που φεύγει ένας είναι σαν να φεύγουν όλοι κι είναι σαν να μην ήτανε ποτέ κανείς και στη μεριά του κρεβατιού που λίγο πριν ξάπλωνε σώμα τώρα κοιμάται μία λύπη-όχι δεν το λέω ποιητικά ή γιατί ακούγεται λυρικό-το εννοώ. Λύπη δεν είναι όταν λυπάσαι ή που μου λένε οι φίλοι μου εσύ γεννήθηκες λυπημένος, λύπη είναι αυτό που κοιμάται δίπλα μου τις νύχτες που οι φίλοι μου κοιμούνται. Μια λύπη από σώμα, λύπη που παίρνει σάρκα και οστά, μαλλιά και δέρμα κι ό,τι λείπει βγάζει νύχια σαν εφιάλτης παιδικός και σαν μπαμπούλας πάνω απ’ το κεφάλι μου (την έχω ξαναδεί αυτή τη λύπη σε μια ταινία του David Lynch και τρόμαξα).
Η λύπη τρομάζει.
II
Φοβόμουν τους ανθρώπους.
Οι άνθρωποι που έχουν νεύρα και ουρλιάζουν και πετάνε στους τοίχους γυάλινα πράγματα και μπουκάλια κι αυτά σπάνε και χαλάει ο κόσμος, πώς να ξεσπάσει όλος αυτός ο θυμός, ουρλιάζουνε ξεσπάνε πάνω μου, βάζω τις παλάμες μου στ’ αυτιά μου, εγώ φταίω για όλα εγώ εγώ και τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ μη με πιάσουν και με βάλουν τιμωρία μη φάω ξύλο, πόσο θυμωμένοι είναι μαζί μου οι άνθρωποι. Φοβήθηκα. Όπως τότε που έκανα ζημιές ή πράγματα γελοία και θυμάμαι μια φορά που οι γειτόνισσες με βάλανε να κάνω την Βουγιουκλάκη και χαχάνιζαν τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; καλλιτέχνης καλλιτέχνης και σκάζανε στα γέλια και με είδε η μάνα μου να κάνω την Βουγιουκλάκη και ξερίζωσε δυο τρεις τσουκνίδες άγριες κι άρχισε να με μαστιγώνει στα πόδια μου που ήτανε γυμνά (φορούσα ένα παντελόνι από αυτά που ντύνουν τους προσκόπους) και να για να μάθεις να με κάνεις ρεζίλι στη γειτονιά και τσίριζα εγώ και στρίγκλιζα κι ύστερα μετάνιωνε και μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της, μου χάιδευε τα μαλλιά και μου ‘βαζε ελαιόλαδο στα πόδια μου που ήταν πρησμένα με κάτι κόκκινα σπυριά κι έκλαιγε, μετάνιωνε, έκλαιγα κι εγώ ω ω ω θα περάσει, σταμάτα να κλαις ολόκληρος άντρας, φυσούσε τα πόδια μου που μ’ έκαιγαν πόνεσε το αγόρι μου;
Οι άνθρωποι με φοβίζουν.
III
Κάθε φορά θα φεύγει ένας (χάθηκε για πάντα στους μεγάλους δρόμους)
και δεν πρόλαβα να ρωτήσω ποτέ δεν θα μάθω με ποιο τραγούδι τον κοίμιζε η μάνα του. Πάει και μένω μόνος κι ένα τηλέφωνο που περιμένω να χτυπήσει κι όποιος και να είναι στο τηλέφωνο θα βγω, μ’ όλους μπορώ κι όλους τους θέλω, με τον καθένα έχω κάτι να πω, όλο και κάποιος θα με πάρει μέχρι να νυχτώσει να πάμε για κανένα ποτό ή να χορέψουμε κι όλα μ’ αρέσουνε με όλα χαίρομαι, μόνο θέατρο δεν πάω πια, όλα τα έχω δει και ξέρω από ρόλους, καλή η μαγεία αλλά μεγάλωσα πια και καλύτερος ο ρεαλισμός κι αυτά τα να ζει κανείς τα έχω απαντήσει, δεν μου λένε και τίποτα, θέλω πραγματική ζωή και όχι να ζω με μύθους και πάντα κάποιος να μου λείπει. Όχι άλλα δράματα και τραγωδίες και αδιέξοδοι έρωτες, θέλω ησυχία και πράγματα κοινά που κάνουν όλοι. Ίσως πάω κανένα σινεμά με τον φίλο μου τον Τom, καλό παιδί κι ούτε κι αυτός αντέχει σπίτι (εγώ στη θέση του θα την έπνιγα την κουτσή με τον γυάλινο κόσμο και τη μάνα του την υστερική και θα ησύχαζα).
Όλο και κάποια σκοτεινή αίθουσα θα βρούμε να ξεχαστούμε.
IV
Μπορεί να βγω απλώς μια βόλτα έτσι για να περπατήσω,
πάω μαζί με τον κόσμο, όλους αυτούς τους ανώνυμους που κατεβαίνουν την Διονυσίου Αρεοπαγίτου κι ό,τι κοιμάται κάτω από τον Παρθενώνα παίρνει στο χρώμα του απογεύματος κάτι από την ομορφιά των προσώπων τους. Κι όλους θέλω να τους γνωρίσω, όλους τους αγαπώ, έχω ένα όνομα για κάθε ανώνυμο και μια αγκαλιά για κάθε αχάιδευτο. (Ο Γιάννης λίγο πριν φύγω για τον στρατό μου είχε πει οι άνθρωποι μοιάζουν πειρασμός στον οποίο δεν κατάφερα να ενδώσω. Κάθε φορά που κατεβαίνω τους μεγάλους δρόμους θυμάμαι αυτά τα λόγια και θέλω να κλαίω). Αλλά εγώ, Γιάννη, θα ενδώσω και θα αφεθώ γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος να μη με συγκινεί.
Θα μπορούσα να κλαίω για σας την υπόλοιπη ζωή μου.
V
(Αρχάγγελος)
Ίσως πάλι κατέβω σ’ ένα καφενείο στο Μεταξουργείο. Κάθε βράδυ μετά τις δυο παίζουν ένα ερωτικό τραγούδι μελό, το λέει μια λαϊκή τραγουδίστρια και η φωνή της τρέμει κι αφήνει στο τέλος έναν λυγμό, πολύ με συγκινεί που λέει άσε με εσύ να φταις κι εγώ συγγνώμη να ζητάω, καταλαβαίνεις ότι κάθε λέξη βγαίνει από την ψυχή της κι ότι πονάει. Πολύ θα αγάπησε κι αυτή και θα προδόθηκε κι ίσως κάποτε να είχε έναν έρωτα που ένα βράδυ μετά τις δύο την παράτησε μόνη μες στη βροχή με πρησμένα μάτια με βρεγμένα μαλλιά και χάθηκε για πάντα στους μεγάλους δρόμους. Κι από τότε κάθε βράδυ μετά τις δύο αυτή θρηνεί και ζητά από τα μεγάφωνα την παλιά της αγάπη. Και οι θαμώνες συγκινούνται γιατί θυμούνται ίσως μια δικιά τους ιστορία, σιγοτραγουδάνε με δάκρυα, γέρνουν σε κάποιον ώμο.
Όλοι αγκαλιάζονται σαν με μανία.
VI
Κάθε φορά που γυρίζω σπίτι ανάβω όλα τα φώτα κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού με πιάνει το παράπονο και βάζω τα κλάματα γιατί δεν είναι ζωή αυτή.
Προσπαθώ, πνίγομαι να κρατήσω λίγο ακόμα, από κάπου να κρατηθώ από οπουδήποτε μέχρι να ξημερώσει, από τις διαφημίσεις, τους αποχυμωτές τα ποδήλατα γυμναστικής, από κάπου να πιαστώ όπως ο πνιγμένος κι εκείνη η σελίδα εκεί στην οθόνη μου εγγυάται λίγη δύναμη γι’ απόψε αφού πάνω πάνω 200 νέες γνωριμίες!!! κι αυτά τα τρία θαυμαστικά δεν θα με κάνουνε να κλάψω, όλες θα τις διαβάσω, σ’ όλους θ’ απαντήσω, θα στείλω μήνυμα και στους διακόσιους αν ζητάς κάτι διαφορετικό!!! Ένστολος, αρρενωπός, αθλητικός, 1.82 ύψος, 75 κιλά, επιθυμεί γνωριμία με γυμνασμένο άντρα άνω των 22 για σοβαρή σχέση μόνο με φωτό αλλιώς δεν απαντώ, περίεργοι, φαλακροί, επαγγελματίες να μην ενοχλήσουν κι εγώ που άλλη δύναμη δεν έχω και θέλω να φωνάξω δυνατά.
Μα είναι σαν να έχουν φύγει όλοι.
VII
Πετάγομαι μουσκεμένος από όνειρο κακό και ψάχνω το πακέτο μου κάτω απ’ τις κουβέρτες,
ανάβω ένα τσιγάρο ενώ το υπουργείο υγείας με προειδοποιεί ο καπνός περιέχει βενζόλιο, νιτροζαμίνες, φορμαλδεΰδη και υδροκυάνιο και οι καπνιστές πεθαίνουν πρόωρα πεθαίνουν με πνευμόνια κατράμι πίσσα και χαλασμένα συκώτια και φαγωμένα σωθικά φοβάμαι Βάσω κάτι με τρώει από μέσα ένα αόρατο παμφάγο πάκμαν σαρώνει τα πάντα με απομυζεί. Κι εγώ ρουφάω το τσιγάρο μου με μια αχόρταγη ηδονή κι αφήνω τον καπνό να με τυλίξει, η ιδέα ότι επιταχύνω τον αφανισμό μου, μου φέρνει στύση και μια γλυκιά ανατριχίλα, η σκέψη ότι θα πεθάνω πρόωρα, νέος όπως ο Τρακλ ή ο Σαραντάρης (ο μονίμως ερωτευμένος χωρίς ανταπόκριση) θα πεθάνω κι όλοι θα μιλάνε για μένα κι οι παρέες θα γίνω μύθος όπως ο Ρεμπώ, θα μ’ αγαπάνε τα πρεζόνια και οι πόρνες θα κρεμάνε πάνω από το νιπτήρα τη φωτογραφία μου κι οι φίλοι μου θα κλαίνε όλη μέρα που θα τους λείπω, δεν θα μπορούν να με ξεχάσουν, κανείς δεν θα μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα κι ούτε κι εσύ, γιατί αν φύγω εγώ θα είναι σαν να έχουν φύγει όλοι.
Θα είναι σαν να μην ήτανε ποτέ κανείς.