Ήταν εκείνο το πρωί που για την καταραμένη τύχη της,δεν γνώριζε τι θα φέρει°προηγήθηκε μια νύχτα ανυπόφορη,σχεδόν ατελείωτη. Το ταξίδι ξεκίνησε και δεν έλεγε να τελειώνει. Σ’εναν χώρο όπως ένα τρένο φέρ' ειπείν,οι άνθρωποι μοιάζουν να ταξιδεύουν στον χρόνο. Άλλοι ενθουσιώδεις γι’αυτό που φαντάζονται πως θα συναντήσουν,άλλοι κατηφείς για ό,τι αφήνουν πίσω·συμβαίνει και το αντίστροφο βέβαια!
Ένα κορίτσι σχεδόν ακίνητο,παρατηρεί όσα γύρω της συμβαίνουν με μοναδική συντροφιά τον πιο πιστό της φίλο και λιγοστά υπάρχοντα για αποσκευές,μοιάζει τρομαγμένο και σχεδόν έτοιμο να λυγίσει. Μια σπίθα στο βλέμμα της και είναι κιόλας όρθια ·παίρνει αγκαλιά τον μαλλιαρό της φίλο,το σακίδιό της και κατευθύνεται στο τέλος της αμαξοστοιχίας. Φτάνει στο τέρμα ,κοντοστέκεται για λίγο σαν κάτι να περίμενε ·τότε ακριβώς απλώνει τον δείκτη της στον κουμπί. Φάνταζε σαν εκείνο το πασίγνωστο έργο όπου Θεός κ άνθρωπος γίνοταν ένα μέσω της αφής. Το πράσινο εκείνο φωτάκι μπορούσε να την στείλει ξανά εκεί απ’όπου ξεκίνησε. Ήταν ένα βήμα μονάχα απ’την ζωή της και έπρεπε να το κάνει. Δίνει ένα φιλί στο ζαρωμένο μέτωπο του ζώου,δένει καλά το σακίδιό της και πηδάει στο κενό. Τόσο εύκολο τελικά,σκέφτηκε.
Το φως με βία προσπαθούσε να της ανοίξει τα μάτια ° φωνές άκουγε,μουσικές και το αναθεματισμένο εκείνο τσαφ τσουφ!Άνοιξε τα μάτια της...ήταν ακόμη εκεί ° καθισμένη στην θέση της δίπλα στο παράθυρο,με την πλάτη γυρισμένη στην αφετηρία του ταξιδιού της και τον νωχελικό της φίλο στα πόδια. Ευτυχώς!είχε κι αυτόν,του έλεγε όσα εκείνη έπρεπε ν'ακούει. 《Θα'θελες Σίφου να γυρίσουμε,αλλά όχι(!)》,αποκρίθηκε. Ο δόλιος έμεινε να την κοιτάζει, με το ίδιο βλέμμα που θα κοιτούσε ένας κουφός έναν τυφλό που του μιλάει. Εν τέλει υπέκυψε στα χάδια της και το ζωντανό ξανακοιμήθηκε.
Τo κορίτσι ήταν αδύνατο να ξαναπέσει στην παγίδα του ύπνου·έμεινε να κοιτάζει τον κόσμο απ’το παράθυρό της. Πυκνό και αχανές σκοτάδι είχε απλωθεί στην γη απ’όπου περνούσε. Λιγοστά φώτα,αραιά και που, μαρτυρούσαν την ύπαρξη ζωής_ζωής που δεν έβλεπε αλλά φαντάζονταν κ ήλπιζε πως υπάρχει. Η μόνη εικόνα που έμενε εκεί,όσο η αμαξοστοιχία διέσχιζε τον κόσμο,ήταν η αντανάκλασή της. Δίπλα της στέκοταν,κοιτάζοντας κλεφτά η μία την άλλη· η μία αναρωτιόταν κ η άλλη απαντούσε. Μία αίσθηση ανησυχίας την πλυμμήρισε,ακούγοντας απαντήσεις στα ερωτήματα που εξέφραζε νοερά. Γύρισε το κεφάλι της μπροστά,κατευθύνοντας το βλέμμα της στο βάθος του βαγονιού.
Η ησυχία βρήκε επιτέλους τον δρόμο της και απλώθηκε στον μεταλλικό φορέα ψυχών. Λίγοι ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν στην δύναμη της νύχτας. Στο βάθος ένα αγόρι,το κεφάλι του σκυμμένο με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του γαλήνια και τα μάτια του φωτεινά (σχεδόν λευκά!) αντανακλούσαν την εύθραυστη ζωή που πλέον κρατούμε ανά χείρας,με την ύπαρξή του βυθισμένη στον δικό του μικρόκοσμο° έναν κόσμο που ήταν η συντροφιά του στο διάβα αυτής της νύχτας. Το κορίτσι χαμήλωσε το βλέμμα της στο ζωντανό,αναρωτιόταν αν ήταν σωστό που το παρέσυρε μαζί της στο άγνωστο ° ο Σίφου τινάχτηκε,σαν να άκουσε την σκέψη της_ της έδωσε ένα φιλί στον δεξιό της αστράγαλο και επέστρεψε στην αγκαλιά του Μορφέα.
Παρήγορη,συνέχισε την διερευνητική της.
Έστρεψε το κεφάλι της αριστερά °μια μητέρα μισοκοιμισμένη με το μικρό της αγκαλιά_σε κάθε του άχνα και παραμικρή κίνηση εκείνη άνοιγε τα μάτια της να επιβεβαιώσει πως όλα είναι καλά_η νέα αυτή ζωή φαίνεται να της έδινε ζωή να συνεχίσει,αφήνοντας πίσω την ταλαιπωρία που είχε αφήσει τα σημάδια της στο πρόσωπό της. Χαμογελώντας έστρεψε ξανά το βλέμμα της στην αντανάκλασή της,επιβεβαιώνοντας την υποψία της πως θα'ταν η συντροφιά της για τούτο το ταξίδι. Αντιστάθηκε,για όσο της επέτρεψαν οι δυνάμεις της, μα δεν γλίτωσε °ο Μορφέας πήρε το άκαμπτο,απ'τα ορθής γωνίας καθίσματα, κορμί της στα χέρια του να την περάσει απ'το κατώφλι του ατελείωτου τούτου ονείρου.
Η φωνή του οδηγού τρύπωσε στ'αυτιά όλων,ακόμα και των πιο βαθιά αποκομμένων απ'τη γη,ανακοινώνοντας την άφιξη στον τελικό προορισμό. Ξάφνου μια παράταιρη κινητικότητα γέμισε το βαγόνι,όλοι προσπαθούσαν να είναι ένα βήμα πιο κοντά στην έξοδο όταν η αμαξοστοιχία ακινητοποιηθεί °το κορίτσι αποφάσισε πως δεν είχε λόγο να βιαστεί,άλλωστε τίποτα και κανένας δεν την περίμενε.
Στάθηκε στα πόδια της,τέντωσε τα χέρια της,έκανε όλες τις απαραίτητες κινήσεις να μπει ξανά στο ταλαιπωρημένο της κορμί,ξύπνησε τον μαλλιαρό της φίλο,κατέβασε το σακίδιό της και το έδεσε στον κορμό της. Έτσι φορτωμένη σαν τον γάιδαρο που ήταν°κατευθύνθηκε προς την έξοδο,άδεια από συναισθήματα,ν'αντικρύσει το καινούριο.
Το φως του ήλιου ακόμη δεν είχε βγει. Ήταν εκείνη η ώρα που η νύχτα με την μέρα,σε κάποιο απόμακρο μέρος του κόσμου (παρασκήνια τα λέω εγώ!), ακόμη συζητούν για το ποια θ'ανέβει στην σκηνή°η ώρα εκείνη που όλα φαίνονται παρά το σκοτάδι που υπάρχει. Άνθρωποι πολλοί ξεχύθηκαν στην αποβάθρα και ξάφνου ο σταθμός δεν μπορούσε πια να χωρέσει τις φωνές,τις αγκαλιές και τ'ανταμώματα. Το βλέμμα της έπεσε σ'έναν υπάλληλο του σταθμού°γι'αυτόν όλοι αυτοί ήταν φαντάσματα,σκέφτηκε. Εικόνες που έβλεπε καθημερινά,το μόνο που ήθελε ήταν να βάλει σε μία τάξη το μπουλούκι. Ωστόσο δεν παρέλειπε να στρέφει το κεφάλι του σε εικόνες και στιγμιότυπα χαράς°φίλοι που συναντήθηκαν,ζεύγη που ενώθηκαν. Τους μόνους ούτε που τους κοίταξε ποτέ του. Το κορίτσι συνέχισε την πορεία της,στριμωγμένη στην μοναξιά που προμήνυε η έξοδός της°το μόνο που έβλεπε πια ήταν κεφάλια ανθρώπων που ακολουθούσε έως ότου πάρει ο καθείς τον δρόμο του.