Έκανα πολλά όταν χρειάστηκε να αναμένω την φυγή σου από αυτόν τον κόσμο.
Σε χάιδεψα, σου κράτησα το χέρι, σε άφησα να με αγκαλιάσεις και να με φιλήσεις.
Σε παρακολουθούσα να κινείσαι, να μιλάς, να χαρίζεις λόγια αγάπης.
Σε ακουσα να μου λες "Γέρασα πια, μην στεναχωριέσαι" ενώ είχες καρκίνο.
Έβγαλα φωτογραφίες για να θυμάμαι ακόμα πιο ζωντανά κάτι που ήξερα ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Μέχρι την τελευταία στιγμη σου κράτησα το χέρι και μου χαμογέλασες και ας ήσουν εσύ στο νοσοκομειακό κρεβάτι και εγώ στην αναπαυτικη καρέκλα των συνοδών, νύχτα.
Σε χαιρέτησα, μου είπες καληνυχτα και μου έστειλες ένα φιλί.
Η τελευταία καληνυχτα, το τελευταίο φιλί, το τελευταίο κράτημα του χεριών.
Δεν ήξερα πότε να το περιμένω, σήμερα; αυριο; μεθαύριο;
Το τηλέφωνο χτύπησε, μες τον ύπνο το αγνόησα όπως και την μακάβρια σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου.
Κάποιος με ξύπνησε. Μου ανακοίνωσε χαρακτηριστικά πως είχες φύγει.
Ένα πραγμα μετάνιωσα, ξέρεις. Έκανα πολλά δεν λέω, ένα μετάνιωσα.
Το ότι έμεινα στις εικόνες. Ξέρεις ακόμα και οι αναμνήσεις σαν εικόνες περνούν από το μυαλό μου. Μου λείπει όμως η φωνή σου, οι κινήσεις σου, το γέλιο σου.
Πάντως ένα πράγμα δεν θα μπορούσα να έχω. Εσένα ολοζώντανο, τόσο που να μην χρειάζεται καμία ανάμνηση, καμία εικόνα, κανένα βίντεο. Γιατί πρεπει να ξέρεις, τις τελευταίες στιγμές όταν κρατούσα το χέρι σου δεν ήθελα να το αφήσω για τίποτα στον κόσμο.
Παρολαυτα τι ανακούφιση που γλίτωσες τον πόνο. Σε αγαπώ με όλη μου την καρδιά παππού, δεν θα ήθελα να υποφέρεις.