Τα πάντα, μια ψευδαίσθηση
Ήταν μεσημέρι γύρω στις τρεις. Το μήνυμα μου είχε αποσταλεί αργά το προηγούμενο βράδυ, και το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να περιμένω κάποια απάντηση. Κάποιου είδους απάντησης - αντίδρασης - σε αυτό που διάβασε.
Είχαν περάσει πολλές ώρες και αισθανόμουν, πλέον έντονα, τα υγρά μου μάτια να τσούζουν και τους μαύρους κύκλους να αντιδρούν σε κάθε άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων μου. Μοναχά η σκέψη πως πρέπει να έρθουμε αντιμέτωποι έκανε το στομάχι μου να ανακατεύεται, προκαλώντας μου τρομερή αδυναμία.
Πήρα μια βαθιά αναπνοή και άρχισα να πληκτρολογώ τον αριθμό του. Έχοντας πλέον χάσει την υπομονή μου, και μέρος της υπόληψης που ετρεφα η ίδια για τον εαυτό μου, επέλεξα να είμαι εγώ αυτή που θα κάνει ένα ακόμα βήμα για την αρχή του τέλους.
Οι όροι που επιβλήθηκαν ήταν οι δικοί του. Όχι λόγω ανικανότητας μου να αντιδράσω, αλλά επειδή εισέπραξα ψυχρότητα και αδιαφορία. Ήχοι έβγαιναν από το στόμα μας, ενώ τα πρόσωπά μας παρέμεναν ανέκφραστα. Πρόκειται για ένα από τα πιο απρόσωπα και τυπικά βιώματα μου. Και μόλις, τυπικά πάντα, αποχαιρετήσαμε ο ένας τον άλλο, ένα αίσθημα απόλυτης απογοήτευσης συγκλόνισε την ύπαρξη μου.
Μάλιστα, ο ίδιος φαίνεται να θεωρεί ότι το χειρίστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, επιλέγοντας την ανώδυνη οδό. Δεν φέρει στους ώμους του ούτε το ελάχιστο δείγμα ενοχής. Δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ πραγματικά. Απλά, απέκτησε μια ασχολία που τον έκανε να ξεχνιέται. Ίσως να μην αισθάνθηκε τίποτα παραπάνω από σεξουαλική έλξη, κάτι το οποίο δεν κατακρίνω.
Αυτό που όμως καταδικάζω, είναι η ωμή χρησιμοποίηση, με σκοπό την κάλυψη συναισθηματικών κενών και αναγκών. Η απαίτηση για διαρκή κορεσμό, και η μονόπλευρη ένδειξη σεβασμού και γνήσιου ενδιαφέροντος.
Πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα αν είχε σεβαστεί τον μοναδικό όρο που είχα θέσει?
"Εκτιμώ την ειλικρίνεια. Η έλλειψη της μου κάνει κακό. Όπου και να καταλήξουμε, ας το κάνουμε μιλώντας, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας."
Και το χειρότερο είναι πως καταλάβαινα και είχα απόλυτη συναίσθηση του τι συνέβαινε. Διάλεγα, όμως, να παραβλέπω και να προσπερνώ τις όποιες ενδείξεις. Δεν κρατούσα τεφτέρι και συγκέτρωνα την προσοχή μου στις ελάχιστες εκείνες στιγμές γνήσιας έκφρασης συναισθήματος. Έχανα, όμως, το δάσος. Εξαπατούσα τον εαυτό μου περισσότερο από ότι κορόιδευε εκείνος εμένα.
Κι όλα αυτά γιατί? Για να πάμε βόλτα και να αποδράσει, έστω και για λίγο, από την ασχήμια του μυαλού του, που εδώ και καιρό τον βασανίζει. Για να μου μου πει ένα χαζό, και συνήθως πρόστυχο, κοπλιμεντο του οποίου την ανάγκη δεν είχα ποτέ. Για να συμβιβαστούμε με μια εφήμερη τέρψη. Με κενές και χωρίς νόημα πράξεις, που υποκαθιστούν την ευγενική και τρυφερή φύση του έρωτα. Με μια αηδιαστική ελευθεριότητα που σκοτώνει βάναυσα κάθε ίχνος αγνού συναισθήματος.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι αποκλειστικά δικό μου. Για ηλίθιους κατασκευαστικούς, και όχι μόνο, λόγους δεν έχω τη δυνατότητα να κρατήσω κακία και να κατηγορήσω κανέναν άλλο.
Αφέθηκα, ένιωσα, πληγώθηκα.
Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε.
Έχω την τάση να συναναστρέφομαι με άτομα που, συχνά , ασκούν "εποικοδομητική δράση" επάνω μου. Με προσεγγίζουν, και παρά τη διαταραγμένη δομή τους, είμαι δοτική όπως θεωρώ ανθρώπινα σωστό. Όχι από οίκτο αλλά από ενδιαφέρον. Στη φύση μας είναι να μην είμαστε συνέχεια χαρούμενοι.
Το πρόβλημα υπάρχει όταν αρχίζουμε να επιρρίπτουμε ευθύνες στην ψυχολογική μας κατάσταση για τα σφάλματά μας. Το να συμπεριφέρεσαι άσχημα, επειδή δεν νιώθεις καλά, είναι σαν να σκεπάζεσαι με βρεγμένα ρούχα μια κρύα νύχτα του χειμώνα. Το μόνο που καταφέρνεις είναι να επιδεινώνεις την κατάσταση σου, ενώ κοροϊδεύεις τον εαυτό σου έχοντας την ψευδαίσθηση ότι θα ζεσταθείς. Και σε παίρνει ο ύπνος, αλλά δεν ξυπνάς ξεκούραστος. Έχεις πυρετό, παραλυρείς, και η ανάρρωση αργεί.