Μήνη
Το σώμα μου συνεχίζει να πονά. Συνηθίζει να πονά.
Εκείνο, εκεί. Στην θέση του, όπως πάντα.
Ακόμα ένα βράδυ, τυλιγμένο στη λευκή κουρτίνα. Μέσα στο λευκό του σάβανο, ζητά ένα χάδι τελευταίο.
Το σώμα μου συνεχίζει να πονά. Συνηθίζει να πονά.
Νιώθω το κρύο του Αυγούστου. Τυλίγομαι με το λευκό σεντόνι.
Υψώνω το βλέμμα.
Κι έτσι όπως κοιταζόμαστε, μικραίνει η απόσταση από το κρεβάτι στο παράθυρο.
Πλησιάζουμε. Οι δυό μας μόνοι.
Δυο σώματα νεκρά, ασημένια. Αφημένα σε λευκές αγκαλιές.
Ο αέρας του Αυγούστου κλείνει με βία το παράθυρο.
Δεν ξεχωρίζω πια ποια μορφή είναι η δικιά μου, και ποια εκείνο.
Μπαίνουν τα σώματα μας το ένα στο άλλο. Σαν από πάντα να ήταν ένα.
Αφήνομαι. Χαμογελάω.
Ασφαλής μέσα στον λευκό πόνο.
Ο δικός μου θάνατος, μια μέρα θα τελειώσει. Μα λυπάμαι για ‘κείνο. Κάθε βράδυ, καταδικασμένο, να μας κοιτάζει και να πεθαίνει μαζί μας.
Να συνεχίζει. Να συνηθίζει.










