ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Η Ειρήνη, μια ξανθιά γυναίκα με εντυπωσιακή και ευγενική ομορφιά, ήταν η προσωποποίηση της χάρης. Τα μακριά, χρυσαφένια μαλλιά της έπεφταν σε απαλές μπούκλες, τα μάτια της, ένα βαθύ καφέ, έκρυβαν μια κρυφή φλόγα, και τα χείλη της, πάντοτε ελαφρώς ανασηκωμένα σε ένα διακριτικό χαμόγελο, προσέδιδαν μια αθώα γοητεία στο πρόσωπό της. Η εμφάνισή της ήταν αψεγάδιαστη, αντανακλώντας την προσοχή που έδινε στην προσωπική της περιποίηση και στην εικόνα της. Πίσω από αυτή την εξωτερική τελειότητα, όμως, κρυβόταν μια υποτακτική φύση, μια έμφυτη κλίση να παραδίδεται στον ισχυρότερο, ειδικά στον Αντώνη.
Ο Αντώνης, από την άλλη, ήταν ο δυναμικός και αινιγματικός σύντροφός της. Η γοητεία του ήταν αδιαμφισβήτητη, ένα μείγμα αυτοπεποίθησης και μιας σκοτεινής γοητείας που τραβούσε τους πάντες κοντά του. Η σχέση τους ήταν πολυσύνθετη, γεμάτη πάθος αλλά και μια υποβόσκουσα σχέση υποταγής και ταπείνωσης. Ο Αντώνης την εκμεταλλευόταν και την έβλεπε σαν αντικείμενο για τις άρρωστες ορέξεις του. Δεν ήταν σχεδόν ποτέ ευγενικός μαζί της. Αντιθέτως, την προσέβαλλε και την υποτιμούσε συχνά, εδραιώνοντας την κυριαρχία του. Η Ειρήνη, παρά την προφανή ευτυχία τους, ένιωθε μια αδιόρατη ανησυχία, μια λαχτάρα για το άγνωστο, για κάτι που θα τάραζε τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητας. Ήταν μια σιωπηλή επιθυμία που ο Αντώνης, με την οξυδέρκειά του, είχε αντιληφθεί.
Ένα βράδυ, καθώς κάθονταν στον καναπέ του πολυτελούς διαμερίσματός τους, ο Αντώνης έσπασε τη σιωπή. "Έχω κάτι να σου προτείνω, Ειρήνη," είπε, η φωνή του ήρεμη αλλά με έναν υπαινιγμό πρόκλησης. "Κάτι διαφορετικό. Κάτι που θα μας βγάλει από τη ρουτίνα. Ένα τρίτο πρόσωπο."
Η Ειρήνη ένιωσε έναν σπινθήρα. Η ιδέα, αν και τολμηρή, την έλκυε. Η καθημερινότητα είχε αρχίσει να τη βαραίνει, και η λαχτάρα της για το άγνωστο, για το διαφορετικό, ήταν πάντα εκεί. "Τρίτο πρόσωπο;" ρώτησε, η φωνή της λίγο πιο δυνατή απ' ό,τι περίμενε. "Ποιος;"
"Μια φίλη," απάντησε ο Αντώνης, το χαμόγελό του να πλαταίνει. "Η Λυδία. Είναι... ανοιχτόμυαλη. Και ξέρω ότι θα σου αρέσει."
Η Ειρήνη δίστασε για μια στιγμή. Η σκέψη της Λυδίας, μιας γυναίκας που γνώριζε μόνο επιφανειακά, να μπαίνει στη ζωή τους με αυτόν τον τρόπο, την έκανε να αισθανθεί ένα μείγμα ενθουσιασμού και νευρικότητας. Όμως, η επιθυμία της για το άγνωστο ήταν πιο δυνατή. "Εντάξει," είπε, η φωνή της τώρα γεμάτη αποφασιστικότητα. "Το κάνουμε."
Λίγες ώρες αργότερα, η Ειρήνη βρισκόταν στο αυτοκίνητο του Αντώνη, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού. Η νύχτα είχε πέσει, και τα φώτα της πόλης περνούσαν σαν θολές ρίγες. Η Λυδία καθόταν στο πίσω κάθισμα, η παρουσία της σιωπηλή αλλά έντονη. Η ατμόσφαιρα μέσα στο αυτοκίνητο ήταν γεμάτη σιωπηλή προσμονή. Δεν υπήρχαν πολλές κουβέντες, μόνο ο ήχος του κινητήρα και η ανάσα τους.
Η διαδρομή φαινόταν ατελείωτη. Η Ειρήνη ένιωθε ένα μείγμα ανυπομονησίας και ένα ανεξήγητο άγχος να την κυριεύει. Πού πήγαιναν; Τι ακριβώς επρόκειτο να συμβεί; Ο Αντώνης δεν είχε δώσει πολλές λεπτομέρειες, απλά είχε πει ότι θα ήταν μια "εμπειρία". Η σιωπή του ενίσχυε την αγωνία της.
Τελικά, το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά σε ένα κτίριο. Δεν ήταν ένα από τα γνωστά, πολυτελή ξενοδοχεία που συνήθιζαν να επισκέπτονται. Ήταν ένα κακόφημο ξενοδοχείο, τα φώτα του θαμπά, η είσοδός του σκοτεινή και κάπως τρομακτική. Η πινακίδα του, σχεδόν αόρατη μέσα στη νύχτα, έδειχνε τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης. Η Ειρήνη ένιωσε μια ανατριχίλα. Αυτό δεν ήταν αυτό που περίμενε.
Ο Αντώνης έσβησε τον κινητήρα. "Φτάσαμε," είπε απλά.
Η Ειρήνη βγήκε από το αυτοκίνητο, τα πόδια της να αισθάνονται βαριά. Το βλέμμα της σάρωσε το ξενοδοχείο. Τα πεζοδρόμια ήταν βρώμικα, η ατμόσφαιρα βαριά. Η Λυδία, από την άλλη πλευρά, έβγαινε με μια περίεργη λάμψη στα μάτια της, σαν να ήταν σε ένα μέρος που γνώριζε καλά και απολάμβανε.
Μπήκαν στο λόμπι. Ο ρεσεψιονίστ, ένας μεσήλικας άντρας με ένα κουρασμένο βλέμμα, τους κοίταξε αδιάφορα, παραδίδοντας το κλειδί χωρίς ιδιαίτερες ερωτήσεις. Η αδιαφορία του ήταν σχεδόν πιο ανησυχητική από την ειρωνεία.
Ανέβηκαν τις σκάλες. Το χαλί ήταν φθαρμένο, ο αέρας βαρύς από την υγρασία και μια παράξενη μυρωδιά. Κάθε βήμα προς τα πάνω ήταν ένα βήμα πιο βαθιά στο άγνωστο.
Έφτασαν στην πόρτα του δωματίου. Ο Αντώνης άνοιξε. Το φως από τον διάδρομο αποκάλυψε ένα μικρό, παλιό δωμάτιο. Το κρεβάτι ήταν ακατάστατο, τα έπιπλα φθαρμένα. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, βαριά.
Η Ειρήνη μπήκε μέσα, το βλέμμα της να σαρώνει τον χώρο. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Κοίταξε τον Αντώνη, που την κοιτούσε με το ίδιο αινιγματικό χαμόγελο, και τη Λυδία, η οποία είχε πλέον ένα σατανικό φως στα μάτια της.
"Καλώς ήρθες, Ειρήνη," είπε η Λυδία, η φωνή της τώρα γεμάτη μια σκοτεινή, θριαμβευτική χροιά. "Απόψε, θα ανακαλύψεις τι σημαίνει πραγματική παράδοση."
Η Λυδία, με μια αγριότητα που φαινόταν να απολαμβάνει, όρμησε στην Ειρήνη. Τα χέρια της Λυδίας βρήκαν το πρόσωπο της Ειρήνης, και χαστούκια βροχή άρχισαν να πέφτουν με δύναμη. Η Ειρήνη, αιφνιδιασμένη, προσπάθησε να προστατευτεί, αλλά ήταν αδύναμη μπροστά στην οργή της Λυδίας. Κάθε χτύπημα άφηνε κόκκινα σημάδια στο ευγενικό της πρόσωπο, αλλοιώνοντας το μακιγιάζ της. Στη συνέχεια, η Λυδία φτύνει με περιφρόνηση πάνω στην Ειρήνη, τα υγρά να προσγειώνονται στο πρόσωπο και τα μαλλιά της.
Η Λυδία παρακολουθούσε την Ειρήνη να συσπάτε κάτω από κάθε χτύπημα, κάτω από την εισβολή του δονητή που έφτανε βαθιά στον λαιμό της, και ένα ψυχρό χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη της. Η Ειρήνη υπέφερε, ναι, αλλά μέσα από τον πόνο, μέσα από την ταπείνωση, μια παράξενη, σκοτεινή ηδονή άρχιζε να φουντώνει. Ήταν σαν ένα δηλητήριο που εξαπλωνόταν, γλυκό και καταστροφικό ταυτόχρονα. Κάθε δάκρυ, κάθε σπασμός, ήταν ένα βήμα πιο βαθιά στην άβυσσο που λαχταρούσε. Ο πόνος στο λάρυγγά της ήταν αφόρητος.
Ο Αντώνης καθόταν σε μια πολυθρόνα απέναντι, τα πόδια σταυρωμένα, παρακολουθώντας με απάθεια. Το βλέμμα του ήταν αινιγματικό, χωρίς συναισθηματική έκφραση, σαν να έβλεπε ένα καλά σκηνοθετημένο θέαμα. Δεν παρενέβαινε, δεν έδινε εντολές. Η παρουσία του ήταν αυτή ενός σιωπηλού σκηνοθέτη που απολάμβανε την παράσταση που είχε στήσει. Η Ειρήνη, παρά την ομίχλη του πόνου και της ηδονής, ένιωθε την αδιάφορη ματιά του πάνω της, και αυτή η αδιαφορία, αντί να την πληγώσει, τροφοδοτούσε ακόμα περισσότερο την ανάγκη της για υποταγή.
Η Λυδία, σαν να διαισθάνθηκε ότι η Ειρήνη ήταν έτοιμη για το επόμενο στάδιο, τράβηξε απότομα τον δονητή από το στόμα της. Ο βήχας της Ειρήνης ήταν βίαιος, τα μάτια της δακρυσμένα, αλλά δεν υπήρχε διαμαρτυρία, μόνο μια βουβή αναμονή.
"Άνοιξε καλά τα πόδια σου καριολα ," διέταξε η Λυδία, η φωνή της πλέον καθαρή και αδιαπραγμάτευτη.
Η Ειρήνη, χωρίς δισταγμό, άνοιξε τα πόδια της διάπλατα, εκθέτοντας τον εαυτό της πλήρως. Η Λυδία στεκόταν πάνω από από το ξυρισμένο άψογα μουνί της, μελετώντας την ανοιχτή της στάση, σαν να εξέταζε ένα έργο τέχνης που επρόκειτο να παραμορφώσει. Το φως του δωματίου έπεφτε πάνω στο γυμνό της σώμα, δημιουργώντας σκιές που τόνιζαν την ευάλωτη της θέση. Η ατμόσφαιρα γέμισε με μια ηλεκτρισμένη σιωπή, βαριά με ανείπωτες προσδοκίες.
Η Λυδία έγειρε πάνω από την Ειρήνη, το βλέμμα της να καρφώνει το δικό της. Χωρίς να πει λέξη, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα ανοιχτά πόδια της Ειρήνης, εισβάλλοντας με μια βίαιη ορμή. Δεν ήταν χάδι, δεν ήταν ερωτικό άγγιγμα – ήταν μια σκληρή, απόλυτη κατάληψη. Η Ειρήνη ανατρίχιασε, όχι μόνο από τον πόνο, αλλά από την καθαρή, ωμή επιβολή. Κάθε δάχτυλο που εισχωρούσε, κάθε απότοπη κίνηση, ήταν μια δήλωση κυριαρχίας που τη συνέτριβε και ταυτόχρονα την ανέβαζε σε μια άγνωστη έκσταση. Το μουνί της ήταν ήδη διαλυμένο από την προηγούμενη βία, και ο πόνος ήταν οξύς.
Η Λυδία κινούνταν με λύσσα, με μια άγρια ενέργεια που δεν άφηνε περιθώρια για τίποτα άλλο εκτός από την απόλυτη αίσθηση του τώρα. Τα χείλη της Ειρήνης ήταν ελαφρώς ανοιχτά, ένας ήχος οριακά audible έβγαινε από το λαιμό της – ένα μείγμα πόνου και απόλυτης, παράλογης ηδονής . Το σώμα της συσπαζόταν ανεξέλεγκτα, ενώ ο Αντώνης παρακολουθούσε, το πρόσωπό του ακόμα απρόσωπο, αλλά μια σκιά ικανοποίησης να παίζει στις άκρες των χειλιών του.
Σε κάθε βίαιη ώθηση, η Ειρήνη ένιωθε ένα κομμάτι του εαυτού της να διαλύεται, να παραδίδεται πλήρως στον έλεγχο της Λυδίας. Δεν υπήρχε πια χώρος για σκέψη, για αντίσταση. Μόνο η αίσθηση, ο ρυθμός, η απόλυτη υποταγή. Ήταν σαν να είχε γίνει ένα δοχείο, ένα αντικείμενο στα χέρια των άλλων, και μέσα σε αυτή την απώλεια του εαυτού, μια τρομακτική αλλά ελκυστική ελευθερία φάνηκε να ανατέλλει.
Η Λυδία δεν σταμάτησε. Αντίθετα, η κίνησή της έγινε πιο βάναυση, πιο αποφασιστική. Το χέρι της εισχώρησε βαθύτερα, φτάνοντας, όπως έμοιαζε στην Ειρήνη, μέχρι τον αγκώνα της. Ένας οξύς πόνος διαπέρασε το σώμα της, μια αίσθηση διάλυσης στα σπλάχνα της. Ήταν σαν τα όρια της να έσπαγαν, να καταρρέουν υπό την ανελέητη πίεση.
"Τι είσαι εσύ, σκύλα; Ένα τίποτα! Μια φτηνή πουτάνα " της ψιθύρισε η Λυδία με μια φωνή γεμάτη περιφρόνηση. "Δεν είσαι τίποτα περισσότερο από ένα παιχνίδι! Ένα βρώμικο παιχνίδι! Θα υποφέρεις για μέρες θα πονάς και θα με σκέφτεσαι !!"
Η Ειρήνη δεν μπορούσε πλέον να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Ο πόνος ήταν τόσο έντονος, η ταπείνωση τόσο συντριπτική, που το μυαλό της άρχισε να αποσυνδέεται από την πραγματικότητα. Νόμιζε ότι διαλυόταν, ότι γινόταν κομμάτια. Η ηδονή που ένιωθε πριν είχε μετατραπεί σε έναν εφιάλτη, μια θολή μάζα αισθήσεων όπου ο πόνος και η έκσταση ήταν αδιαχώριστοι. Ο Αντώνης την παρακολουθούσε, το πρόσωπό του ακόμα απρόσωπο, αλλά μια σκιά ικανοποίησης να παίζει στις άκρες των χειλιών του.
Η Λυδία αποσύρθηκε από την Ειρήνη, αφήνοντάς την να λαχανιάζει, το σώμα της να τρέμει ανεξέλεγκτα από το μείγμα πόνου, ταπείνωσης και μιας διεστραμμένης εξάντλησης. "Τώρα," διέταξε η Λυδία, η φωνή της ψυχρή και απόλυτη, "γλύψε με. Και προετοίμασέ με για να με πηδήξει ο γκόμενος σου. Εσύ θα βλέπεις."
Η εντολή ήταν ένα ακόμα χτύπημα, μια ολοκληρωτική άρνηση οποιασδήποτε αξιοπρέπειας είχε απομείνει στην Ειρήνη. Όμως, μέσα στο χαμένο της μυαλό, υπήρχε ακόμα η επιθυμία να υπακούσει, να φτάσει στα άκρα της υποταγής. Με ένα βουβό αναστεναγμό, η Ειρήνη πήρε θέση ανάμεσα στα πόδια της Λυδίας. Ξεκίνησε να γλείφει και να καυλώνει και να προετοιμάζει το μουνί της Λυδίας, η ίδια τώρα ένα απλό εργαλείο, μια σκιά του εαυτού της.
Η Λυδία, σε τρελό οργασμό, άρχισε να πιέζει το κεφάλι της Ειρήνης με δύναμη, βαθύτερα, πιο δυνατά. Η Ειρήνη ένιωθε ότι πνιγόταν, ότι έχανε την ανάσα της, αλλά δεν υπήρχε διαφυγή, ούτε και η θέληση να αντισταθεί. Ήταν παγιδευμένη σε έναν εφιάλτη που είχε κάποτε λαχταρήσει.
Ο Αντώνης, ο δημιουργός όλου αυτού, κοίταξε την Ειρήνη που γονατιστή εκτελούσε τις εντολές. Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Έβγαλε το κινητό του και άρχισε να τραβάει βίντεο και φωτογραφίες. Ήθελε να απαθανατίσει κάθε στιγμή της ταπείνωσής της.
"Τώρα, Λυδία, είναι η σειρά μας," είπε ο Αντώνης. Η Λυδία, γυμνή, ανέβηκε στο κρεβάτι και ο Αντώνης την πήδηξε με λύσσα, ενώ η Ειρήνη παρακολουθούσε γονατιστή από το πάτωμα, το βλέμμα της άδειο, το σώμα της να τρέμει. Κάθε ήχος, κάθε κίνηση τους, ήταν ένα μαχαίρι στην ψυχή της. Ο Αντώνης άδειασε τα χύσια του μέσα της, το σώμα του να τρέμει από την εκτόνωση.
"Τώρα, καθάρισέ την, μωρή βρόμα " ο Αντώνης διέταξε, η φωνή του στάζοντας περιφρόνηση. Η Ειρήνη, μουδιασμένη και διαλυμένη, σύρθηκε μπροστά. Με τη γλώσσα της, άρχισε να γλείφει και να καθαρίζει τα χύσια από το μουνί της Λυδίας, γεύοντας την πικρή πραγματικότητα της πλήρους εξευτελισμού της.
Σε αυτή την στάση , ο Αντώνης της έχωσε χωρίς καμία προειδοποίηση και προετοιμασία μια χοντρη σφήνα στον κώλο, βαθιά, μέχρι που ένιωσε το σώμα της να συσπάτε με ένταση ούρλιαζε και παρακαλούσε . Την άφησε εκεί, μια σιωπηλή υπενθύμιση της κατάστασής της.
Η Ειρήνη, το πρόσωπό της γεμάτο με τα χύσια της ταπείνωσης, πάλευε να αναπνεύσει, η ψυχή της ένα κομμάτι που είχε συντριβεί. Τότε, ο Αντώνης, ο σιωπηλός σκηνοθέτης αυτής της εφιαλτικής παράστασης, κινήθηκε. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος του παλιού του γοητευτικού εαυτού, μόνο μια σκοτεινή, κυριαρχική δύναμη. Πλησίασε την Ειρήνη, την άρπαξε από τα μαλλιά με μια βίαιη κίνηση, σηκώνοντας το πρόσωπό της προς το δικό του.
"Αυτό είσαι τώρα," της ψιθύρισε, η φωνή του ψυχρή σαν πάγος, χωρίς ίχνος συναισθήματος. "Το παιχνίδι μου. Ένα τίποτα."
Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, της έχωσε με δύναμη το καυλί του στο στόμα. Η Ειρήνη έπνιξε έναν ήχο, τα μάτια της διάπλατα από τρόμο και απόλυτη υποταγή. Ήταν η τελική πράξη, η σφραγίδα της ιδιοκτησίας του.
Καθώς η Ειρήνη πάλευε να ανακτήσει την αναπνοή της, ο Αντώνης απομακρύνθηκε λίγο, το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της. "Πρέπει να καθαρίσεις και εμένα," της είπε, η φωνή του μια αμείλικτη εντολή.
Χωρίς να περιμένει απάντηση, την υποχρέωσε σε ένα βασανιστικό και σκληρό τσιμπούκι . Σε όλη τη διάρκεια, ο Αντώνης δεν σταμάτησε να τη βρίζει και να της μιλά υποτιμητικά. "Άχρηστη, σκύλα, μόνο γι' αυτό είσαι," επαναλάμβανε, κάθε λέξη ένα χτύπημα στην ψυχή της. Δεν έδειξε κανένα έλεος, καμία υποχώρηση. Ήταν μια πράξη απόλυτης εξουσίας, ένας τελευταίος, σκληρός θρίαμβος πάνω στην Ειρήνη που είχε πλέον μετατραπεί σε ένα άψυχο εργαλείο.
Μετά από αρκετή ώρα, ο Αντώνης άδειασε τα αρχίδια του στο στόμα της. Την φτύνει και, χωρίς άλλη λέξη, απομακρύνεται. Η Ειρήνη έμεινε εκεί, γονατιστή, το σώμα της να τρέμει, το στόμα της γεμάτο, το πρόσωπό της καλυμμένο.
Τότε, η Λυδία την άρπαξε βρίζοντας και τη σέρνει από τα μαλλιά προς το βρώμικο μπάνιο. Ο ήχος του σώματος της Ειρήνης να σέρνεται στο πάτωμα αντηχούσε στο δωμάτιο. Η Λυδία την πετάει στο πάτωμα, την φτύνει και την χτυπά με δύναμη στο πρόσωπο και στην κοιλιά. "Θες ένα καλό καθάρισμα, βρομιάρα!" της λέει, η φωνή της γεμάτη περιφρόνηση.
Χωρίς να δώσει χρόνο στην Ειρήνη να συνέλθει, η Λυδία με ένα βαθύ κάθισμα παίρνει θέση πάνω από το πρόσωπο της. Αρχίζει να αδειάζει τη κατουρά στο πρόσωπο και το στόμα, δείχνοντας να το απολαμβάνει τρελά. Η Ειρήνη προσπαθεί να αντιδράσει, να απομακρύνει το κεφάλι της, αλλά το σώμα της είναι εξαντλημένο, διαλυμένο, και η δύναμη της Λυδίας είναι αμείλικτη. Η αντίστασή της είναι αδύναμη, σχεδόν ανύπαρκτη.
"Αντώνη!" φωνάζει η Λυδία, το βλέμμα της γεμάτο μια σκοτεινή χαρά. "Έλα να της ρίξεις κι εσύ ένα κατούρημα!"
Ο Αντώνης πλησιάζει. Χωρίς δισταγμό, παίρνει θέση πάνω από το πρόσωπο της Ειρήνης, δίπλα στη Λυδία. Και αυτός, όπως και η Λυδία, αρχίζει να αδειάζει τα κατουρά του πάνω της, προσθέτοντας στη βρομιά και την ταπείνωση. Η Ειρήνη είναι πλέον ένα δοχείο, ένα αντικείμενο που δέχεται τα πάντα, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει.
Όταν τελειώνουν, με μια τελευταία, ψυχρή εντολή, η Λυδία και ο Αντώνης τη διατάζουν να γλύψει ό,τι έχει μείνει στο πάτωμα. Η Ειρήνη είναι στο πάτωμα, το πρόσωπό της τώρα γεμάτο σημάδια και κάποιες γρατζουνιές από τα χτυπήματα, και στα βρώμικα πλακάκια υπάρχει και λίγο αίμα. Με τη γλώσσα της, η Ειρήνη γλύφει τα υγρά από τα βρώμικα πλακάκια, εκτελώντας την εντολή χωρίς αντίσταση. Δίπλα της, η Λυδία απολαμβάνει το θέαμα, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνει ένα ζεστό ντους
Η Λυδία βγήκε από το ντους, τυλιγμένη σε μια πετσέτα, το πρόσωπό της λαμπερό από ικανοποίηση. Κοίταξε τον Αντώνη, που στεκόταν ακόμα στο άνοιγμα του μπάνιου, παρακολουθώντας την Ειρήνη.
"Η μικρή έχει προοπτικές," λέει η Λυδία, η φωνή της γεμάτη κυνισμό. "Μπορεί να γίνει η τέλεια σκλάβα. Και γιατί όχι, και η τέλεια πόρνη. Φέρ' την όποτε θες από το μπουρδέλο να τη στρώσουμε, να δεις για πότε ξεχνάει την καλοπέραση. Μην είσαι χαζός αμα την σπρώξουμε μπορεί να βγάλουμε και φράγκα "
Φεύγοντας, η Λυδία φιλά με πάθος τον Αντώνη στα χείλη. Ρίχνει μια υποτιμητική ματιά στην Ειρήνη, η οποία είναι ακόμα γονατιστή στο πάτωμα, το πρόσωπο και το στόμα της γεμάτα ακαθαρσίες.
"Να τη βάλεις να κάνει και την λεκάνη," λέει η Λυδία με ένα ειρωνικό χαμόγελο, ανοίγει την πόρτα και φεύγει.
Ο Αντώνης στέκεται για λίγο, παρατηρώντας την Ειρήνη. Η Ειρήνη σέρνεται από το βρώμικο μπάνιο προς το δωμάτιο. Πονάει. Είναι βρόμικη. Τα υγρά από τα σπέρματα στάζουν από παντού. Έχει ακόμα τη σφήνα μέσα της. Κάνει μια κίνηση να τη βγάλει.
Ο Αντώνης την παρακολουθεί με ένα βρόμικο χαμόγελο. "Μη τολμήσεις και την αγγίξεις!" της λέει. "Έτσι θα γυρίσεις στη μαμά σου!" Γελάει.
Η Ειρήνη υπακούει. Ο Αντώνης συνεχίζει σε αυστηρό τόνο: "Σου πάει η ταλαιπωρία. Σου άρεσε;"
"Μάλιστα," απαντά αυτή, η φωνή της ένα ψίθυρος.
"Τώρα φύγε," της λέει.
Η Ειρήνη, διαλυμένη, τον κοιτάζει. "Δεν αντέχω. Θα ήθελα να μείνω εδώ απόψε."
Ο Αντώνης την κοιτάζει ψυχρά. "Αυτό δεν γίνεται."
"Δεν μπορώ να περπατήσω ούτε να κυκλοφορήσω σε αυτή την κατάσταση. Φοβάμαι."
"Μη φοβάσαι," της απαντά ο Αντώνης με περιφρόνηση. "Έτσι όπως είσαι, ούτε πρεζάκι δεν σε πλησιάζει." Γελάει.
Την αρπάζει από τα μαλλιά, τη χαστουκίζει, ανοίγει την πόρτα και την πετάει στο διάδρομο, γυμνή. Φύγε μωρή πουτάνα που θες και περιποίηση !!! Της πετάει πάνω της και τα κατεστραμμένα ρούχα της. "Στο καλό!" της λέει, και η πόρτα κλείνει πίσω της.
Η Ειρήνη, ένα ράκος, μαζεύει τα κομμάτια της. Με δυσκολία, φορώντας τα κουρέλια που κάποτε ήταν τα ρούχα της, σέρνεται προς την υποδοχή. Ο ρεσεψιονίστ, βλέποντας την αθλιότητά της, δεν χάνει την ευκαιρία για ειρωνεία και χλευασμό. Ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση, ένα υποτιμητικό σχόλιο για την κατάστασή της, που την κάνει να νιώθει ακόμα πιο βρόμικη.
Με το κεφάλι σκυμμένο, η Ειρήνη καταφέρνει να βγει στο δρόμο. Το κρύο της νύχτας και οι αδιάφορες ματιές των περαστικών τρυπούν το τσακισμένο της είναι. Ψάχνει απεγνωσμένα για ένα ταξί, ένα μέσο διαφυγής από τον εφιάλτη, ένα φως στην απόλυτη σκοτεινιά στην οποία έχει βυθιστεί.
Ένα ταξί σταματά. Η Ειρήνη μπαίνει μέσα. Ο μεσήλικας ταξιτζής την επεξεργάζεται με ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια και χυδαιότητα. "Πού σε πάω, μωρή βρομιάρα;" ρωτάει, με ένα χαμόγελο που την κάνει να ανατριχιάσει. "Σε περιποιήθηκαν καλά απόψε, που πάμε;"
"Φιλοθέη," ψιθυρίζει η Ειρήνη. Η διαδρομή της φαντάζει αιώνας. Κάθε δευτερόλεπτο πονάει και ντρέπεται. Ο ταρίφας την κοιτάζει χυδαία στον καθρέφτη, σαν ένα ζώο που έχει εκτεθεί. Η σκοτεινή κατάληξη δεν ήταν το τέλος της νύχτας, αλλά η αρχή μιας νέας, μόνιμης πραγματικότητας.
Φτάνουν έξω από μια πολυτελή, τριώροφη πολυκατοικία στη Φιλοθέη. Ο ταξιτζής σφυρίζει ειρωνικά. "Βλέπω, βγαίνει καλό μεροκάματο," σχολιάζει, το βλέμμα του καρφωμένο πάνω στην Ειρήνη και την αθλιότητά της.
Η Ειρήνη ψάχνει μέσα στα κουρέλια των ρούχων της. Η καρδιά της χτυπά δυνατά. Τρόμος την πλημμυρίζει καθώς συνειδητοποιεί ότι δεν έχει καθόλου λεφτά. "Δεν έχω καθόλου χρήματα επάνω μου... κάπου έπεσαν...," ψιθυρίζει με τρόμο, κοιτώντας τον ταξιτζή.
Ο ταξιτζής, ατάραχος, απαντά με ψυχρή ηρεμία: "Για όλα υπάρχει τρόπος." Την κοιτάζει επίμονα, το βλέμμα του γεμάτο απειλή. "Βγες!"
Την συνοδεύει στην είσοδο της πολυκατοικίας, όχι σαν κύριος, αλλά σαν νταβάς . Την πιάνει από το λαιμό βίαια και την τραβά παράμερα, σε μια σκοτεινή γωνία. Την υποχρεώνει να γονατίσει. Βγάζει το πουτσο του έξω και, χωρίς προειδοποίηση, το χώνει με το ζόρι στο στόμα της. "Βρομάει," του λέει, καθώς το σώμα της ανατριχιάζει από την αηδία και τον τρόμο.
"Τώρα θα με πληρώσεις!" της λέει και αρχίζει να μπαινοβγαίνει με λύσσα στο στόμα της. Μουγκρίζει σα ζωο και την βρίζει χυδαία. Σε λίγο, αδειάζει το σπέρμα του στο στόμα της. "Κατάπιε, τσουλάκι! Πάρ' τα όλα!" της λέει.
Φεύγει, λέγοντάς της ότι δεν έχει να της δώσει ρέστα. Πριν εξαφανιστεί στην νύχτα, της φωνάζει: "Τώρα που ξέρω που μένεις, θα ξαναπεράσω να γαμησω!"
Η Ειρήνη έμεινε εκεί, γονατιστή, στο πεζοδρόμιο του πολυτελούς προαστίου της, βρόμικη, τσακισμένη, με την ψυχή της ένα κομμάτι, την απειλή του ταξιτζή να αντηχεί στα αυτιά της. Η σκοτεινή κατάληξη δεν ήταν ένα τέλος, αλλά η αρχή μιας νέας, εφιαλτικής πραγματικότητας.
Συνεχίζεται….







