“Ένα καλοκαίρι που δεν τον βρήκα εκεί”
Τον γνώρισα όταν ήταν μικρός.
Ήμασταν παιδιά και παίζαμε στην αυλή στο παλιό σπίτι, στο χωριό, με την μπάλα. Αυτός αντιδραστικός από μικρό παιδί.
Δεν του άρεσαν οι καινούριοι άνθρωποι ούτε οι παρέες. Δεν του άρεσε να μιλάει μαζί μου, δεν του άρεσε που τον ανάγκαζαν να παίζει μαζί μου επειδή οι γιαγιάδες μας έκαναν παρέα.
Εκείνο το πρώτο καλοκαίρι έριξα την μπάλα του στις τριανταφυλλιες.
Έτσι αντιδραστικός που ήταν ξεκίνησε να φωνάζει, έφυγε και πήγε μέσα στο σπίτι και κλείστηκε στο δωμάτιο του.
Τι του έλεγαν ότι θα του πάρουν καινούρια, τι φώναζα συγνώμη το ίδιο ήταν.
Εκείνο το βράδυ δεν ξέρω πως, μα στο τέλος καταλήξαμε να τρώμε κιντερ μπουενο στο σαλόνι και να γελάμε.
Να γελάμε σαν μικρά παιδιά που έχουν όνειρα, που απολαμβάνουν πολύ μια σοκολάτα.
Από εκεί ξεκινήσαμε μαζί. Δύο παιδιά εναντίον του κόσμου.
Δεν μιλούσε σε κανέναν άλλον. Δεν μιλούσε πολύ στους δικούς του, δεν ήθελε να τον ενοχλούν. Δεν μιλούσε στα αδέλφια του.
Μιλούσε μαζί μου και δεν ξέρω πως μα καταλαβαινομασταν.
Κάθε καλοκαίρι τον έβρισκα εκεί. Κάθε καλοκαίρι παίζαμε μπάλα και γελούσαμε.
Γελούσαμε με την ψυχή μας, κάναμε ομάδα εναντίων των μεγαλύτερων. Ήμουν εγώ και αυτός. Μικροί επαναστάτες.
Και από μικροί, μεγαλώσαμε.
Πήγαινα να τον βρω στο σπίτι του, τον έβρισκα να παίζει online και καθόμουν δίπλα του και σχεδιάζαμε ένα ολόκληρο παιχνίδι από την αρχή.
Και πότε τον έριχνα από την καρέκλα, πότε γελούσαμε μέχρι να μην μπορούμε να πάρουμε ανάσα, πότε λέγαμε τι θα κάνουμε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Μια μέρα πριν φύγω και γυρίσω στην Θεσσαλονίκη ανεβήκαμε κρυφά στην ταράτσα.
“Πάμε να δούμε τα αστερια”
Ήταν τόσο μικρά τα αστερια τότε, ηταν η πρώτη ταράτσα στην οποία ξάπλωσα ποτέ.
Και εκείνος γελούσε δίπλα μου και σχεδόν κρατούσαμε τον κόσμο στα χέρια μας.
Κι όμως πράγματι
Για δύο στιγμές είχα τον κόσμο στα χέρια μου.
Και δυο στιγμές κράτησε.
Το επόμενο καλοκαίρι κατέβηκα στο χωριό μα δεν τον βρήκα εκεί. Δεν ήταν στο δωμάτιο, ο υπολογιστής ήταν κλειστός, η μπάλα δεν ήταν εκεί.
“Δεν μπόρεσε να έρθει. Δεν τον άφησαν”
Και εκείνη την στιγμή πάγωσα. Τι εννοείς δεν μπόρεσε να έρθει;
Όχι θα περιμένω είπα. Θα έρθει είπα. Περνάμε τα καλοκαίρια παρέα. Θα τον περιμένω.
Και πέρασε ένα φθινόπωρο και ένας χειμώνας και άλλα 4 καλοκαίρια.
Και στο σπίτι της γιαγιάς του έχει μείνει μια φωτογραφία του, εκεί μπροστά στην είσοδο. Και ο υπολογιστής χάλασε και έχει περάσει ένα για πάντα από το τελευταίο καλοκαίρι.
Έχω να τον δω από τότε. Από εκείνο το καλοκαίρι που ξαπλωσαμε το βράδυ στην ταράτσα. Έχω να του μιλήσω από τότε. 4 χρόνια πριν.
Τα καλοκαίρια στο χωριό βλέπω μόνο την γιαγιά του.
“Ούτε φέτος θα ερθει”
Ήταν ο πρώτος φίλος που έχασα, ο πρώτος άνθρωπος που αναγκάστηκα να αφήσω.
Ο άνθρωπος που ακόμα αναζητάω στο χωριό τα καλοκαίρια κι ας ξέρω πως δεν θα ‘ρθει.
Να αγαπάτε τους ανθρώπους σας. Μέχρι να ανατείλει ο ήλιος μπορεί να έχουν χαθεί. Μην τους αφήσετε πίσω σε ένα κάποιο καλοκαίρι. Μην τους χάσετε όπως τον έχασα εγώ.
Επιτέλους τον βρήκα :')














