pulp fiction (1994)

Discoholic 🪩
Three Goblin Art
he wasn't even looking at me and he found me
Sweet Seals For You, Always

#extradirty
One Nice Bug Per Day
will byers stan first human second
Show & Tell

oozey mess
DEAR READER
"I'm Dorothy Gale from Kansas"

⁂
Claire Keane
Lint Roller? I Barely Know Her
ojovivo

roma★
Not today Justin

Janaina Medeiros
taylor price

izzy's playlists!
seen from United States

seen from United States
seen from United States

seen from Canada

seen from Malaysia
seen from Australia

seen from Türkiye
seen from United States
seen from Greece

seen from United States
seen from United States

seen from United States

seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from Malaysia

seen from United States

seen from United States

seen from Sweden
@nubradoo
pulp fiction (1994)
“Mom, my depression is a shape shifter. One day it is as small as a firefly in the palm of a bear, The next, it’s the bear. On those days I play dead until the bear leaves me alone. I call the bad days: “the Dark Days.” Mom says, “Try lighting candles.” When I see a candle, I see the flesh of a church, the flicker of a flame, Sparks of a memory younger than noon. I am standing beside her open casket. It is the moment I learn every person I ever come to know will someday die. Besides Mom, I’m not afraid of the dark. Perhaps, that’s part of the problem. Mom says, “I thought the problem was that you can’t get out of bed.” I can’t. Anxiety holds me a hostage inside of my house, inside of my head. Mom says, “Where did anxiety come from?” Anxiety is the cousin visiting from out-of-town depression felt obligated to bring to the party. Mom, I am the party. Only I am a party I don’t want to be at. Mom says, “Why don’t you try going to actual parties, see your friends?” Sure, I make plans. I make plans but I don’t want to go. I make plans because I know I should want to go. I know sometimes I would have wanted to go. It’s just not that fun having fun when you don’t want to have fun, Mom. You see, Mom, each night insomnia sweeps me up in his arms dips me in the kitchen in the small glow of the stove-light. Insomnia has this romantic way of making the moon feel like perfect company. Mom says, “Try counting sheep.” But my mind can only count reasons to stay awake; So I go for walks; but my stuttering kneecaps clank like silver spoons held in strong arms with loose wrists. They ring in my ears like clumsy church bells reminding me I am sleepwalking on an ocean of happiness I cannot baptize myself in. Mom says, “Happy is a decision.” But my happy is as hollow as a pin pricked egg. My happy is a high fever that will break. Mom says I am so good at making something out of nothing and then flat-out asks me if I am afraid of dying. No. I am afraid of living. Mom, I am lonely. I think I learned that when Dad left how to turn the anger into lonely — The lonely into busy; So when I tell you, “I’ve been super busy lately,” I mean I’ve been falling asleep watching Sports Center on the couch To avoid confronting the empty side of my bed. But my depression always drags me back to my bed Until my bones are the forgotten fossils of a skeleton sunken city, My mouth a bone yard of teeth broken from biting down on themselves. The hollow auditorium of my chest swoons with echoes of a heartbeat, But I am a careless tourist here. I will never truly know everywhere I have been. Mom still doesn’t understand. Mom! Can’t you see that neither can I?”
— “Explaining My Depression to My Mother: A Conversation” by Sabrina Benaim
- Οδυσσέας Ελύτης, Της σελήνης της Μυτιλήνης
Την πρώτη φορά που την είδα ότι υπήρχε στο μυαλό μου ηρέμησε. Όλα τα τικ,όλες οι συνεχόμενες αναζωογονητικές εικόνες απλά εξαφανίστηκαν. Όταν έχεις ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή δεν έχεις πραγματικά ήρεμες στιγμές. Ακόμα και στο κρεβάτι σκέφτομαι -κλείδωσα την πόρτα;Nαι, -έπλυνα τα χέρια μου;Nαι, -κλείδωσα την πόρτα;Nαι, -έπλυνα τα χέρια μου;Nαι. Αλλά όταν την είδα το μόνο πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ ήταν τη καμπύλη στα χείλη της ή τη βλεφαρίδα στο μάγουλό της, τη βλεφαρίδα στο μάγουλό της, τη βλεφαρίδα στο μάγουλό της. Ήξερα ότι έπρεπε να της μιλήσω. Της ζήτησα να βγούμε έξι φορές,μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα. Είπε ναι μετά την τρίτη φορά,αλλά καμία φορά δεν έμοιαζε σωστή. Έτσι έπρεπε να συνεχίσω. Στο πρώτο μας ραντεβού ξόδεψα περισσότερο χρόνο οργανώνοντας το γεύμα ανά χρώμα παρά τρώγοντας ή μιλώντας σε αυτήν,αλλά το λάτρεψε. Λάτρευε ότι την φιλούσα κάθε πρωί για να την αποχαιρετήσω δεκαέξι φορές ή εικοσιτέσσερις φορές αν ήταν Τετάρτη. Λάτρευε που μου έπαιρνε ώρα να γυρίσω σπίτι επειδή υπάρχουν πολλές ρωγμές στο πεζοδρόμιο. Όταν συγκατοικήσαμε είπε ότι ένιωθε ασφαλής,ότι κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να μας ληστέψει επειδή είχα οπωσδήποτε κλειδώσει τη πόρτα δεκαοχτώ φορές. Παρακολουθούσα πάντα το στόμα της όταν μιλούσε, όταν μιλούσε, όταν μιλούσε, όταν μιλούσε, έτσι όταν μου είπε ότι με αγαπάει το στόμα της είχε καμπύλη στα άκρα. Τη νύχτα ξάπλωνε στο κρεβάτι και με παρακολουθούσε που άναβα και έσβηνα τα φώτα, άναβα,έσβηνα τα φώτα, άναβα,έσβηνα τα φώτα, άναβα,έσβηνα τα φώτα. Έκλεινε τα μάτια της και φανταζόταν ότι οι μέρες και οι νύχτες απλά περνούσαν πολύ γρήγορα από μπροστά της. Κάποια πρωινά που ήθελα να την φιλήσω για να την αποχαιρετήσω αυτή απλά έφευγε επειδή την έκανα να αργεί στη δουλειά. Όταν σταμάτησα στη ρωγμή στο πεζοδρόμιο αυτή απλά συνέχισε να περπατάει. Όταν είπε ότι με αγαπάει το στόμα της ήταν μια ευθεία γραμμή. Μου είπε ότι παίρνω πολύ από τον χρόνο της. Την προηγούμενη εβδομάδα άρχισε να κοιμάται στο σπίτι της μητέρας της. Μου είπε ότι δεν έπρεπε να με αφήσει να δεθώ τόσο μαζί της,ότι όλο αυτό ήταν ένα λάθος,αλλά πως μπορεί να είναι λάθος όταν δεν πρέπει να πλύνω τα χέρια μου μετά που την ακουμπάω; H αγάπη δεν είναι λάθος. Με σκοτώνει που μπορεί να φεύγει μακρυά από αυτό και εγώ δεν μπορώ. Δεν μπορώ να βγω και να βρω κάποια καινούρια επειδή πάντα τη σκέφτομαι. Συχνά όταν έχω εμμονή σε κάποια πράγματα βλέπω τα μικρόβια που εισέρχονται στο δέρμα μου,βλέπω τον εαυτό μου να συνθλίβεται από μια ατελείωτη διαδοχή των αυτοκινήτων. Ήταν το πρώτο όμορφο πράγμα που έχω κολλήσει ποτέ. Θέλω να ξυπνάω κάθε πρωί και να σκέφτομαι τον τρόπο με τον οποίο κρατάει το τιμόνι της. Πως γυρνάει τα κουμπιά του ντους σαν να ανοίγει θησαυροφυλάκιο. Πως σβήνει τα κεριά, πως σβήνει τα κεριά, πως σβήνει τα κεριά, πως σβήνει τα κεριά, πως σβήνει… Τώρα απλά σκέφτομαι ποιος άλλος τη φιλάει. Δε μπορώ να αναπνεύσω επειδή αυτός τη φιλάει μόνο μια φορά. Δε τον νοιάζει να είναι τέλειο. Την θέλω πίσω τόσο πολύ. Αφήνω την πόρτα ξεκλείδωτη! Αφήνω τα φώτα αναμμένα!
-Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΟCD),Neil Hilborn-
Ο πόνος ο κρυφός, σαν τον κλειστό φούρνο, καίει την καρδιά μέχρι να γίνει στάχτη.
~ william shakespeare~
~Τάσος Λειβαδίτης~
Και είναι στιγμές που θες να φύγεις
μα δεν έχεις προς τα που να κινηθείς..
Και τελικά με άφησες, έτσι απλά..