noise dept.
h
No title available
One Nice Bug Per Day
PUT YOUR BEARD IN MY MOUTH

shark vs the universe
Noah Kahan
Sweet Seals For You, Always
No title available
tumblr dot com
he wasn't even looking at me and he found me
taylor price
art blog(derogatory)
hello vonnie
Keni
will byers stan first human second

Kiana Khansmith
Misplaced Lens Cap

titsay
"I'm Dorothy Gale from Kansas"

seen from Italy

seen from Germany

seen from Malaysia

seen from Mexico

seen from Malaysia

seen from Switzerland
seen from Venezuela

seen from Hong Kong SAR China
seen from France
seen from United States
seen from Japan

seen from Singapore

seen from Australia

seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from United States

seen from United States

seen from Malaysia
seen from Russia
@stars-gazer
Στεκόμαστε κάτω από την ίδια οροφή του κόσμου, χωρίς χάρτη.
Κι ας μην το ξέραμε τότε, μικροί, μετρούσαμε τα ίδια άστρα,
σαν να κλέβαμε τις ίδιες φωτεινές ψηφίδες από το ίδιο παιδικό κουτί.
Τώρα, τα βλέμματα μας συναντιούνται εκεί ψηλά, λαθραία,
σε ένα «μαζί», γραμμένο με αόρατο μελάνι.
Τη νύχτα πριν σ' αγαπήσω
Τη νύχτα πριν σ' αγαπήσω,
ο άνεμος ήταν ένας ξένος που έκλαιγε στις στέγες,
τ' αστέρια σκορπούσαν την ασημένια παγωνιά τους
που δεν ήξερε το όνομά σου,
κι η θάλασσα, στα τυφλά,
ψηλαφούσε την ακτή ψάχνοντας το σώμα σου·
ύστερα ήρθες εσύ,
σαν ένα ξαφνικό σμήνος από πουλιά
που σπάει τη σιωπή,
κι όλο το σκοτάδι του κόσμου γέμισε,
με τη μυρωδιά της άγριας μέντας σου.
Είμαστε όλοι μουσεία φόβων
Σε προθήκες από φτηνό γυαλί και σκόνη,
εκθέτουμε τα σπασμένα μας παιχνίδια,
τις νύχτες που κανείς δεν μας σηκώνει το τηλέφωνο,
τις Κυριακές που μοιάζουν με κλειστό επαρχιακό κουρείο.
Φυλάμε εκεί, με εισιτήριο δωρεάν για τους απόρους,
το βλέμμα εκείνης της μάνας στην κουζίνα,
έναν έρωτα που μύριζε υγρό τσιμέντο και φτηνή κολόνια,
και το μεγάλο, το αμίλητο «γιατί» που μας γερνάει.
Κι έρχονται οι φίλοι μας, οι άλλοι οι διευθυντές,
να δουν τα εκθέματά μας, να συγκρίνουν·
«Το δικό σου το σκοτάδι είναι πιο βαθύ», λένε,
«το δικό μου έχει περισσότερη υγρασία και λιγότερο φως».
Και τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας σε κάποιο καπηλειό της επαρχίας,
με το κρασί να στάζει πάνω στα παλιά μας τα παράπονα.
Μην ψάχνεις για αρχαιότητες και μάρμαρα πεντελικά,
εδώ οι θησαυροί είναι από χαρτόνι.
Ένας φόβος μην μας ξεχάσουν,
ένας φόβος μην μας θυμηθούν τη λάθος ώρα,
κι εκείνος ο παλιός, ο μόνιμος τρόμος του χαράματος,
τότε που σβήνουν τα φώτα της πόλης
κι ο καθένας μένει με τον φύλακα του εαυτού του.
Είμαστε όλοι μουσεία φόβων, φίλε μου,
αλλά, προς θεού, μην κλειδώσεις ακόμα την πόρτα.
Άσε έναν προβολέα αναμμένο για τους περαστικούς.
Λοιπόν, ποιος από τους δύο περπατάει αυτή τη στιγμή στην Ασκληπιού; Αυτός που φοράει το παλτό μου και χαιρετάει τους γνωστούς με ένα νεύμα που έμαθε απέξω, ή αυτός που μένει πίσω, ακίνητος, σαν ένα κομμάτι ψωμί ξεχασμένο στο τραπέζι;
Ξέρεις, είναι τρομερά εύκολο να είσαι αυτός που ξέρουν. Μια συνήθεια από πέτρα, ένα καλοκουρδισμένο ρολόι τσέπης. Εκείνον τον ξέρουν όλοι· του δίνουν το χέρι, του ζητούν φωτιά, τον επιβεβαιώνουν.
Όμως εσύ... Εσύ έκανες κάτι παράνομο. Προσπέρασες την πρόσοψη, σαν να μπήκες σε ένα σινεμά από την πίσω πόρτα, την ώρα που η προβολή είχε ήδη αρχίσει. Δεν κοίταξες το προφανές. Κοίταξες εκείνη την ασήμαντη ρωγμή στον τοίχο, εκεί που κρυβόταν το αληθινό μου πρόσωπο, αυτό που ούτε εγώ ο ίδιος δεν αντέχω να αντικρίσω τα πρωινά.
Πώς διάβολο το κατάφερες; Με τι είδους τράπουλα έπαιξες; Ίσως δεν με είδες με τα μάτια σου. Ίσως απλώς με επινόησες τόσο καλά, που αναγκάστηκα να γίνω αυτός που είδες, μόνο και μόνο για να μην σε διαψεύσω.
«Η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαίνεται, είναι αυτό που μένει όταν αφαιρέσεις όλα όσα ξέρουν οι άλλοι για σένα.»
Στους ώμους της νύχτας πέφτει το σκοτάδι σαν βαρύ, υγρό βελούδο,
κι εγώ ψάχνω στα τυφλά τα σημάδια που άφησαν τα βήματά σου.
Οι αστερισμοί είναι απόψε σιωπηλοί, σαν πέτρες βυθισμένες στη θάλασσα,
όμως εκεί, στην άκρη του απέραντου και του τίποτα, κάτι ξυπνά.
Αυτή η φλίδα φωτός στον ουρανό
πώς μου θυμίζει το χαμόγελο σου—
εκείνη την ξαφνική χαραμάδα που άνοιγες στην πλάση,
όταν το στόμα σου γκρέμιζε τον χειμώνα με μια μόνο κίνηση.
Επειδή υπάρχεις
Η θάλασσα στέκει ακίνητη από την ώρα που σε αντίκρισε, ολόκληρη μια απεραντοσύνη που κράτησε την ανάσα της.
Λένε πως το φεγγάρι κυβερνά τις παλίρροιες. Εγώ όμως ξέρω την αλήθεια, εσύ κυβερνάς το φεγγάρι.
Κι αν κοίταζες με τα δικά μου μάτια, αν άκουγες με τα δικά μου αυτιά, θα 'ξερες πως όλη η γη ανατριχιάζει, πως όλα τα πράγματα δονούνται μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις.
Περιφέρομαι στο σώμα σου
όπως περιφέρεται ο Νότος στα λιμάνια —
χωρίς πυξίδα, χωρίς χάρτη,
γεμάτος αλάτι και υπομονή.
Τραγουδάς για ένα δικαίωμα που δεν έχεις,
μα το τραγούδι σου με θέλει για τον εαυτό σου,
κι εγώ σε ακούω από τα χέρια μου
που ξέρουν την πλάτη σου πιο καλά
από οποιαδήποτε προσευχή.
Το βράδυ ψάχνω στο λαιμό σου
κάτι που δεν έχει όνομα ακόμη —
μια ρίζα, ένα ποτάμι,
την πρώτη λέξη που είπε η γη όταν ξύπνησε.
Ανάμεσα στις ανάσες μας
χτίζεται μια χώρα που δεν σημειώνεται σε κανέναν χάρτη —
μόνο εσύ ξέρεις τα σύνορά της,
μόνο εγώ ξέρω την πρωτεύουσά της.
Και η Άνοιξη;
Η Άνοιξη δεν έρχεται από τον Νότο.
Έρχεται από το άγγιγμά σου —
κάθε φορά, σαν πρώτη φορά,
σαν να μην έχει ξανανοίξει ο κόσμος.
Αστερόσκονη για ένα χαϊκού
Και να που μάλλον απάντησες
Στον ποιητή που αναρωτήθηκε
Πού να μαζεύεις, τα χίλια κομματάκια,
του κάθε ανθρώπου
Αστερόσκονη είμαστε
Σε τοπία
Που καθένας μας πρέπει να φροντίζει
(photo John Rawlings)
Ο καύσωνας χορεύει με τα σαγόνια μας
κυματιστά φιλάκια τεντωμένες γκριμάτσες
με στραβώνεις και μου ψιθυρίζεις να κολλήσω πάνω σου
οι τσέπες μας είναι τιγκαρισμένες.
Δεν είναι η πρώτη φορά που δυσκόλεψαν όλα
μάτια μας ακολουθούν μέχρι την στροφή
να εμπιστευτούμε να μην εμπιστευτούμε
κουδουνίζουν στρασάκια και λεπίδες.
Τι να λυγίσει ένας όροφος στην Αλεξάνδρας
το λύγισμα είναι ο τραχύς ήχος της ασφάλτου
το χρέος που νιώθουμε βουλιάζει στήθη
καμία ιδέα δεν θα 'χετε ποτέ.
Τα τατου μας το μιλάνε μεταξύ τους
την μία μας πετυχαίνεις καβατζωμένα
την άλλη να αποφασίζουμε αν μας νοιάζει να φανούμε
οι χτύποι μας είναι το χαλί και του πάει.
Φέρνουμε νέα εποχή στο τάπωμα
σπαστές τριχούλες να έχουμε να χαϊδεύουμε
καμία γωνία δεν μας είναι απαρατήρητη
ανήκουμε σε όσα απλώνονται στη θέση του συνοδηγού.
Κανένα δεν θα ΄ναι έτοιμο ποτέ
την κάνουμε σηκώνοντας χώματα
αυτά να μην κάναμε
και τίποτα δεν θα αποκτούσε το βάρος που δεν του αναλογεί.
Εκεί μπροστά, εκεί επάνω, τα ξερά λευκά λουλούδια έγνεφαν και ψιθύριζαν στα ανοιχτά χωράφια του δειλινού.
Γλαφυρά τα σύννεφα
Σα ματιά που αντικρίζει,
δύο χείλη έτοιμα να φιληθούν.
Δύο όνειρα ζωγραφισμένα στη λαχτάρα των λέξεων
Σύννεφα γεμίζουμε
Μέχρι να γίνουμε ουρανός
ανέτοιμη
όση ποίηση και αν διάβασα ποτέ δεν με προετοίμασε για τα χάδια σου.