the girl in the dress, Berlin
seen from United States

seen from T1
seen from China
seen from Bolivia

seen from Spain
seen from Moldova
seen from United States

seen from Netherlands

seen from Netherlands
seen from United States

seen from United States

seen from United Kingdom
seen from United States
seen from China

seen from Iraq
seen from France

seen from United States
seen from United States
seen from United States

seen from United States
the girl in the dress, Berlin
Look forward but never forget the past because otherwise it will be present again soon.
“Concentration Camps 1941 - 2020″,
Support refugees.
Δρόμος (1)
Άδικε άνθρωπε, άδικα σε κατηγόρησα. Με περιμάζεψες από την ανυπαρξία μου και μου πρόσφερες βοήθεια ανιδιοτελή. Μου σκούπισες τα δάκρυα σαν να ήμουν παιδί σου χωρίς να μου εξηγήσεις το γιατί. Μου έδωσες την καρδιά σου σε μία στιγμή που εγώ δεν θα το έκανα. Σαν αδερφό με αγκάλιασες και δεν με άφησες στιγμή μόνο. Σαν εραστή με φίλησες ακουμπώντας τα χείλη σου στο βρώμικο δέρμα μου. Έτσι σου έμαθαν να κάνεις μου είπες ενώ εξακολουθώ να αποφεύγω την καλοσύνη των ματιών σου. Είναι που ντρέπομαι γι αυτό που έγινα, ο θυμός γι αυτό που δεν έγινα.
Δώσε μου το χέρι σου, χάιδεψε το δέρμα μου, είμαστε από το ίδιο υλικό φτιαγμένοι. Νιώθεις του παλμούς της καρδιάς μου; Την αγωνία της για το μέλλον; Τη συμπόνοια της για σένα; Σκέφτομαι κι εγώ όπως εσύ, χαμογελάω, κλαίω, νιώθω. Κάποτε μπορούσα και να αγαπήσω. Κοίτα κοίτα, πόσα κοινά έχουμε, το βλέπεις; Σε τι κόσμο μεγάλωσα και δεν μπορώ να είμαι σαν εσένα; Γιατί δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος;
Ελευθερία (2)
Πίσω από ένα παράθυρο παρατηρώ την ομορφιά της φύσης, το είναι μου δεν μπορεί πλέον να συμμετέχει. Φυλακίστηκε για πάντα από τον άνθρωπο που εκδικείται τον εαυτό του. Ένα κρύο τζάμι με χωρίζει από τo απέραντο πράσινο, ποια η διαφορά του να το βλέπω από το να το μυρίζω και να το ασθάνομαι ποτέ δεν έμαθα. Οι ανθισμένες τριανταφυλλιές, που το χάδι τους κι η ομορφιά τους κατέκλυαν την ύπαρξή μου, δεν μου χαμογελούν πλέον, τα πουλιά κρυφογελούν με την κατάντια της μοίρας μου κι εγώ εδώ δίπλα σου αναζητώ τις πεταλούδες της ανθρώπινης ύπαρξης, την δική μας ομορφιά, τα δικά μας φτερά, το δικό μας μέλλον. Πες μου, υπήρξε ποτέ παρελθόν;
Αμφισβητείς όλη την ύπαρξή μου όπως αμφισβητώ καθημερινά τον εαυτό μου. Αρνείσαι τα θέλω μου με τον ίδιο τρόπο που αρνούμαι να καταλάβω τον προορισμό μου. Αποφεύγεις το βλέμμα μου και δεν βρίσκω καμία διαφορά με τον τρόπο που αποφεύγω να με κοιτάξω στον καθρέφτη. Είναι που εσύ έχεις τη δύναμη κι εγώ αγωνιώ να βρω τον εχθρό. Αυτό τον “πράσινο αέρα” που με έχεις βάλει χαμάλι να κυνηγάω μέχρι να πεθάνω. Ποιος να το περίμενε πως η πληροφορία θα γινόταν δική σου φίλη. Είναι κι αυτή η “πρόστυχη πένα” σου που λέει κι ο Βάρναλης, που με κάνει να πολεμάω με την συνείδησή μου.
Μου αρέσει να γράφω με πένα. Νιώθω πως η στιγμή μετράει και το χαρτί ζωντανεύει. Θέλω να αισθάνομαι τον πόνο του κάθε φορά που το γρατσουνάω για να εκφράσω το εγώ μου. Πόσο εγωιστικό να τρέφομαι από τον πόνο. Πες μου, σου θυμίζει κάτι αυτό;
Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Σκοτείνιασε ελαφρώς η φυλακή μου. Το τζάμι θολό πλέον και το τοπίο γκρίζο. Συννεφιάζει μου λες κι η ομορφιά φεύγει, να μείνω να αναζητήσω το φως.
Ξεχνάς ότι ο Θεός έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια. Τον σκοτώσαμε μαζί χωρις ιχνος ενοχής, χωρίς τύψεις και δράματα. Είναι θαμμένος βαθιά μέσα μας, αληθινός όσο η ανθρωπιά κι η πίστη μας, χαμογελάει στο υποσυνείδητο του εγώ μας. Τον αναζητάμε για διαφορετικούς λόγους. Εγώ όμως έμαθα να μην τον χρειάζομαι και πλέον φοβάμαι για τα όριά μου. Ένα κομματάκι σου ζήτησα, αλλά εσύ τα πήρες όλα, ούτε αυτό δε θέλησες να μου αφήσεις. Πες μου, πώς καταντήσαμε έτσι;