ovvero "stamattina alle 10 in via dei Fiori nella nota casa di tolleranza..."
Σκηνοθεσία και Σενάριο: Lina Wertmüller
Ηθοποιοί: Giancarlo Giannini, Mariangela Melato, Lina Polito, Eros Pagni
Παραγωγή: 1973 - Ιταλία, Γαλλία
Ο νεαρός Τουνίν βλέπει σκοτωμένο από τους φασίστες τον αναρχικό του φίλο. Λίγο πριν, ο φίλος τον είχε επισκεφθεί στο αγρόκτημά του, του παρέδωσε μια βαλίτσα και αναχώρησε κοροϊδεύοντας το Μουσολίνι. Βρισκόμαστε στην Ιταλία, αρχές της δεκαετίας του ’30.
Ο Τουνίν καταφθάνει στη Ρώμη, σε ένα αριστοκρατικό μπορντέλο όπου τον υποδέχεται με χαρά η εντυπωσιακή Σαλωμέ, λέγοντας στις υπόλοιπες πως είναι ξάδερφός της. Στην πραγματικότητα πρόκειται να τον βοηθήσει να δολοφονήσει το Μουσολίνι, αφού και η ίδια είναι ορκισμένη εχθρός του. Ο Τουνίν είναι ένας απλοϊκός άντρας, θλιμμένος και λιγομίλητος, με μάτια σαν κυνηγημένου ζώου, που χωρίς να έχει προηγουμένως σχέση με την αναρχία, αποφασίζει να ολοκληρώσει αυτό που δεν κατάφερε ο δολοφονημένος του φίλος. Η Σαλωμέ έντονη προσωπικότητα, έξυπνη και αθυρόστομη, κατάφερε να συμπεριλάβει στο πελατολόγιό της τον αρχηγό της αστυνομίας του Μουσολίνι ώστε να γνωρίζει τις κινήσεις του. Κανονίζει μια εκδρομή με αυτόν, κοντά σε μια πλατεία που θα κάνει ομιλία σε 2 μέρες ο Μουσολίνι και παίρνει μαζί και τον Τουνίν για να δει το σημείο. Μαζί είναι και μια από τις άλλες κοπέλες του μπορδέλου, η μικρή Τριπολίνα, που ερωτεύονται αμέσως με τον Τουνίν.
Είναι μια ταινία που κρατάει συνεχώς το ενδιαφέρον, με ωραίους διαλόγους και πάρα πολύ καλές ερμηνείες (ο Giancarlo Giannini κερδίζει βραβείο Α’ Αντρικού Ρόλου στις Κάννες το 1973). Οι χαρακτήρες αυθεντικοί άνθρωποι, που μέσα από την ηρωική τους προσπάθεια, αυτό που τελικά κερδίζει είναι η συντροφικότητα, η συμπόνοια και η ανιδιοτέλεια. Εντυπωσιακές οι σκηνές στο μπορντέλο, πολύ θεατρικές, με πλούσια διακόσμηση και τα κορίτσια με τα ζωγραφισμένα φρύδια να κινούνται και να φωνάζουν όλα μαζί. Ο δημοσιογράφος Niccolò Rangoni Machiavelli γράφει για την ταινία:
Μια ποιητική που εξευγενίζει την αθλιότητα, το σαρκικό και το λαϊκό, μεταμορφώνοντάς τα σε κομψά οράματα της δημιουργού.
Ειδική αναφορά να κάνουμε στα δυο τραγούδια που ακούγονται στην ταινία και άφησαν ιστορία: το Canzone arrabbiata του Nino Rota, που γράφτηκε αρχικά για το “Fantasmi a Roma” του Antonio Pietrangeli και είναι πια ένα από τα πιο γνωστά αντιπολεμικά τραγούδια. Ασύγκριτη η αρχική ερμηνεία της Anna Melato, αδελφή της πρωταγωνίστριας. Το δεύτερο είναι το υπέροχο Mare maje (Amara me), ενός πολύ παλιού ιταλικού τραγουδιού, το θρήνο μιας χήρας. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το συνθέτη, ο Nino Rota το ενορχήστρωσε και το τραγουδά επίσης η Melato. Η σκηνή που ακούγεται στη ταινια:
Ολόκληρη η ταινία.
διάρκεια: 01:59:53
Στο διαδίκτυο υπάρχει μόνο με ρουμανικούς υπότιτλους:
Σκηνοθεσία: Peter Greenaway
Σενάριο: Peter Greenaway, Sei Shonagon (βιβλίο)
Ηθοποιοί: Vivian Wu, Ewan McGregor, Yoshi Oida
Παραγωγή: 1996 - Γαλλία, Ην. Βασίλειο, Ολλανδία
Στα πρώτα λεπτά της ταινίας, με μαυρόασπρες εικόνες οι παιδικές αναμνήσεις της ιαπωνέζας Nagiko: Τον καλλιγράφο πατέρα της, να απαγγέλλει κάθε χρόνο στα γενέθλιά της την ίδια ευχή και να την γράφει με πινέλο στο πρόσωπο και τον αυχένα της. / Τη θεία της, να της διαβάζει αποσπάσματα από ένα βιβλίο που γράφτηκε από τη Sei Shonagon πριν χίλια σχεδόν χρόνια, ένα είδος ημερολογίου με λίστες από διάφορες παρατηρήσεις, όπως «μια λίστα με κομψά πράγματα»: αυγά πάπιας, θρυμματισμένο πάγο σε ασημένια κούπα, ένα δεντρο που ανθίζει. / Την ίδια, πίσω από μισόκλειστη πόρτα να βλέπει τον πατέρα της να υποκύπτει στις σεξουαλικές επιθυμίες του εκδότη του, να του παραδίδει τα χειρόγραφά του και να πληρώνεται από αυτόν. / Την απόφασή της, να ξεκινήσει το δικό της ημερολόγιο παρατηρήσεων και μια μέρα να το γεμίσει με την καταγραφή των εραστών της.
Σε έγχρωμες εικόνες η Nagiko ενήλικη πια, διάσημο μοντέλο στο Hong Kong. Με την ανάμνηση του πατέρα της και την εμμονή του ημερολογίου, επιλέγει τους εραστές της ανάλογα με τη δεξιοτεχνία τους στην καλλιγραφία, βάζοντάς του να της γράφουν σε όλο της το σώμα. Μια αναζήτηση του ιδανικού εραστή και του ιδανικού καλλιγράφου.
Μετά από ατυχείς συναντήσεις με πολλούς εραστές και ένα συμφωνημένο γάμο που φτάνει σε διάλυση, συναντά το βρεττανό μεταφραστή Jerome, που τον ερωτεύεται παρά την ανικανότητά του στην καλλιγραφία. Οι δρόμοι του εκδότη του πατέρα της και της ίδιας ξανασυναντιούνται, όταν ο πρώτος απορρίπτει την έκδοση του βιβλίου της. Έτσι η Nagiko αλλάζει το ρόλο της. Χρησιμοποιεί το σώμα το Jerome σαν σελίδες του βιβλίου της και για κάθε κεφάλαιο τον στέλνει στον εκδότη για ανάγνωση, με απρόσμενη συνέχεια.
Το “The Pillow Book” είναι μια ερωτική ταινία, όπου ο ερωτισμός πηγάζει και κινείται μέσα από της τέχνη της καλλιγραφίας, της τέχνης που η Ασία και η Μέση Ανατολή ανέδειξαν και κατατάσσουν ισάξια με τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Στην ταινία, η σάρκα γίνεται η επιφάνεια που με δεξιοτεχνία γράφονται πάνω της κείμενα με χαρακτήρες ιαπωνικούς και κάποτε λατινικούς (μια λεπτομέρεια που ίσως κάνει τους απανταχού γραφίστες να χαμογελάσουν, είναι στη σκηνή όπου στην πλάτη του Jerome υπάρχει η φράση "The quick brown fox jumps over the lazy dog").
Ο Greenaway, γνώστης της ιστορίας της τέχνης και ζωγράφος, στήνει μαζί με το διευθυντή φωτογραφίας Sacha Vierny σκηνές σαν πίνακες ζωγραφικής. Οι λέξεις είναι παρούσες σχεδόν συνέχεια, γραμμένες σε γυμνά σώματα, σε κομψά χαρτιά, σε εξώφυλλα βιβλίων, σαν υπότιτλοι, σαν φωτεινές προβολές. Μια οπτική πανδαισία γεμάτη αντικείμενα και λεπτομέρεις, εικόνες μαυρόασπρες, έγχρωμες και μόνοχρωμες, συχνά με μια δεύτερη σκηνή να διαδραματίζεται ταυτόχρονα σε μικρότερο παραθυράκι, κάποτε και με τρίτο επίπεδο εικόνας. Τα «γεμάτα» αυτά σκηνικά -κάποτε πολύ γεμάτα- εναλλάσσονται και με πολύ όμορφες λιτές σκηνές. Σ’ αυτό το μεθυστικό ταξίδι εικόνων, η μόνη αδυναμία είναι οι χαρακτήρες που περνούν σε δεύτερο επίπεδο. Ο θεατής δεν καταφέρνει να εισχωρήσει στα βαθύτερά τους συναισθήματα, να μπορέσει να τους νιώσει ή και να ταυτιστεί. Ίσως όμως να είναι και σκοπός του Greenaway, αφού οι πραγματικοί πρωταγωνιστές είναι η καλλιγραφία, η λογοτεχνία, η ομορφιά, οι αισθήσεις, οι επιθυμίες και τα πάθη.
Το βιβλίο
Η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο της Sei Shonagon, κυρία επί των τιμών στην αυλή της αυτοκράτειρας Teishi, στο σημερινό Kyoto. Είναι μια λεπτομερης καταγραφή της ζωής στο παλάτι, στις αρχές του 11ου αιώνα. Φαινομενικά γράφτηκε για δική της ευχαρίστηση. Περιγράφει τις απολαύσεις ενός περίκλειστου κόσμου όπου η ποίηση, η αγάπη, η μόδα και το καπρίτσιο κυριαρχούν, ενώ η σκληρή πραγματικότητα διατηρείται σταθερά σε μια απόσταση. Προχωρώντας κομψά σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων της φύσης, της κοινωνίας και των δικών της ερωτικών περιπετειών, η Sei Shonagon παρέχει ένα πνευματώδες και οικείο παράθυρο στη ζωή μιας γυναίκας στην αυλή στην κλασσική Ιαπωνία (περιγραφή της μεταφράστριας Meredith McKinney). Η ικανότητα της στη συγγραφή και την ποίηση, καθιστά το Pillow Book ενδιαφέρον ως λογοτεχνικό έργο, και πολύτιμο ως ιστορικό έγγραφο.
Ο όρος pillow book χρησιμοποιείται γενικά στην ιαπωνική κλασσική λογοτεχνία για τις σημειώσεις και σκέψεις του συγγραφέα σε μια συγκεκριμένη περίοδο, σαν προσωπικό ημερολόγιο.
Το όνομα Sei Shonagon είναι το όνομα που της δόθηκε κατά την υπηρεσία της στο παλάτι, αλλά οι μελετητές συμφωνούν πως το πραγματικό της όνομα ήταν Kiyohara Nagiko, το οποίο δανείζεται ο Greenaway για το όνομα της πρωταγωνίστριας.
Σημ: Από τις διάφορες αδιάφορες αφίσες που έγιναν για την ταινία αυτή, ξεχωρίζει του πολωνού Wiktor Sadowski, που επιλέγουμε για τη στήλη.
Η στήλη αυτή αγαπά τον κινηματογράφο. Πρεμιέρα θα κάνει με ένα δημιουργό που άφησε πίσω του ένα τεράστιο έργο. Μια ιδιοφυία, η οποία έβαλε τα πρώτα συστατικά για να φτιαχτεί ο μαγικός κόσμος του σινεμά:
George Méliès
Ο Méliès εργαζόταν ως performer και ταχυδακτυλουργός στο δικό του θίασο στο Παρίσι. Η πρώτη κινηματογραφική προβολή των αδελφών Lumière το 1895, τον εντυπωσιάζει τόσο πολύ που τους ζητά να αγοράσει τη μηχανή. Του αρνιούνται, έτσι κατασκευάζει μια δική του και ήδη τον επόμενο χρόνο αρχίζει να δημιουργεί τις δικές του ταινίες.
Η ευρηματικότητα και δημιουργικότητά του, τον ώθησαν να φτιάξει εκατοντάδες ταινίες την περίοδο 1896-1912. Το έργο του ενθουσιάζει και το σημερινό ακόμα θεατή, εκατό χρόνια μετά, για την πολύ ψηλή αισθητική του αξία, τα υπέροχα σκηνικά και κοστούμια, τα φαντασμαγορικά για την εποχή οπτικά εφφέ, την πρωτοτυπία και το χιούμορ στο σενάριο και στη σκηνοθεσία. Όλα αυτά τα κάνει ο ίδιος και στις περισσότερες πρωταγωνιστεί.
Είναι πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για πολλούς μεταγενέστερους, όπως για τον Brian Selznick, ο οποίος το 2007 έγραψε και εικονογράφησε το πολύ ωραίο βιβλίο «The Invention of Hugo Cabret». Το βιβλίο έγινε με τη σειρά του αφορμή για την ταινία του Martin Scorsese «Hugo» το 2011. Η ταινία αυτή - κατά τη γνώμη της στήλης – επένδυσε τόσο πολύ στο να εντυπωσιάσει οπτικά, που τέλικα δίνει ένα κουραστικό και επιφανειακό αποτέλεσμα.
Η πιο γνωστή ταινία του Méliès «Voyage dans la lune / Trip to the Moon» (1902), παρουσιάστηκε πολλές φορές στη δουλειά άλλων καλλιτεχνών, όπως σε video clip των Queen ή σαν έμπνευση για τους Smashing Pumpkins.
Η συγκεκριμένη ταινία σε έγχρωμη έκδοση θεωρούνταν χαμένη, μέχρι που ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά το 1993. Έγινε πολύ σχολαστική δουλειά αποκατάστασής της, όπου τα 13,375 frames της που είχαν γίνει σχεδόν θρύψαλα, συναρμολογήθηκαν, ξαναχρωματίστηκαν στο χέρι ένα-ένα και έγιναν ψηφιακά. Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά το 2011 με μουσική επένδυση από τους Air.
η μαυρόασπρη Voyage
η έγχρωμη
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο θάνατος της πρώτης του συζύγου και αργότερα της μιας τους κόρης και οι κακοί χειρισμοί των οικονομικών, τον οδηγούν σε χρεωκοπία. Ξεχασμένος για αρκετά χρόνια δουλεύει στο κατάστημα παιχνιδιών της δεύτερης συζύγου του, στο σταθμό Montparnasse. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 αναγνωρίζεται το έργο του και η Γαλλία τον τιμά με διάφορες εκδηλώσεις, αποδίδοντας του το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Του προσφέρεται διαμονή στο Σπίτι των βετεράνων του Σινεμά στο Ορλύ, όπου μέχρι το θάνατό του συνεχίζει να ζωγραφίζει και να δέχεται επισκέψεις από σκηνοθέτες και θαυμαστές.
1903 - Le Royaume Des Fées
1904 - The Mermaid
original music by Phillip Johnston
1900 - L'homme-orchestre (One Man Band)
1898 - Un homme de têtes (The Four Troublesome Heads)