κι όταν θα στερέψουμε από υπομονή,
θέλω να ‘σαι εκεί
seen from Brazil

seen from Spain
seen from Netherlands

seen from United States

seen from United States
seen from China
seen from Germany
seen from United States

seen from China

seen from Singapore
seen from Spain
seen from United States

seen from United States
seen from United States

seen from United States
seen from Malaysia

seen from Egypt

seen from Singapore

seen from United States
seen from United States
κι όταν θα στερέψουμε από υπομονή,
θέλω να ‘σαι εκεί
Ωραίοι είναι οι έρωτες αλλά δεν κρατάνε όσο οι αγάπες.
ΕΧΩ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΛΑ ΘΑ ΒΑΛΩ ΤΑ ΚΛΑΜΑΤΑ. 🥹
Ελπίζω να προλάβω να τη δώσω πριν πεθάνω από το άγχος μου αλήθεια. 😔
Χώρα, Σκόπελος
Και σαράντα χρονων να φτάσω οι εξετάσεις θα μου φαίνονται πάντα το ίδιο αγχωτικές. Θα πεθάνω σήμερα.
Να το ξέρεις:
Όπου μ' άγγιζες πονούσα.
Όπου δεν μ' άγγιζες πονούσα.
— Τίτος Πατρίκιος, Μεγάλο Γράμμα
Γι’ αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’ αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ.
Κι εκεί.
Κατερίνα Γώγου
Ήταν μεσοβδόμαδα, βράδυ Τετάρτης.
Είχα τελειώσει από το γραφείο. Ήθελα να επιστρέψω σπίτι, να χωθώ κάτω από την παιδική μου κουβέρτα, με το κλιματιστικό στους 18, να φάω παγωτό και να δω Singles.
Ήταν μεσοβδόμαδα, βράδυ Τετάρτης.
Είχες σχολάσει από την δουλειά. Ήθελες να πας σπίτι, να φας και να αράξεις στον καναπέ, να βγάλεις βόλτα τον σκύλο και να κοιμηθείς.
Ήταν μεσοβδόμαδα, βράδυ Τετάρτης.
Το κινητό μου χτύπησε όσο περίμενα το λεωφορείο. Ήταν η κολλητή μου. Θα πήγαιναν για τσίπουρα. Στην αρχή είπα όχι. Μα μετά, μετάνιωσα. Κατέβηκα στην επόμενη στάση, το πήρα με τα πόδια.
Ήταν μεσοβδόμαδα, βράδυ Τετάρτης.
Έφευγες από την υπηρεσία, μα ένας συνάδελφος σε πρόλαβε. Σου πρότεινε να πάτε για τσίπουρα. Και ενώ στην αρχή αρνήθηκες ευγενικά, εκείνοι επέμειναν και τελικά συμφώνησες.
Ήταν μεσοβδόμαδα, βράδυ Τετάρτης. Μήνας Αύγουστος. Σε μια πόλη που έβραζε, από επιθυμία.
Ήταν μεσοβδόμαδα, βράδυ Τετάρτης.
Σε ένα τσιπουράδικο στη Διογένους. Και με είδες. Και σε είδα. Καθόμασταν σε διπλανά τραπέζια. Επτά εσείς, πέντε εμείς. Αριθμοί μονοί.
Δεν μου άρεσαν οι μονοί αριθμοί. Με άγχωναν. Γιατί σε έναν κόσμο γεμάτο ζευγάρια, η μονάδα πάντα ξεχωρίζει. Και εσύ αργότερα, θα με κορόιδευες για αυτή τη σκέψη.
Η φίλη μου, μου είπε πως με κοιτούσες. Και εγώ γέλασα, γιατί το ήξερα ήδη. Και το επιζητούσα. Κάθε φορά που το βλέμμα σου κολλούσε πάνω μου, έστρεφα το δικό μου αλλού. Και δαγκωνόμουν να μην γυρίσω και σε κοιτάξω.
Γιατί κάθε φορά που τα μάτια μου έβρισκαν τα δικά σου, με κύκλωνε η επιθυμία. Κι αρνιόμουν να καταλάβω πώς γίνεται από το τίποτα να θεριεύει μέσα μου κάτι τόσο μεγάλο.
Ήταν μεσοβδόμαδα, βράδυ Τετάρτης.
Ο αναπτήρας μου έπεσε δίπλα σου, λες και το σύμπαν έπαιζε κάποιο παιχνίδι. Ξάφνου βρέθηκες σκυμμένος προς το μέρος μου, και τα ακροδάχτυλα σου άγγιξαν πρώτα τα δικά μου κι ύστερα το πάτωμα.
Κι όταν σήκωσες τα μάτια σου... Θεέ μου... Ορκίζομαι πως τα γόνατα μου κόπηκαν. Εκείνο το μπλε απλωνόταν μπροστά μου, σαν την πιο όμορφη όαση, και δεν είχα επιθυμήσει ποτέ ξανά τόσο πολύ να βουλιάξω κάπου.
Και έπειτα μου χαμογέλασες. Και ένιωσα την καρδιά μου να πάλλεται στο στήθος μου. Κι οι ανάσες μας μπλέχτηκαν, κι η μυρωδιά του γλυκάνισου και το καπνού με ζάλισε.
Το χέρι σου βρήκε το δικό μου, το αγκάλιασε για ένα δευτερόλεπτο, και άφησες τον μικρό γαλάζιο αναπτήρα στην παλάμη μου, που ταίριαζε καλύτερα πάνω στη δική σου.
Μουρμούρισα ένα "ευχαριστώ",
σαστισμένη από την επιθυμία.
Και εσύ μου έκλεισες το μάτι παιχνιδιάρικα.
Κι αυτό ήταν η αρχή του τέλους.
Ώρες μετά, έμεινα εγώ και τα κορίτσια.
Ώρες μετά, έμεινες εσύ με έναν φίλο σου.
Κι η κολλητή μου φλέρταρε ξεδιάντροπα μαζί του.
Ώρες μετά, βρισκόμουν στο τραπέζι σου, δίπλα σου. Και σε παρατηρούσα στα κλεφτά.
Βούλιαζες στη θέση σου, καπνίζοντας. Είχες εκείνο το χαλαρό ύφος, που καμιά φορά είναι εκνευριστικό. Και μια σιγουριά στα μάτια σου. Αλαζονεία. Κι αυτό με ενοχλούσε. Και για αυτό σου την έλεγα, όλο το βράδυ. Και εσύ γελούσες.
Γιατί στα τριάντα σου, παρά δύο, βρέθηκε κάποια που σε έπαιζε.
Και ένοχα το απολάμβανες.
Και με προκαλούσες. Ανοιχτά.
Κι εγώ, με αυτή την ακατάσχετη επιθυμία να με παρακινεί, υπέκυπτα.
Και έπειτα, εκνευριζόμουν με τον εαυτό μου, γιατί σου έδινα απλόχερα αυτό που επιζητούσες. Την προσοχή μου.
Κι όσο στην χάριζα, τόσο σε κύκλωνε η επιθυμία. Κι αν κάτι μέσα σου φώναζε να αντισταθείς, το βλέμμα μου δεν σ' άφηνε να κάνεις πίσω. Ήμουν για σένα πειρασμός. Ο πιο δύσκολος, μα κι ο πιο γλυκός. Κι η σκέψη να μην υποκύψεις, σε έπνιγε. Κυρίως επειδή ο εγωισμός σου, δεν σου επέτρεπε να μείνεις άπραγος, θα επιβαλλόσουν, με κάθε τρόπο.
Και εγώ, απέναντι σου πια καθισμένη, με τα πόδια σταυροπόδι και ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη, σε καλούσα ανοιχτά, ξεδιάντροπα, σαν σειρήνα σε έναν τόπο που κανένα κατάρτι δεν θα σε έσωζε απ' το τραγούδι μου. Γιατί στο δικό μας παιχνίδι, ο πολυμήχανος Οδυσσέας δεν δένεται. Δεν ζητά από κανέναν να τον κρατήσει.
Ο Οδυσσέας αυτός, υποκύπτει. Κι η παράδοση αυτή, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη, πως κάποτε λύσσαξες και εσύ από επιθυμία.