1. Θεωρείται το αρχαιοελληνικό μυθικό άντρο του Μινώταυρου, κατασκευασμένο από τον Δαίδαλο, στο ανάκτορο του Μίνωα στην Κρήτη, σκοτεινό με αδιέξοδα όπου κανείς χανόταν. Σήμερα θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο χαοτικό ανάκτορο της Κνώσσου.
2. Η έννοια μπορεί να ερμηνευτεί συμβολικά, παραπέμποντας σε δομή πολύπλοκη, σε νοητική ή χωρική κατασκευή χωρίς εύληπτη λογική οργάνωσης.
Ετυμολογικά η λέξη λαβύρινθος έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη λαύρης= στενή οδός, στενωπός, διάδρομος, ενώ σύμφωνα με το ομηρικό λεξικό είναι το στόμιον εκείνης της παρόδου το εις την αυλήν εκφέρον (Οδ. 128). Κατά μια άλλη εκδοχή προέρχεται από το ρήμα ελαύνω που σημαίνει κινώ, βάλλω εις κίνησιν, οδηγώ.
Σε κάθε περίπτωση η έννοια συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την οργάνωση του χώρου και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο με την αρχιτεκτονική. Μπορεί να πει κανείς, ότι ο λαβύρινθος είναι στη ουσία ένα προϊόν αρχιτεκτονικής σκέψης, βλέποντας τον μέσα από την μύθο του Δαίδαλου.
Κάθε λαβύρινθος αποτελείται από γραμμές οι οποίες μπορούν να ερμηνευθούν ως ένα είδος κάτοψης, σχηματίζοντας ένα συγκεκριμένο είδος κίνησης μέσα σε αυτές. Η περίμετρος μπορεί να έχει κυκλική, ορθογώνια, πολυγωνική ή απροσδιόριστη μορφή, που συνήθως καθορίζει και το σχήμα των διαδρομών εσωτερικά. Το σημαντικό, όσον αφορά την εξωτερική γραμμή, είναι ότι αποτελεί ξεκάθαρο όριο μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού. Υπάρχει ένα και μοναδικό άνοιγμα το οποίο σηματοδοτεί την είσοδο αλλά και την έξοδο.
Η πρώτη αναφορά στον όρο γίνεται από τον Ηρόδοτο, μέσα από τις περιπλανήσεις του στην Αίγυπτο. Πρόκειται για ένα ναό, με τεράστιες διαστάσεις και ένα σύνθετο σύστημα διαδρόμων, δωματίων και αίθριων. Η κατασκευή αυτή περιγράφετε από αρκετούς περιπλανητές της αρχαιότητας, ενδιαφέρον είναι όμως το σχόλιο του Στράβωνα που αναφέρει, ότι ο βαθμός αυτός πολυπλοκότητας αποσκοπούσε στο αποπροσανατολισμό του ξένο, κάνοντας απαραίτητη την βοήθεια οδηγού, προστατεύοντας με τον τρόπο αυτό τα ενδότερα του ναού.
Τον λαβύρινθο γενικά τον συναντάτε πολύ συχνά ως έμβλημα, σύμβολο πάνω σε μωσαϊκά, νομίσματα, πολύτιμους λίθους, τοιχογραφίες και διακόσμους. Σε μεγαλύτερες κλίμακες απαντάτε σε δάπεδα καθεδρικών ναών (Santa Maria στο Trastevere στη Ρώμη, San Vitale στη Ραβέννα, στο καθεδρικό του Chartres) και χρησιμοποιούταν ως αναπαράσταση του ταξιδίου του ανθρώπου μέσα στη ζωή, κατά μια έννοια ως ένα είδος προσκυνήματος. Επιπλέον λαβυρίνθους ως στοιχείο αρχιτεκτονικής κήπων βρίσκει κανείς στην Ευρώπη από την Αναγέννηση. Τέλος κοντά σε ψαροχώρια της Βαλτικής διατεταγμένες σε σειρά πέτρες σχημάτιζαν λαβυρίνθους, που λέγεται ότι ήταν μέρος της λαϊκής παράδοσης σχετικά με την αποτροπή του κακού.
Ο συμβολισμός που συνδέεται με τον λαβύρινθο φαίνεται να είναι ένα πλούσιο τμήμα της θεωρίας και των διάφορων πολιτισμών. Από θρυλικές κατασκευές μέχρι δάπεδα ναών, ο λαβύρινθος αποτελεί πηγή έμπνευσης και ένα είδος μεταφοράς, ενός συμβόλου που αποκτά διαφορετικές ερμηνείες ανάλογα με την εποχή και τον τόπο.
Συνειρμικά, οι πρώτες λέξεις που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς έχοντας κατά νου την έννοια είναι: είσοδος, εμπόδια, διακοπές, ασυνέχειες, αναζήτηση, δύο κατευθύνσεις, δίλημμα, κέντρο, άφιξή, αγωνία, τρόμος, αλλαγή, εμπειρία, γνώση, έξοδος.
Ο λαβύρινθος συνδέεται με την αλλαγή, την μεταμόρφωση, την μύηση ως διαδικασίες. Μέσα από την περιπλάνηση στον λαβύρινθο(στη ζωή, στη δοκιμασία), αφιερώνει χρόνο και προσπάθεια για να φτάσει κανείς στο κέντρο(στόχο). Το άτομο εκεί είναι μόνο. Έχει να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, μια θεϊκή αρχή, ένα Μινώταυρο, ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να σταθεί άξιο στόχου. Βγαίνοντας κανείς από τον λαβύρινθο έχει μεταμορφωθεί εσωτερικά, το ζήτημα όμως είναι να βγει από το λαβύρινθο, να νικήσει τον Μινώταυρο, αλλιώς τίποτα δεν έχει νόημα. Ο λαβύρινθος δεν είναι μια άσκοπη περιπλάνηση, απαιτεί την ύπαρξη ενός στόχου. Κατά αυτό τον τρόπο ο λαβύρινθος γίνεται σύμβολο της τελετής μύησης. Παράλληλα ο λαβύρινθος ενσαρκώνει το διακριτό όριο μεταξύ μυημένου και αμύητου. Για αυτόν που βρίσκεται πλέον στο κέντρο, ο λαβύρινθος παύει να είναι μυστήριο.
Ο λαβύρινθος φαίνεται να αποτελεί και σύμβολο που σχετίζεται με τους ανθρώπους σε ένα βαθμό πιο άμεσο. Υπάρχουν δύο διαφορετικά σενάρια. Στην μια περίπτωση δεν δίνεται τόση έμφαση στις έννοιες που διέπουν τον λαβύρινθο, όσο στον υποθετικό εφευρέτη του, τον Δαίδαλο, ως πατέρα των καλλιτεχνών και των αρχιτεκτόνων, και την επιθυμία να συγκριθεί και να ταυτιστεί κανείς μαζί του. Η άλλη πιθανότητα είναι το άτομο να επικεντρωθεί σε μια έννοια σχετική με τον λαβύρινθο και να συνδεθεί μαζί της, έχοντας συχνά μαζί ένα φυλακτό μαζί με ένα ρητό ή γενικά φράση.
Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο όσο αφορά την διερεύνηση της έννοιας ‘λαβύρινθος’ είναι το γραπτό έργο του συγγραφέα, ζωγράφου και κριτικό τέχνης Τζον Ράσκιν (John Ruskin). Βαθιά επηρεασμένος από την Θεία Κωμωδία του Δάντη, ο Ράσκιν παρουσιάζει το μέρος της Κόλασης ως ένα λαβύρινθο, δηλαδή ως μια διαδικασία εύρεσης του σωστού δρόμου μέσα στη ζωή. Όντως μέσα από αυτό το πρίσμα, η Κόλαση του Δάντη μοιάζει τρομακτικά με την εικόνα που έχει συνδεθεί ο λαβύρινθος στη συνείδηση του ανθρώπου. Η ιστορία ξεκινάει με την φράση «Κατά το μέσον στάδιον του ημετέρου βίου εις σκοτεινόν τινα δρυμόν πλανώμενος ευρέθην, διότι είχον της οδού εκπέσει της ευθείας.». Έπειτα η ανάγκη η ανάγκη για έναν οδηγό, ένα Βιργίλιο, συμβολικά παραπέμπει πάλι στον λαβύρινθο. Ο οδηγός αυτός θα προσφέρει την απαραίτητη βοήθεια και θα καθοδηγήσει τον ήρωα μέσα από τους κύκλου της Κολάσεως στο κέντρο της και έπειτα ξανά πίσω.
Γενικά η σκέψη του Ράσκιν χρησιμοποιεί συχνά τον λαβύρινθο ως μεταφορά, συνδέοντας τον κάθε φορά με διαφορετικές έννοιες. Για παράδειγμα, με έναυσμα ένα έργο του Botticelli, περιγράφει με μία παραστατική μεταφορά το πραγματικό έργο τέχνης, ως έναν λαβύρινθο, ένα λογικό σύμβολο, που μέσα από τα μάτια και το μυαλό οδηγεί το άτομο σε μια διαδικασία επιστροφής στην ορθή οδό και παράλληλα ενσαρκώνει τα μεγαλύτερα προβλήματα της ηθικής και της μοίρας. Το έργο τέχνης, ο λαβύρινθος, είναι ένα λυτρωτικό ταξίδι.
Παράλληλα όμως ο λαβύρινθος δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορο τον αρχιτεκτονικό στοχασμό, γιατί πάνω από όλα είναι προϊόν ένα προϊόν σκέψης, δεν προκύπτει τυχαία, συνεπώς θα μπορούσε κανείς να πει πως πρόκειται για προϊόν σχεδιασμού.
Για άλλη μια φορά ο λαβύρινθος χρησιμοποιείται ως μεταφορά αυτή τη φορά μέσα στο έργο του B. Tschumi, αρχιτέκτονα με πλούσιο θεωρητικό έργο όπως επίσης με αρκετά πραγματοποιημένα έργα. Τον Tschumi τον απασχολεί το πως κανείς μπορεί να διαβάσει στο χώρο και αν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στην κοινωνική πρακτική και τις χωρικές φόρμες. Στο βιβλίο του «Questions of space» μέσα από την διερεύνηση του παραδόξου που αφορά τον χώρο, παραλληλίζει τον λαβύρινθο ως την σχέση μεταξύ χώρου και αρχιτεκτονικής πράξης, δηλαδή την εμπειρία του χώρου μέσα από τον πρίσμα τον αισθήσεων. Το άτομο μπορεί να μπει στο λαβύρινθο-χώρο και να έρθει σε επαφή με τις θεμελιώδεις αρχές του, αλλά η αντίληψη του για τον αυτόν είναι απλώς τμήμα του συνόλου. Το άτομο δεν μπορεί να τον δει στο σύνολό του, ούτε να τον εκφράσει. Είναι καταδικασμένο να ζει σε αυτό και δεν είναι σε θέση να τον δει από έξω ως σύνολο.
Επεκτείνοντας την σκέψη αυτή, αναφέρεται ότι η ιδέα του λαβυρίνθου συνδέεται και με την πόλη, ως ένα σύνολο, μια κατασκευή που δεν μπορεί να γίνει εύκολα εύληπτη, καθώς η ίδια η κλίμακα της πόλης εμποδίζει το άτομο να έχει μια γενική εικόνα του χώρου και παράλληλα να βρίσκεται μέσα σε αυτόν.
Ο λαβύρινθος ορίζει και προκαλεί κίνηση. Μέσα στον λαβύρινθο η σύνδεση του μυαλού και του σώματος είναι έντονή, με άλλα λόγια η κίνηση γίνεται μια συνειδητή διαδικασία. Ο αποπροσανατολισμός ενισχύει τις αισθήσεις, ο χώρος γύρο μας γίνεται διαφορετικά αντιληπτός, συνεπώς η εμπειρία μας για τον χώρο επηρεάζεται.
Κλείνοντας πρέπει να αναφερθεί, πως πολλά ακόμα θα μπορούσε κανείς να πει για την έννοια αυτή, καθώς φαίνεται ότι ο λαβύρινθος ασκεί μια έλξη στους ανθρώπους και αποτελεί ίσως έναυσμα για στοχασμούς. Κατά μια έννοια ίσως ο ίδιος ο λαβύρινθος να ενσαρκώνει τον κόσμο τον στοχασμών, μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση.
Παραθέτεται ένα σύντομο απόσπασμα από τον συγγραφέα Χ. Λ. Μπόρχες, που η ιδέα του λαβυρίνθου φαίνεται να τον απασχολεί ιδιαιτέρως μέσα στον έργο του.
Ο λαβύρινθος
Δεν θα μπορέσει ο Δίας να μου λύσει τα πέτρινα δίχτυα που με ζώνουν. Έχω ξεχάσει
τις μορφές των ανθρώπων που κάποτε ήμουν σέρνω τη μοίρα μου στους μονότονους τοίχους ανάμεσα που μισώ. Ολόισιοι δρόμοι που στρίβουν και σχηματίζουν μυστικούς κύκλους στων αιώνων τα βάθη. Πεζούλια χαρακωμένα από το πέρασμα του χρόνου. Πάνω στην αχνή σκόνη βρήκα σημάδια που με φοβίζουν. Στα άδεια βράδια μου φέρνει ένα μουγκρητό ο αγέρας ή ένα απελπισμένο αντίλαλο που μουγκρίζει. Ξέρω πως μέσα στα σκοτάδια είναι ο Άλλος, που ‘ναι ταγμένος να εξαντλεί την ατέλειωτη μοναξιά που πλέκει και ξεπλέκει αυτόν τον Άδη, να λαχταρά το αίμα μου, να τρέφεται απ’ το θάνατό μου. Ψάχνουμε ο ένας τον άλλο. Ας ήτανε απόψε η τελευταία μέρα της αναμονής.
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, από «Το εγκώμιο της σκιάς», μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης
-Σχετικά με το βίντεο, το κείμενο λαμβάνετε αποτέλεσμα ορθολογισμού και έρευνας (τετράγωνο), ενώ το βίντεο ως αποτέλεσμα σκέψεις που βασίζεται στην συνειρμό, το συναίσθημα και την διαίσθηση (κύκλος).
Βιβλιογραφία
Ruskin, John. Fors clavigera : letters to the workmen and labourers of Great Britain, Letter 22, Vol.1. New York : Bryan, Taylor, 1894.
Tschumi, Bernard. Text 5: Questions of Space. AA Publications, 1990
Hermann, Kern. Through the Labyrinth. Munich, London, New York: Prestel, 2000
Vellenga, Amber Hollis. Taking the First Step: The Labyrinth and The World of Landscape Architecture, Virginia Polytechnic and State University, Masters of Landscape Architecture, Department of Landscape Architecture, 2001
Milbank, Alison. Ruskin and Dante: centrality and de-centring, Bulletin of the John Rylands Library. 1991;73(1):119-134. John Rylands University Library, Manchester
ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ
φοιτητής: Δουρουδής Αντώνης
Πρόλογος
«Οι αόρατες πόλεις παρουσιάζονται σαν μια σειρά ταξιδιωτικών αναφορών που ο Μάρκο Πόλο (Βενετός έμπορος) κάνει στον Κουμπλάι Χαν, αυτοκράτορα των
Ταρτάρων.»(1)
«Στις Αόρατες πόλεις δεν υπάρχουν αναγνωρίσιμες πόλεις. Είναι όλες επινοημένες· έδωσα στην κάθε μία ένα γυναικείο όνομα· το βιβλίο αποτελείται από σύντομα κεφάλαια, το καθένα από τα οποία θέλει να προσφέρει ερεθίσματα για στοχασμούς που να ισχύουν για κάθε πόλη ή την πόλη γενικότερα.»(2)
Τα παραπάνω αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου «Οι Αόρατες Πόλεις» του Ιταλο Καλβίνο, μπορούν να σταθούν ως πρόλογος και για την παρούσα εργασία.
Επηρεασμένος και βασισμένος στο βιβλίο του Καλβίνο, στο ύφος και την δομή του, επιχείρησα να γράψω τρεις δικές μου περιγραφές «αόρατων» πόλεων του Μάρκο Πόλο προς τον Χαν. Οι δικές μου πόλεις ανήκουν στην σειρά «Οι πόλεις και οι αισθήσεις».
Στα κείμενα γίνεται μια προσπάθεια προσέγγισης ζητημάτων του χώρου και της πόλης μέσω των αισθήσεων του ανθρώπου. Πως τα αισθητηριακά ερεθίσματα που δέχεται, ή δεν δέχεται, ένας άνθρωπος στον χώρο στον οποίο υπάρχει-κινείται ορίζουν αυτόν τον χώρο ή του δίνουν την ιδιαιτερότητά του; Κατά πόσο η επαφή του ανθρώπου, μέσω των αισθήσεων του, με το φυσικό περιβάλλον γύρω του τον φέρνει πιο κοντά στην κατανόηση της ύπαρξής του και σε τί βαθμό η σύγχρονη πόλη επιτρέπει αυτή την επαφή;
Τα πλάνα που συνοδεύουν την αφήγηση των πόλεων στο βίντεο είναι , από τη μία, πιθανές φανταστικές οπτικοποιήσεις των εκάστοτε «αόρατων» πόλεων, και από την άλλη, η πηγή έμπνευσης της κάθε μίας από αυτές.
Ο διάλογος μεταξύ του Μάρκο Πόλο και του Κουμπλάι Χαν (3) που ακούγεται στο τέλος του βίντεο είναι από το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου.
1. Calvino, Italo. Le città invisibili, 1972 (Οι αόρατες πόλεις, μτφρ. Ανταίου Χρισοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σ. 14)
2. Calvino, Italo. Le città invisibili, 1972 (Οι αόρατες πόλεις, μτφρ. Ανταίου Χρισοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σ. 11)
3. Calvino, Italo. Le città invisibili, 1972 (Οι αόρατες πόλεις, μτφρ. Ανταίου Χρισοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σ. 112)
Οι πόλεις και οι αισθήσεις. 1.
Πολλές πόλεις είναι κτισμένες στο μεταίχμιο μεταξύ στεριάς και θάλασσας. Καμία
όμως δεν είναι τόσο ιδιαίτερη όσο η Αδμήτη. Η πόλη της Αδμήτης είναι η ίδια ένα όρια. Ένα όριο μεταξύ στεριάς και θάλασσας. Από τη μία μεριά της πόλης υπάρχει, καθ’ όλο το μήκος, της ένας μεγάλος δρόμος και από την άλλη κατευθείαν η θάλασσα. Ο δρόμος την χωρίζει και την ενώνει με άλλες πόλεις και άλλους τόπους. Η θάλασσα λίγο πολύ κάνει το ίδιο. Δεν είσαι σίγουρος αν τα θεμέλια της πόλης πατούν στο έδαφος ή στο νερό. Οι άνθρωποί της, αν και ζουν δίπλα ή ίσως και πάνω στη θάλασσα, δεν έρχονται σχεδόν ποτέ σε άμεση επαφή μαζί της. Σε αυτόν τον περίεργο τρόπο με τον οποίο η πόλη είναι δομημένη ίσως να οφείλεται και η ιδιαίτερη σχέση των ανθρώπων της με τη θάλασσα. Θα έλεγε κανείς πως την φοβούνται. Όσο περπατάς στην Αδμήτη σου δίνεται η δυνατότητα να βλέπεις την θάλασσα. Την απεραντοσύνη της και τα παιχνίδια που παίζει με τον ήλιο. Ακούς τα κύματά της να σκάνε πάνω σε βράχους και στα θεμέλια της πόλης. Ακόμα, μυρίζεις και γεύεσαι την αλμύρα της στον αέρα. Ποτέ όμως δεν θα μπορέσεις να την αγγίξεις. Αυτό ακριβώς το αισθητηριακό όριο στην επαφή και την επικοινωνία των ανθρώπων της Αδμήτης με την θάλασσα πιστεύω πως έχει δημιουργήσει αυτή την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Την θαυμάζουν και την φοβούνται ταυτόχρονα. Ίσως και αυτή να τους φοβάται λίγο.
Οι πόλεις και οι αισθήσεις. 2.
Αν η Δρυόπη είναι έτσι επειδή δεν κατοικήθηκε ποτέ ή επειδή οι άνθρωποι την εγκατέλειψαν, αν έφταιγε κάποιος εξωτερικός εχθρός ή ένας εμφύλιος, δεν το γνωρίζω. Γεγονός πάντως είναι πως δεν έχει σπίτια, ούτε καταστήματα, ούτε ναούς. Δεν έχει τίποτα που να την κάνει να μοιάζει με πόλη εκτός από τους δρόμους της. Ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα από σοκάκια, λεωφόρους και πλατείες, που φαίνεται να περιβάλλονται μόνο από αυλές. Χωρίς αυλόπορτες ή φράχτες. Αν λοιπόν καταφέρεις να βρεις την Δρυόπη, κρυμμένη όπως είναι στους πρόποδες κάποιου βουνού, σε αυτούς τους δρόμους θα σου έλεγα πως πρέπει να περιπλανηθείς για να γνωρίσεις και να απολαύσεις την σημερινή υπόσταση της πόλης. Μιας που καταφέρνει να μαγέψει τις αισθήσεις σου κάθε εποχή του χρόνου. Το καλοκαίρι η μυρωδιά της άγριας ρίγανης και του θυμαριού είναι αισθητή σε όλη την έκτασή της. Όσο πλησιάζει το φθινόπωρο, το τοπίο αλλάζει και μοιάζει με μία παλέτα όπου πλέον το πράσινο αρχίζει να μπλέκεται με αποχρώσεις του πορτοκαλί, του κόκκινου, του κίτρινου. Η μυρωδιά από το νοτισμένο χώμα είναι αυτή που πλέον επικρατεί. Καθώς χειμωνιάζει, νιώθεις την πόλη να ερημώνει. Το κρύο εδώ είναι βαρύ και το λευκό τοπίο σου δίνει την εντύπωση πως ο χρόνος σταματά. Μετά όμως έρχεται η άνοιξη και είναι σαν η πόλη να γιορτάζει. Ρυάκια, των οποίων την ύπαρξη πριν αγνοούσες, φουσκώνουν και γέρνουν μια δροσιάκαι μια καινούργια ανάσα ζωής. Τα λουλούδια ανθίζουν ξανά και μπλέκουν τα χρώματα και τις μυρωδιές τους. Ακόμα, όσο περπατάς στους δρόμους της, θα έχεις την ευκαιρία να ακούσεις τα
τραγούδια των τωρινών κατοίκων της. Το πιθανότερο όμως είναι πως δεν θα μπορέσεις να τους συναντήσεις ποτέ με τα μάτια, Θαρρείς πως παίζουν κάποιο παιχνίδι με τους επισκέπτες της πόλης τους και κρύβονται ανάμεσα στα δέντρα.
Ίσως τελικά η Δρυόπη να μην είναι μόνο μία πόλη, αλλά πολλές. Ή ίσως να μην είναι καν πόλη. Ωστόσο, αν φανταστείς την κάθε Δρυόπη ως μια πόλη, τότε ίσως καταλάβεις πως κάτι έχουμε κάνει λάθος με τις δικές μας.
Οι πόλεις και οι αισθήσεις. 3.
Θα μπορούσα να σου περιγράψω την Αμάλθεια μιλώντας σου για τους στενούς της δρόμους. Πόσοι απ’ αυτούς είναι στεγασμένοι και τι σχέδια δημιουργούν οι πλάκες με τις οποίες είναι στρωμένοι. Θα μπορούσα να σου πω για τον αριθμό των ορόφων στα κτίριά της και για τις πολύχρωμες τέντες μπροστά από τα καταστήματα. Ξέρω όμως ήδη πως θα είναι σαν να μην σου λέω τίποτα. Για να γνωρίσεις την πόλη της Αμάλθειας θα πρέπει να περπατήσεις τις γειτονιές της και να αφήσεις τις αισθήσεις σου να φτιάξουν αυτές τον χάρτη της πόλης. Η συνοικία των ψαράδων, η συνοικίας των χασάπηδων. Η γειτονιά με τα φρούτα και η άλλη με τα μπαχαρικά και τους αποξηραμένους καρπούς. Ολόκληρη η πόλη είναι μια αγορά. Τα χρώματα και οι μυρωδιές διαδέχονται το ένα το άλλο με ρυθμό που σε μεθούν. Ο διαπεραστικός ήχος από τον μπαλτά του χασάπη υψώνεται στιγμιαία πάνω από τις φωνές και τις ομιλίες. Η μυρωδιά των φρέσκων ψαριών, καθώς προχωράς, σκεπάζεται από το κάρι και την κανέλα. Μόλις στρίψεις, η πολύχρωμη παλέτα που φτιάχνουν φρούτα και λαχανικά από
διάφορα μέρη τραβάει κατευθείαν το βλέμμα σου. Κάθε μέρα στην Αμάλθεια φθάνει και κάποιος άλλος έμπορος, με καινούργια προϊόντα ικανά να σαγηνεύσουν τις αισθήσεις σου. Περνώντας μπροστά από τον πάγκο του σε καλεί να τα δεις, να τα πιάσεις, να τα μυρίσεις και να τα γευτείς. Σίγουρος πάντα πως θα σε πείσει. Και τι αξία θα είχε μια πόλη σαν την Αμάλθεια χωρίς τα ταβερνάκια και τα καφενεία της; Το πρωί, φρέσκος καφές ψήνεται στα μπρίκια. Την σκυτάλη παίρνουν το σκόρδο που τσιγαρίζεται στο λάδι και η κάππαρη πάνω στη φάβα. Όσο βραδιάζει: γέλια, καβγάδες, μουσική. Δεν ξέρω αν θα βρεις στην Αμάλθεια αυτό ακριβώς που έψαχνες όταν ήρθες. Το μόνο σίγουρο είναι πως η πόλη είναι ζωντανή και όσο μείνεις σ’ αυτήν, οι αισθήσεις σου θα είναι σε έξαρση. Και όταν αποφασίσεις να φύγεις θα έχεις μεθύσει. Από γεύσεις, από αρώματα. Από το ιδιαίτερο κρασί κάποιου μακρινού τόπου.
Βιβλιογραφικές αναφορές:
Calvino, Italo. Le città invisibili, 1972 (Οι αόρατες πόλεις, μτφρ. Ανταίου Χρισοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, 2004,)
Βιβλιογραφεία:
Simmel, Georg. Μητροπολιτική Αίσθηση: Οι μεγαλουπόλεις και η διαμόρφωση της συνείδησης, Κοινωνιολογία των αισθήσεων, μτφρ. Ιωάννα Μεϊτανη, εκδ. ΑΓΡΑ, 2017
Pallasmaa, Juhani. The eyes of the skin: Architecture and the senses. 3rd ed. JohnWiley & Sons Inc. 2012