Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα Μας πήραν σβάρνα τα χρόνια… Μετράω τις τρύπες στο σκοτάδι Φιλίες έρωτες απλήρωτες δουλειές Απ’ όλο τούτο δοκιμάζω πυρετωδώς Και το καινούριο μου χάδι… Τόσοι τυχάρπαστοι κομπλεξαρισμένοι Απ’ τα καταπληκτικά μου πουκάμισα Τα εξ’ ίσου καταπληκτικά μου λόγια Και τα παραμύθια φίλων που μ’ αγάπησαν Πέραν του δέοντος και πέραν της Ποιήσεώς μου Είναι αδύνατον να με φανταστούν στα περασμένα χρόνια Χαρμανιασμένο για τσιγάρο περισσότερο και από γυναίκα Χαρμανιασμένο για γυναίκα περισσότερο κι από πρωτοφανή τοπία. Τα δικά σου γυαλιά με τα οποία βλέπω κ’ εγώ καλά Ένα αβασίλευτο ηλιοβασίλεμα… Και βεβαίως η Ποίησις πια Δε με εκφράζει Η Ποίησις σαν τη γυναίκα πιο πολύ σ’ αγάπησε κ’ εσύ Τη διώχνεις Δε με εκφράζει καν η ελπίδα για την επόμενη μέρα Ολόκληρος έχω γίνει ένα βάθος ένα χρώμα Ένα κυρίαρχον χρώμα.
Θ. Γκόρπας









