Jules of Nature

Love Begins
let's talk about Bridgerton tea, my ask is open

祝日 / Permanent Vacation
todays bird

tannertan36
he wasn't even looking at me and he found me

Andulka

Janaina Medeiros
DEAR READER
Show & Tell

blake kathryn
ojovivo
Sade Olutola

pixel skylines
art blog(derogatory)

JVL
No title available

oozey mess
will byers stan first human second
seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from United States
seen from Malaysia
seen from Ireland

seen from United States
seen from United States

seen from Türkiye
seen from United States
seen from United States
seen from United States

seen from Germany
seen from Türkiye

seen from United States

seen from China
seen from Finland

seen from Türkiye

seen from United States
@thingstodoindenver
sharp objects
Είναι η αγάπη φονικό που ζωντανό σε αφήνει
Είναι η αγάπη ξενιτιά που παίρνει το παιδί σου,
Μα κάθε μέρα καρτερεί μη και γυρίσει πίσω
Είν’ η αγάπη χείμαρρος που χυμά και σε συντρίβει
Είν’ η αγάπη όνειρο που θέλεις για να τρέξεις, μα απ’ τη γη τα πόδια σου δεν λεν να ξεκολλήσουν.
Αγάπη είναι ν’ αγαπάς όποια πληγή σου ανοίγει,
Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα,
Αγάπη είναι να κοιτάς την πόρτα ολοένα
Αγάπη είναι να μιλάς στα φύλλα και στα δέντρα, Στις πέτρες, στα τριαντάφυλλα, στους τοίχους, στα ταβάνια
Λ. Κιτσοπούλου
Zazie
(..) το ύστατο βίτσιο των ακόλαστων ήταν να γίνουν πιστοί.
Φ. Ροθ
“(..) και ήτανε ο πλέον ωραίος άντρας που έχω δει και δεν θα ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου, και άμα τον έβλεπες έλεγες, Παναγία μου, δεν χρειάζεται να ξανακοιτάξω άντρα, απόλυσέ με.”
Παύλος Μάτεσις - η μητέρα του σκύλου
[steffy argelich by quentin de briey]
«Στην πραγματικότητα όμως, βαθιά μέσα, πέρα από τον τόπο της ενοχής και των διάφορων σχετικών συναισθημάτων, δεν με ένοιαζε. Ο έρωτας, όπως τον λέμε, έχει μια αλλοπρόσαλλη τάση να μετατοπίζεται, μ’ ένα άκαρδο, πλάγιο βήμα, από το ένα λαμπερό αντικείμενο του πόθου σ’ ένα άλλο, λαμπερότερο, και μάλιστα κάτω από τις πιο ακατάλληλες συνθήκες. Πόσες δεξιώσεις γάμου δεν έχουν καταλήξει με τον μεθυσμένο , βαρυστομαχιασμένο γαμπρό να κοιτάζει την ολόφρεσκη νύφη του που χοροπηδάει από κάτω του στο υπέρδιπλο κρεβάτι της γαμήλιας σουίτας και να βλέπει το πρόσωπο της καλύτερης της φίλης, ή το πρόσωπο της πιο ωραίας αδελφής της ή, Θεός φυλάξοι, αυτό της παιχνιδιάρας μητέρας της;
Ναι, ερωτευόμουν τη Χλόη – την είχα ήδη ερωτευτεί. Με πλημμύριζε εκείνη η αγωνιώδης ευφορία, το ευτυχισμένο, ανήμπορο παραπάτημα που πάντοτε βιώνει στην απόκρημνη αρχή της αγάπης όποιος γνωρίζει ότι θα είναι αυτός που θα αγαπά. Γιατί, ακόμη και στην τρυφερή εκείνη ηλικία, ήξερα ότι υπάρχει πάντα εκείνος που αγαπά κι εκείνους που αγαπιέται, και ήξερα ποιος από τους δύο θα ήμουν στη συγκεκριμένη περίπτωση εγώ. Εκείνες οι βδομάδες με τη Χλόη ήταν για μένα μια αλυσίδα από γοητευτικούς εξευτελισμούς. Με δεχόταν στο ναό της ως ταπεινό πιστό με μια ενοχλητική αυταρέσκεια».
John Banville– Η θάλασσα
«Θα μπορούσα να ξαπλώσω πάνω σ’ ένα κρεβάτι που θα έφτιαχνα από τον τόνο της φωνής της και μόνο». – Γ. Τζ.
Στην περίπτωσή του, το μόνο που θα άλλαζε θα ήταν το υλικό – όχι ο τόνος της φωνής, αλλά η πλάτη και ο τρόπος που ακουμπούσε στην ξύλινη μπάρα και κοιτούσε.
Καθώς περνάω ακούω να λέει δεν ξέρω πώς να στο πω υπάρχει μια αναστάτωση. μ’ αρέσει αυτή η φράση, την ακούω σαν άγνωστο ποίημα αγαπημένου ποιητή που ανακαλύπτεις στο άσχετο χαζεύοντας ασυνάρτητες αηδίες στο ίντερνετ.
Ασπρόμαυρα τατουάζ, μια πανέμορφη γυναίκα από Μαρόκο/Ολλανδία/Αίγυπτο, μια παραλία, ένα κοπάδι ουρανοξύστες, ο τάδε μπασκετμπολίστας, ένα άγνωστο ποίημα αγαπημένου ποιητή.
Αναστάτωση, το άκουσα και μου έφτιαξε κάπως περίεργα το κέφι, δεν ήξερα ακριβώς γιατί ή προς ποια κατεύθυνση. Μόνο ένιωσα το ίδιο, όπως όταν δαγκώνεις γλυκό βερίκοκο και σκάνε τα υγρά στο στόμα σου και διψάς και ξεδιψάς ταυτόχρονα και επανέρχεται η γεύση στο σώμα σου, επανέρχεται ο αέρας στο σώμα σου, το οξυγόνο αυτό που απουσιάζει γενικώς γιατί δεν μπορεί να βρεθεί στη διαδρομή με το μετρό από το σπίτι για τη δουλειά.
Αναστάτωση, μ’ άρεσε το σύντομο αυτό ποίημα, έδωσε το σύνθημα να ακολουθήσει η εσωτερική εξέδρα, να το πουν ο ένας μετά τον άλλο οι κάτοικοι στα ενδότερα μπας και το ακούσω εγώ ο ίδιος, αιχμάλωτος του θηρίου της κανονικότητας (της ατελείωτης δηλαδή διαδικασίας υπολογισμών, μικροελέγχων, άγχους και διεκπεραίωσης όλων των πραγμάτων που συνιστούν υποτίθεται την καθημερινότητα).
Τώρα που τα πλαίσια καταρρέουν, που η οικογένεια δεν αποδείχτηκε απλά ένας μικροαστικός ασφυκτικός θεσμός, αλλά και το κουτί που δε μπορούμε να χωρέσουμε (εκτός ίσως αν κόψουμε κανά πόδι, κανά χέρι, δύο ώμους κλπ), ίσως είναι η ώρα να ακούσουμε το ποίημα της κοπέλας, αναστάτωση. Θα το βάλω στα ηχεία να αντικαταστήσει το εφιαλτικό προσέχτε τα προσωπικά σας αντικείμενα.
Αναστάτωση, οι Portishead παίζουν ABBA, τα Κύθηρα είναι πάλι εδώ μπροστά μας σχεδόν τα αγγίζουμε, οι καριέρες έχουν καταρρεύσει ή μοιάζουν γκροτέσκες, τα πουκάμισα είναι ασιδέρωτα αλλά εντελώς καλοκαιρινά, οι φίλοι είναι ταπί ή ανόρεχτοι και εξουθενωμένοι απ’ την εργασία, γέμισε το σύμπαν «δε μπορεί να γίνει τίποτα», η ηλικία μας καταδιώκει όλο ρωτάει τι έκανες; είναι αρκετό;, δεν υπάρχει καμία αφήγηση να πάρει απ’ το χέρι ανθρώπους χωρίς παιδιά, ανθρώπους με παιδιά αλλά όχι με τον άθλιο τρόπο που ξέραμε, αλλά υπάρχει ακόμη αναστάτωση, υπάρχει;, υπάρχει, η κοπέλα το είπε, αναστάτωση, γυμνές πλάτες του Ιουλίου, απόψε θέλω παρέα, τρομπέτες και σαξόφωνα, μια κακή πανάρχαια ηχογράφηση, το τσιγάρο της Tippi Hedren και το ξανθό μαλλί της Rosamund Pike και ο Terence Malick να μας λέει ταινίες στο αυτί, η ανάσα ενός έρωτα που δεν έγινε ποτέ, το αγαπημένο πρόσωπο εδώ και τώρα ιδρωμένο πρωί πρωί αφόρητα μπαϊλντισμένο και ανυπόμονο για όλα αυτά που θα έρθουν, μια καλή κουβέντα με μια άγνωστη έναν άγνωστο τόσο οικεία λόγια, σχεδόν παρεξηγήσιμα, αλλά τι σημασία έχει – ποτέ δε θα ξαναβρεθούμε, ένα καινούριο αστείο βγαλμένο από σημερινή ιστορία, μια φοβερή μίμηση, τόσοι άνθρωποι καινούριοι και παλιοί, η Emmanuelle Riva κάθε μέρα και πιο όμορφη, και το πόδι που πατάει στο πλοίο και αυτό ξεκινάει, η πιο αληθινή ψευδαίσθηση της κατοχής ενός μυστικού για την απόλυτη ευτυχία, άραγε θα την ξεπεράσουμε ποτέ;
Αναστάτωση, δεν ξέρω πώς να το πω, κάθε βράδυ κυοφορείται η νέα ζωή, επαναγαπιέται η παλιά, λίγες παραιτήσεις έμειναν, που θα πάνε θα τις κατακτήσεις κι αυτές.
Αναστάτωση, δεν ξέρω πώς να το πω.
Το Σπαραγαρίο άδειο, μια παγωμένη μπύρα και όλος γυμνός να καίγεσαι στο βότσαλο μέχρι να καταλάβεις.
We've been running round in our present state
Με έχει αρπάξει απ’ το λαιμό μια μαύρη μελαγχολία, εντελώς μη αναμενόμενη ή έτσι νόμιζα.
Φευγαλέα μου έρχονται διάφορα, καθώς κάνω τη διαδρομή Αθήνα - Μέγαρα χωρίς διόδια, κανένα τέταρτο παραπάνω δηλαδή και έξι ευρώ πλουσιότερος.
Ιδρωμένο καλοκαίρι, χειμώνας μισοσκότεινος στα μαγαζιά που βρίζεις. Ο Κ. κοροϊδεύει τους στίχους στο r&b που παίζει τρίτη φορά απόψε, ανάμεσα σε δαπίτες και την μπαργούμαν που παραέχει στιλ για να γουστάρει αυτόν ή τον οποιονδήποτε, όμως κάποιοι κουνιούνται αργά με το κομμάτι και τα μάτια τους είναι κλειστά. Κάτι τους έχει πιάσει. Ο άλλος ξερνάει στο πεζοδρόμιο μπροστά στην είσοδο ενός θλιβερού στριπτιζάδικου. Ο πορτιέρης τον κοιτάει και γελάει. Το μαγαζί πάει γαμιώντας απόψε. Ο παιδικός έρωτας με ρουφηγμένα μάγουλα απ’ την πρέζα, όμως είμαι γαϊδούρι και θυμάμαι μόνο έναν κώλο 18 χρονών και τον εαυτό μου κρεμασμένο στο καρτοτηλέφωνο – είναι γλυκό το όχι, μήπως υπάρχουν περιθώρια; Δυο άνθρωποι χύνουν ο ένας μες στον άλλο σε ένα one night stand, χωρίς προστασίες ή προϋποθέσεις και την επόμενη λένε τι σκεφτόμουν τι έγινε ρε μαλάκα τι έγινε τι έκανα τι έγινε. Είναι αγγελικό και μαύρο το φως απόψε και όντως αυτή εδώ είναι η κόλαση με τέτοιο ακριβώς φως κι όποιος πει ότι το περίμενε λέει ψέματα. Οι φίλοι σου είναι 16 και σου λένε για μια φέρμα μπροστά στο Καλλιμάρμαρο, έτσι έχασε για πάντα το αγαπημένο του μπουφάν, οι γονείς του μάλιστα του το χρέωσαν κατηγορώντας τον με ένα νεφελώδες εμ, δε μ’ ακούς, καλά να πάθεις. Ο Γ., απ’ τη γειτονιά, φευγάτος να τρέχει αργά βουβός προς όλες τις κατευθύνσεις και κυρίως προς ένα περιθώριο δίχως τέλος, ο πατέρας του οικοδόμος, δεν έχεις δει να περπατάει πιο ευθυτενές άτομο καθώς πάει για το ούζο του στο καφενείο.
Πιο χωριάτες απ’ τους χωριάτες γονείς μας, η αθηναϊκότητά μας, ήταν μια μαύρη τρύπα. Αντιφάσεις και ανεξήγητα κι όλο να πάμε να φύγουμε στα νησιά και στην Αγγλία.
Ποιος θα το έλεγε, δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ήμουν τόσο προκατειλημμένος, ειδικά απέναντι στον the boy. Μεγάλωσα σ’ αυτό το κομμάτι της κοινωνίας που τράφηκε με βρικολακιασμένες μυθολογίες αριστερών και καμιά δεκαριά πεθαμένα λαϊκά τραγούδια που επαναλαμβάνονταν απ’ το πρωί ως το βράδυ. Δε φταίγαν οι αντάρτες, που η εποχή μας έμαθε να μεθάμε στο όνομα τους ανταγωνιζόμενοι σε φοκλόρ τους καταστηματάρχες της Πλάκας. Ή ακόμη χειρότερα ανταγωνιζόμενοι γενικώς με τους πάντες σε αποθέματα μετριοπάθειας και κοινωνικής επιτυχίας. Δεν έφταιγε το τη- δευτερη-φορά-που-θα-ρθω-για-να-ζήσω που το έπαιζαν όλοι οι νταλάρες της οικουμένης απ’ την τηλεόραση μέχρι το φοιτητικό ρεμπετάδικο – 1800 δραχμές πιες όση ρετσίνα θες και ξέρνα τον εαυτό σου, τη νύχτα, την εξεταστική, το άγχος της εισόδου στην αγορά εργασίας. Πέρασαν όμως τα χρόνια και ούτε που κατάλαβα πως μπήκαν σχεδόν ασυνείδητα τόσα τραγούδια mary and the boy στις συλλογές για το αυτοκίνητο και στις συλλογές για το σπίτι και στις συλλογές για το μετρό.
Η σχέση μου με τη μητρόπολη πέρασε απ’ τους Mary and the Boy, απ’ το διεκδικήσιμο για λίγο οδόστρωμα τέλη του 2008, συνάντησε τον David Thewlis γυμνό στο Μάντσεστερ ή το Λονδίνο, στη Σωκράτους σοκαρίστηκε και το ξέχασε παραδίπλα στην Ευρυπίδου πίνοντας, πίνοντας, πίνοντας και οδηγώντας τύφλα μέχρι το σπίτι, να ‘χαμε τώρα ένα βρώμικο απ’ τον Κινέζο, ένα σπίτι στην Καλλιδρομίου, ένα τραπεζάκι στην Ψύρρα, ένα τελευταίο ποτό στο ποπ. Να ‘χαμε μια απάντηση που πήγε το χαμένο κέντρο του κόσμου και γιατί είμαστε μετέωροι με λεφτά και δουλειά, μετέωροι χωρίς λεφτά και χωρίς δουλειά και να μπορούσαμε να δεχτούμε επιτέλους ακούγοντας portishead ότι το χαμένο κέντρο του κόσμου, δεν υπάρχει πουθενά και πως να το βρούμε αφού ρίξαν πάνω του πυρηνική βόμβα και τώρα εμείς πρέπει να μη διστάσουμε, πρέπει να γιορτάσουμε ότι δεν υπάρχει κάτι στο οποίο μπορούμε να επιστρέψουμε – όλα σβήστηκαν στη σκιά του μανιταριού.
Και οι συμπότες μας, παλιοί και νέοι επισκέπτες της μητροπολιτικής βάναυσης ομορφιάς, άγνωστες πια φιγούρες που δυσφορούν γύρω απ’ το κέντρο της πόλης, δεν έχουν τι να πουν, διαβάζουν ακατανόητες θεωρίες, τσακίζουν σουβλάκια μετανιωμένοι για τον λιναρόσπορο που περιμένει στο ντουλάπι, προοδεύουν ή απελπίζονται ολοκληρωτικά, χορεύουν, ρωτάνε τι στον πούτσο είναι αυτός ο εφκα, ο εκφα, ο δε γαμιέστε πια, χάνονται ακινητοποιημένοι στην κίνηση, χάνονται ακινητοποιημένοι στο τελευταίο δεκάλεπτο του όγδοου επεισοδίου του τρίτου κύκλου, εντέλει όλο χάνονται. Και ύστερα βρίσκονται ξαφνικά σ’ ένα κοινό πένθος που δεν περίμεναν ότι θα τους πιάσει απ’ το λαιμό στα καλά καθούμενα Μάη μήνα.
Η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, είναι η Imaan Hammam.
Ή η Maggie Siff στο συγκεκριμένο επεισόδιο της συγκεκριμένης σειράς, την ώρα που λέει μια συγκεκριμένη κουβέντα.
Ή η Rooney Mara στην επόμενη ταινία του Malick.
Ή μια ημιάγνωστη κοπέλα απ’ την Τσεχία που είδα φευγαλέα το 2006 στην Κω.
Ή η γυναίκα που θα δεις
να περνάει την άσφαλτο που βράζει, ξυπόλητη, ένα οποιοδήποτε μεσημέρι Ιουλίου / να πηγαίνει προς την τουαλέτα του κάμπινγκ 6 το πρωί με το κωλόχαρτο στο χέρι / να στέκεται με τα μαλλιά, όλο αλάτι ήλιο και αέρα απογευματάκι μπροστά σε λίγο αλκοόλ
Οι απόπειρες να εξηγηθεί η ομορφιά, να μιληθεί, να τακτοποιηθεί, θα αποτύχουν, επειδή τέτοια είναι η μοίρα τους. Το μόνο ζήτημα που έχει σημασία, είναι το αίσθημα εκείνο, την ώρα ακριβώς – ούτε δευτερόλεπτο πριν ούτε δευτερόλεπτο μετά – που τα γόνατα κόβονται, που ο λαιμός σου κολλάει (μέσα/έξω), που έρχεται ένα γενικό σφίξιμο, που σου επιβάλλεται μια ολική ακινησία.
Έξω από οποιαδήποτε σκέψη για το τι μπορείς, τι θες ή τι επιτρέπεται να κάνεις. Το ζήτημα τίθεται, κάθε φορά, εκτός της παρούσας ή όποιας άλλη συγκυρίας. Εκτός οποιουδήποτε συστήματος αξιών ή ιδεολογίας. Η στιγμή που αντικρίζεις την ομορφιά και ξεχειλίζεις αυτόματα από το αίσθημα μιας γλυκιάς ασφυξίας, από την ιδέα ότι η ζωή δεν έχει παρελθόν ή μέλλον, αλλά όλα είναι ένα βλέμμα, μερικά δευτερόλεπτα που συνοψίζουν την τύχη του να συντονιστείς με αυτό που σε καθηλώνει.
Η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, είναι η Imaan Hammam.
Η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου είναι όχι ένα, αλλά αυτό ακριβώς το κορίτσι που κοιμάται σαν πεταλούδα, σα γυναίκα με μικρά φτερά, χωμένη μέσα στο διπλανό μαξιλάρι. Τα μάτια της είναι κλειστά με ένα ήσυχο τρόπο. Η ομορφιά είναι ένα κλειστό σύμπαν, μπαίνεις μέσα του ήσυχα και πατάς στα ακροδάχτυλα, αναπνέεις με δέος – να μην ξυπνήσεις την υπόλοιπη πραγματικότητα.
Has anyone ever wondered as I wonder why Fred Astaire is hailed as the greatest dancer in cinema HIStory?
I’ve watched him spin, twirl, even tap across the screen with Ginger Rogers.
And each time I see them do the same dance dance the same steps I can’t help but notice she’s the one doing it in high heels.
Pat Parker, “Reputation”
I would like to remind the management that the drinks are watered and the hat-check girl has syphilis and the band is composed of former SS monsters However since it is New Year's Eve and I have lip cancer I will place my paper hat on my concussion and dance
The Music Crept By Us | Leonard Cohen
«δεν επινόησα τίποτα, ήμουν απλά γραμματέας των αισθήσεών μου»
Ε.Σ.
Αυτός μιλάει με την Χ, αυτή μιλάει με την Ψ, κάθονται σε διπλανά τραπέζια, κάποια στιγμή η νοητή ευθεία των βλεμμάτων βρίσκει κενό χώρο, διαγωνίως δεξιά από το κεφάλι της Χ και διαγωνίως αριστερά από το κεφάλι της Ψ. Είναι εμφανές, αλλά όλοι, δηλαδή οι Χ και Ψ, αργούν ως συνήθως να αντιληφθούν αυτό που συμβαίνει μπροστά τους. Αλλά εγώ τυχαία, από καθαρή σύμπτωση, πέφτω πάνω σ’ αυτή τη νοητή ευθεία, ακριβώς την ώρα της αρχής του σχηματισμού της.
Παρατηρώ, γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο τα, σα στρογγυλά, μάτια της, τα μαύρα μαλλιά, που κάνουν χώρο στα μάτια να περάσει η εναλλαγή των αισθημάτων – κοίταγμα, απορία, επιθυμία, ματαιότητα, φευγαλέα αποφασιστικότητα, επιμονή, επιθυμία, τρυφερότητα, επιθυμία, επιθυμία, απορία, αποχαιρετισμός, διστακτική επιστροφή στη ροή της πραγματικότητας. Τα βλέμματα πατάνε πάνω στις δύο παράλληλες συζητήσεις, περιφρονούν τα λόγια των φίλων, βρίσκονται σ’ αυτή τη συνάντηση που δεν ξέρουν τι να την κάνουν, τους μένει στα χέρια η κατάσταση, το ξέρουν αμέσως πως θα τους μείνει στα χέρια αυτό το τίποτα, η νοητή γραμμή. Θα προσπαθούσαν τουλάχιστον να χορτάσουν αυτό το κενό που δημιουργήθηκε διαγώνια στα κεφάλια των συνομιλητών τους, αλλά δεν μπορούν, δεν πρόλαβαν να το σκεφτούν και τώρα μια αόριστη επιθυμία και μια αόριστη απορία είναι αυτά που ταυτόχρονα πηγαινοέρχονται και αφήνουν πυκνές μπάλες σκέψης και αισθήματος, πυκνές μπάλες που κατακάθονται στα βλέφαρα. Και αυτοί, καθώς αυτό το κοίταγμα τελειώνει, προσέχουν πως ανοιγοκλείνουν τα μάτια, φυλάνε τις πυκνές μπάλες, τις προστατεύουν, αφού δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο, αφού τίποτα δε μπορεί να γίνει, ας έχουν αυτά τα δευτερόλεπτα, αυτή τη νοητή ευθεία, αυτή την απορημένη επιθυμία - ό,τι σώσουν. Δυο άγνωστοι άνθρωποι, που τι τους συνέβη ρε παιδί μου εκεί που μιλούσαν. Τι τους συνέβη, είδαν ο ένας τον άλλο και δεν μπορούσε να γίνει τίποτα, όμως είναι αναμφισβήτητο είδαν ο ένας τον άλλο εκεί που μιλούσαν ο ένας με τη Χ, η άλλη με την Ψ, όλα σα να κατέρρευσαν, ένα κάποιο μαύρο στην οθόνη της κανονικής ροής των πραγμάτων και είδαν ο ένας τον άλλο, τι τους συνέβη εκεί που μιλούσαν. Και τώρα, ξεχνάνε χωρίς να ξέρει ο ένας για τον άλλον, ούτε αν υπήρξε όντως αυτή η νοητή ευθεία, αυτό το κοίταγμα ή αν όντως το εννόησαν και οι δύο με τον ίδιο τρόπο, απλά ξεχνάνε, μιλώντας με τους φίλους και τους γνωστούς και τους αγαπημένους και μένει μόνο αυτή η ισχνή ανάμνηση της ιστορίας του κοιτάγματος να τους τσιγκλάει, ίσως, μια στο τόσο, να τους ρωτάει, όχι πια τι τους συνέβη, αλλά αν απλά συνέβη κάτι, αν συνέβη το οτιδήποτε, αν αυτοί οι δύο άνθρωποι είδαν ο ένας τον άλλον και αν αυτά τα μάτια συναντήθηκαν και ποιος ξέρει πόσο επιθύμησαν και τι ακριβώς, αλλά όπως και να το κάνουμε, δε μπορούσε να γίνει τίποτα. Ήταν απλά δύο άνθρωποι που, τι τους συνέβη, είδαν ο ένας τον άλλο, ξαφνικά, ενώ κάθονταν στα διπλανά τραπέζια ενός καφέ κάποιο απόγευμα και δεν μπορούσε να γίνει τίποτα.