Όλα τα ταξίδια μου το ίδιο χρώμα..
Γκρι και κίτρινο που αχνωφαίνεται, σαν πυρακτωμένος πρω'ι'νός ουρανός.
Χρόνια προσπαθώ περπατώντας να βρω το βήμα μου στην μαρτυρικά ευθεία
διαδρομή μου, αργοσέρνω τα πόδια μου, βαδίζω γοργά, τρέχω, ξαποσταίνω
και πάντα μετράω την απώλεια από κάτι που δεν είδα γιατί άργησα ή δεν πρόλαβα
να δω γιατί έτρεχα. Ίσως αυτό το προσωπικό μου παιχνίδι με την ταχύτητα να είναι
αναπόφευκτο γιατί όταν κοιτάω το σάκο μου να δω τα σουβενίρ μου από κάθε τόπο,
κάθε σώμα, κάθε ζωή, οι αναμνήσεις μου φαίνονται να το παραγεμίζουν και να το μπουκώνουν.
Στα χέρια μου φαίνεται βαρύ, στην πλάτη μου ελαφραίνει!
Έφτασα σε ένα τόπο χωρίς ευθείες, χωρίς δρόμους, οργάνωση και τάξη, τα λιγοστά μονοπάτια
που είχαν συνάρτηση και κατεύθυνση ήταν από χώμα, σχηματισμένα από τα ερειπωμένα κτίρια που
μαρτυρούσαν ότι κάποτε υπήρχε ζωή εδώ και αυτά ακόμα ασυνάρτητα και ετοιμόρροπα!
Δεν είχα ξαναδεί τόσο αέρα σε κανένα τόπο, σήκωνε το χώμα και μπαινόβγαινε στα ερείπια σαν ανάσα,
σαν να είχε βρει ο τόπος ένα τρόπο για να ζει ακόμα.
Αποφάσισα να μείνω, με κέρδισε αυτή η ερημιά και ομολογώ ότι δεν είχα ξαναδεί εγκαταλελειμμένο
τόπο με τόσες βιτρίνες να γυαλίζουν και να αντανακλούν το χωμάτινο αέρα σαν χρυσόσκονη που χορεύει
Έπρεπε να βρω πριν φύγω ένα καρπό και ένα εύφορο έδαφος να φυτέψω κάτι με χρώμα και οξυγώνο.
Γύρισα όλη την παράξενη πόλη ψάχνοντας κάπου να μπορώ να αφεθώ και να ξαποστάσω, κάθε που έλεγα
"όλη", ανακάλυπτα κι άλλους ασυνάρτητους παράδρομους που οδηγούσαν σε καινούργια τοπία.
Κάθε πόρτα που άνοιγα μοιάζαν τα σπίτια έτσι διακοσμιμένα που λες και έμεναν στο κάθε ένα, άνθρωποι άλλης
εποχής, σαν να ήταν το κάθε ένα βαγόνι από ένα τρένο που ταξίδευε στο χρόνο, σε διαφορετικές κουλτούρες.
Όλα είχαν ένα κοινό! Στη μέση του σαλονιού, δύο γυάλινες καφέ σφαίρες που αντικατοπτρίζανε όλο τον περίγυρο
του σπιτιού. Μερικά από αυτά δεν είχαν παράθυρα ή θα είχαν κάτι κομματιασμένα, ξεμανταλωμένα παραθυρόφυλλα
που τα 'κλεινε και τ'άνοιγε ο δυνατός αέρας όποτε του γούσταρε.
Αφού δεν ένιωθα ιδιαίτερα ασφαλής σε κανένα από τα σπίτια που εξερεύνησα, γιατί έμοιαζαν σαν παρατημένα στοιχιωμένα ανεκπλήρωτα όνειρα, αποφάσισα να ξαποστάσω καταμεσής της πλατείας δίπλα από ένα κουφάρι πρώην δέντρου, άρχισα να σφυρίζω ξαπλωμένος και να συλλαβίζω λέξεις να μην ξεχάσω τη φωνή μου αφού δεν είχα να επικοινωνήσω με κανένα.. "Γ-η", "Ν-ε-ρ-ό", "Ζ-ω-ή".
Ψυλαφίζοντας αφηρημένος την τσέπη μου, έπεσε μία δυνατή σταγόνα στο μέτωπο μου, πλημμύρισα χαρά γιατί
ένιωσα ότι επιτέλους αυτή η ερημιά ίσως να είχε αρχίσει να αλληλεπιδρά στην παρουσία μου, σηκώθηκα και έτρεξα προς το πιο κοντινό σπίτι που βρήκα και κάθησα στο περβάζι ενός παραθύρου με τα πόδια κρεμάμενα.
"Αυτό το μέρος μοιάζει να έχει φυλακιστεί στο γκρίζο, λες και είναι λίγο πριν ξημερώσει ή σαν να μόλις άρχισε να νυχτώνει", σκέφτηκα και ψυλάφισα πάλι την τσέπη μου να βρω το ρολόι μου που έλειπε!
Αμφίβολο πια αν αργώ ή αν τρέχω, ταλαντεύομαι στην άκρη του παραθύρου, έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου σφυρίζοντας να σιγοντάρω τον ήχο της βροχής.
Νιώθω στα αριστερά μου ένα απαλό και γνώριμο άγγιγμα, τρομαγμένος αποτραβγιέμαι απότομα, ένα λευκό περιστέρι με κοιτάει κατάματα και φτερουγίζει βιαστικά μακρυά μου. Σαστημένος από την έκπληξη πως υπάρχει ζωή τελικά σ'αυτό το ερημητήριο, άρχισε να κάνει αντίλαλο το σπαστικό μου γέλιο στην ανάμνηση της έκφρασης του πουλιού όταν γύρισα να το κοιτάξω. Μου φάνηκε σαν να με κορο'ι'δεύει που αγνοούσα την παρουσία του, βέβαια όλα αυτά μπορεί να ήταν απόρροια της ανάγκης μου να ανταλλάξω συναισθήματα με κάτι έμψυχο.
"Πάλι αργώ, κάτι μπορεί να μην προλάβω..", σκέφτηκα και πήδηξα ατσούμπαλα να τρέξω να βρω την άλλη ψυχή που θα περιπλανιέται σε αυτό το ασπρόμαυρο μέρος.
Δεν μου φάνηκε να πετάει ψηλά, ίσως τον ενοχλούσε η υγρασία της βροχής, ίσως να ζει κάπου σε μια φωλιά στο σπίτι που φώλιαζε κάποιος, κάποτε.. ίσως να είχε πετάξει ήδη μακρυά από εδώ αφού η βροχή σταμάτησε πια.
Ίσως στο ίσως, στο τελευταίο σπίτι αποφάσισα πως είναι μάταιο πλέον να συνορίζομαι το μικρό μου φίλο στο πως μπορεί να σκέφτεται για να ανακαλύψω που πήγε, γιατί πολύ απλά ο μικρός μου φίλος έχει κάτι που δεν θα μπορούσα ποτέ να αποκτήσω για να κατέχω την αίσθηση του, είχε φτερά!
Σωριάζομαι κατάχαμα και τον φαντάζομαι να πετάει οπουδήποτε, σχεδόν ζηλεύοντας την ελευθερία του.
Αποφασίζω να φύγω, ξεχνόντας την αρχική μου επιθυμία να ανακαλύψω την κάθε γωνιά αυτού του παράξενου μέρους και να βρω ένα τρόπο να καρποφορήσει, συλλογίζομαι επίμονα ποιο θα είναι το σουβενίρ μου..
παίρνω στα χέρια μου αυτές τις γυάλινες καφέ σφαίρες, κάτι με κρατάει προσκολλημένο σε αυτές, σαν να κρατάνε την ουσία και το κέντρο αυτό του κόσμου, σαν να έχουν αντικατοπτρίσει κάθε μορφή ζωής εδώ όταν υπήρχε και την κατέχουν.
Καθώς τις επεξεργάζομαι μία άσπρη φιγούρα αντανακλάται σαν σίφουνας, γυρίζω γρήγορα και βλέπω τον μικρό μου φίλο να τσιμπάει αδιάφορος το πάτωμα με το ράμφος του σαν ήμουν τόσο ασήμαντος που βρισκόμουν εκεί, τον πλησιάζω σιγά-σιγά και κάθε που τον κοντοζυγώνω, απομακρύνεται.
Ερχεται στο μυαλό μου η έκφραση του από την πρώτη μας γνωριμία και με κάνει να ξεκαρδίζομαι, με το σώμα μου να φαίνεται ακόμα πως έχει την πρόθεση προς εκείνον, μέχρι που ο ταχύτατος φίλος μου έχει φύγει από το οπτικό μου πεδίο και φτερουγίζει τσιμπώντας με στο πόδι, συνεχίζω να γελάω γιατί μου φαίνεται διασκεδαστικός να ενοχλείται νομίζωντας ότι τον περιγελάω, καταφέρνω να τον πιάσω για να τον επεξεργαστώ..
"Μη φοβάσαι.. δεν θα σε φυλακίσω στα χέρια μου." του λέω.
Προσπαθώντας να είμαι γρήγορος στις ματιές μου, ανακαλύπτω ότι το ένα του φτερό είναι πληγωμένο.
Ένιωσα τόσο άσχημα που θεώρησα υποχρέωση μου να βρω ένα τρόπο να τον γιατρέψω, βολιδοσκοπώντας το φτερό του, άρχισα να συνειδητοποιώ αυτό που είχα σκεφτεί και πριν ζηλεύοντας τον, ότι δεν ξέρω τίποτα από φτερά, ούτε πως είναι η αίσθηση τους, κατά συνέπεια και η αίσθηση της απώλειας τους.
Απογοητευμένος που δεν θα μπορούσα να τον βοηθήσω, τον άφησα κάτω να μοιραστεί μαζί μου την δίποδη ελευθερία μου.. περιέργως, δεν έμοιαζε να απομακρύνεται πια.
Έχοντας πίστη στο ότι με ακούει και ότι έτσι μου απάντησε του απευθύνθηκα ξανά,
"Σε ζηλεύω ακόμα για αυτά που 'χεις δει πετόντας, και με λυπάμαι που σε είδα να φτερουγίζεις αντί να έχω την ευκαιρία να σε δω να πετάς." σώπασα δισταγμένα, να ψυχανεμιστώ αν με ακούει.
Δευτερόλεπτα μετά, αποφάσισα να συνεχίσω, γιατί ακόμα και αν δεν μπορούσε να με ακούσει, είχα πίστη πλέον πως θα μπορούσε να με νιώσει, "Θέλω να με βοηθήσεις να βρω ένα καρπό να φυτέψω πριν φύγω, ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω συνεπαρμένος από οργή να σε σκέφτομαι να ταξιδεύεις πετώντας, δεν θέλω να φύγω όμως πριν δώσω την ευκαιρία να καρποφορήσει ξανά αυτή η μικρή ερημωμένη ανδαλουσία." σωπαίνω πάλι, γιατί νιώθω ηλίθιος να μιλάω χωρίς ανταπόκριση, μια σκέψη περνάει από το μυαλό μου γρήγορα "Μην τα παρατάς τώρα..",
απευθύνομαι αστρπιαία και ατσούμπαλα, "Ε... και μετά μπορούμε να ταξιδέψουμε μαζί, αν θέλεις..".
Χαμηλώνω το βλέμμα μου και το ξανασηκώνω πάνω του, πριν προλάβω να συνεχίσω το χαζό μονόλογο, φτερούγισε και έφυγε, αφήνοντας με να νιώθω εξευτελιστικά ανόητος που μιλούσα μόνος μου.
Βάζω τις γυάλινες καφέ σφαίρες στην θέση τους, δεν μου φάνηκε σωστό να τις πάρω για σουβενίρ αφού ήταν το μόνο πράγμα κοινό σε αυτά τα σπίτια που είναι σαν κοιμητήρια αναμνήσεων.
Στέκομαι στο κατώφλι να αντικρύσω τον ήλιο, τελικά αυτό το γκρίζο έσπασε και είχα την ευκαιρία να την δω αυτή την πόλη λουσμένη με φως.
Έρχεται μπροστά μου ο μικρός μου φίλος και με αποσπάει από το τελευταίο μου ρέμβασμα, τον κοιτάω να τον αφομοιώσω και εκείνον με την ίδια αφοσίωση..
"Αν ήσουν άψυχος, μόνο εσένα θα ήθελα για σουβενίρ από αυτό το μέρος, αφού δεν με καταλαβαίνεις αποκλείεται να με ακολουθήσεις.." του λέω.
Φτερουγίζει λίγο πιο κοντά μου και ακουμπάει βγάζοντας από το στόμα του μπροστά μου τους καρπούς που του ζήτησα..
Άναυδος και ενθουσιασμένος εκστατικά ότι με άκουγε δεν μπορώ να αντιδράσω καθόλου.
Τον κοιτάζω αποσβολωμένος να απομακρύνεται και να μου υποδεικνύει ένα εύφορο μέρος για τους καρπούς μου.
Αφού ξεσάστισα, πλησίασα και τους φυτέψαμε μαζί.
"Θα 'ρθεις μαζί;" του είπα φεύγοντας.. και παρατάχτηκε περπατώντας πλάι μου.
Περπατούσαμε ώρα, μέχρι που αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε από την πόλη, έμεινα αμίλητος σκεπτόμενος το πως
θα καταφέρουμε να επικοινωνούμε.
"Δεν θα δεις εικόνες απο ψηλά αλλά αν θες έλα στον ώμο μου, να βλέπουμε όλα τα τοπία από το ίδιο ύψος.."
του είπα και φτερούγισε στον ώμο μου.
"Πάλι γκρι και κίτρινο, όλα τα ταξίδια μου έχουν αυτό το χρώμα" "Ωπ, κοίτα τα φούξια νεφελώματα..έπρεπε να το ξέρω πως θα αλλάξει το ταξίδι μου αφού τώρα είναι δικό μας ταξίδι, έβαλες την πινελιά σου φίλε μου.."
Σφυρίζω πάλι περπατώντας.. ίσως τώρα να προσπαθώ να τον διασκεδάσω σφυρίζοντας.
Συνήθισα τον μονόλογο και φλυαρώ για το ταξίδι μας...
".......Ξέρεις στα μέρη μου είσαι σύμβολο ειρήνης, ελπίδας... "