Καθόλου φίλος αυτό το σκυλί του πολέμου που πέθανε πολύ αργά και πολύ αθώος
Ντικ Τσένι, να μείνεις άλιωτος στο κολαστήριο που επινόησες
Εδώ γιατί:
Αρχιτέκτονας πολέμου, ήρωας των Δημοκρατικών, εγκληματίας που δεν δικάστηκε ποτέ: Ο Ντικ Τσένι ήταν ο Darth Vader της νεότερης ιστορίας των ΗΠΑ και σήμερα που πέθανε, είναι μια καλή μέρα που άργησε πολύ.
Η ζωή του Ντικ Τσένι, ο οποίος απεβίωσε στις 3 Νοεμβρίου σε ηλικία 84 ετών, είναι μια μελέτη πάνω στην απολυταρχία και την εγκληματική κατάχρηση εξουσίας. Ένα τέρας (κυριολεκτικά) της πολιτικής και του μιλιταριστικού λόμπι, ο Τσένι έκανε ό,τι μπορούσε για να σφάξει μαζικά λαούς κάνοντας εθνοκάθαρση με την ακρίβεια ενός όρνιου.
Ο θάνατος του Ντικ Τσένι, του πρώην Αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών και αρχιτέκτονα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», απέδειξε για άλλη μια φορά ότι η πολιτική του κληρονομιά παραμένει βαθιά πολωτική και τραυματική.
Σίγουρα πάντως, ματωμένη.
Ενώ ο πρώην Πρόεδρος Τζορτζ Μπους εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τη «σταθερή» παρουσία του Τσένι στον Λευκό Οίκο, οι επικριτές του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντέδρασαν με κατακραυγή και οργή, επικεντρώνοντας την κριτική τους στην ατιμωρησία του.
Ο Τσένι, ο οποίος απεβίωσε στις 3 Νοεμβρίου σε ηλικία 84 ετών λόγω επιπλοκών, ήταν ο άνθρωπος που προώθησε την εισβολή στο Ιράκ και τη χρήση «σκληρών ανακριτικών μεθόδων» μετά την 11η Σεπτεμβρίου.
Πολλοί σχολιαστές εξέφρασαν την απόλυτη απογοήτευσή τους για το γεγονός ότι ο Τσένι δεν δικάστηκε ποτέ για εγκλήματα πολέμου. Ο προοδευτικός σχολιαστής Μέντι Χασάν ήταν άμεσος και καυστικός, δηλώνοντας στην πλατφόρμα Χ: «Έπρεπε να είχε πεθάνει στη Χάγη».
Ανάλογος ήταν και ο τόνος της αρθρογράφου Έμαν Αμπντελχάντι. «Κάθε φορά που ένας από αυτούς τους μαζικούς δολοφόνους πεθαίνει χωρίς να έχει αντιμετωπίσει καμία συνέπεια για τις σφαγές που διέταξαν, τις ζωές που κατέστρεψαν, τις κοινωνίες που ισοπέδωσαν... συνειδητοποιώ πόσο μακριά βρισκόμαστε από έναν κόσμο με δικαιοσύνη. Αναπαύσου στην κόλαση, Ντικ Τσένι. Η κληρονομιά σου είναι ο θάνατος».
Ο πολιτικός σχολιαστής Χασάν Πάικερ κλιμάκωσε την κριτική, χαρακτηρίζοντας τον Τσένι «γνήσια έναν από τους πιο κακούς ανθρώπους που υπήρξαν στη σύγχρονη ιστορία».
«Προκάλεσε ανυπολόγιστη ζημιά σε ολόκληρες περιοχές, εκατομμύρια σκοτώθηκαν, δεκάδες εκατομμύρια εκτοπίστηκαν και εκείνος έφυγε ήσυχα περιστοιχισμένος από την οικογένειά του», τόνισε ο Πάικερ, αναδεικνύοντας τη διάσταση μεταξύ της προσωπικής ηρεμίας του πολιτικού και του χάους που άφησε πίσω του.
Πέρα από την προσωπική καταδίκη, η κριτική στράφηκε και στην ιδεολογική κληρονομιά του Τσένι.
Η δημοσιογράφος Κέιτλιν Τζόνστοουν έγραψε ότι ο Τσένι έφυγε «πολύ μεγάλος σε ηλικία και πολύ ελεύθερος», αλλά υπογράμμισε ότι η ζημιά που προκάλεσε «συνεχίζει να εκτυλίσσεται».
«Η ηγεμονική, υπερ-μιλιταριστική ιδεολογία που προώθησε έχει γίνει η βασική νόρμα. Νέα ‘τέρατα του βάλτου’ έχουν πάρει τη θέση του για να προωθήσουν την ίδια δολοφονική και τυραννική ατζέντα, βέβαια ότι και αυτά δεν θα υποστούν συνέπειες», σημείωσε, εστιάζοντας στην ατιμωρησία του αμερικανικού στρατιωτικοβιομηχανικού κατεστημένου.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Τσένι, ο οποίος είχε ταχθεί ανοιχτά κατά του Ντόναλντ Τραμπ και είχε υποστηρίξει τη Δημοκρατική Καμάλα Χάρις στις εκλογές του 2024, δέχθηκε κριτική ακόμα και από συντηρητικούς κύκλους.
Ο πρώην Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τζορτζ Σάντος σχολίασε: «Ο Ντικ Τσένι θα συναντήσει τον δημιουργό του και θα έχει πολλά να εξηγήσει. Εύχομαι καλό κουράγιο στην οικογένειά του, αλλά δεν έχυσα ούτε πρόκειται να χύσω δάκρυ για έναν εγκληματία πολέμου του είδους του».
Ο Τζορτζ Μπους εξέφρασε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη για τον Τσένι, ίσως έχουν ευκαιρία να αγαπηθούν ξανά στο κολαστήριο που επινόησαν.
Ο διεφθαρμένος, πανίσχυρος Αντιπρόεδρος, πέθανε αλλά οι αρχιτέκτονες του πολέμου συνεχίζουν. Ο Τσένι υπήρξε πάντα ειλικρινής. Άλλωστε το παρατσούκλι Darth Vader δεν ήταν μια προσβολή για αυτόν. Ήταν, αντιθέτως, ένα παράσημο που ο ίδιος ο πρώην Αντιπρόεδρος φρόντισε να αγκαλιάσει απολαμβάνοντας τη φήμη του ως του σκοτεινού, αδίστακτου αρχιτέκτονα των πολέμων στη Μέση Ανατολή και των σκληρών πολιτικών εθνικής ασφάλειας μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους.
Υπουργός Άμυνας στον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, η κληρονομιά του σφυρηλατήθηκε στην εποχή του Τζορτζ Μπους του νεότερου, ως ο άνθρωπος που επέβλεψε τη διεύρυνση της προεδρικής εξουσίας και την προώθηση του Πολέμου του Ιράκ, βασιζόμενος σε ισχυρισμούς για όπλα μαζικής καταστροφής που δεν βρέθηκαν ποτέ.
Ορισμός του «γερακιού» της αμερικανικής πολιτικής, ήταν έμπειρος. Αρχηγός του επιτελείου στον Πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ, μέλος της Βουλής και Υπουργός Άμυνας στον Πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πολέμου του Κόλπου, ο Τσένι έφερε στον Λευκό Οίκο του Τζορτζ Μπους του νεότερου μια σπάνια γνώση του κρατικού μηχανισμού.
Αυτή η εμπειρία του επέτρεψε, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, να γίνει ο βασικός αρχιτέκτονας της στρατιωτικής απάντησης των ΗΠΑ, τόσο στο Αφγανιστάν όσο και στο Ιράκ.
Η κοσμοθεωρία του Τσένι ήταν απλή και κυνική. Όπως δήλωσε το 2006 στο συντηρητικό Ίδρυμα Heritage:
«Αν έχουμε μάθει κάτι τα τελευταία 25 χρόνια –από τη Βηρυτό έως τη Σομαλία– είναι ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις δεν προκαλούνται από την προβολή δύναμης, αλλά καλούνται από την αντίληψη της αδυναμίας».
Βασιζόμενος σε αυτή τη σκληρή φιλοσοφία, ο Τσένι ήταν ο βασικός υποστηρικτής της εισβολής στο Ιράκ, υποστηρίζοντας την ανάγκη να ανατραπεί ο Σαντάμ Χουσεΐν λόγω των όπλων μαζικής καταστροφής και των δεσμών του με την Αλ Κάιντα, παρά το γεγονός ότι αυτά τα στοιχεία δεν βρέθηκαν ποτέ.
Η πιο σκοτεινή πτυχή της κληρονομιάς του Ντικ Τσένι ήταν η αδιάλλακτη υπεράσπιση των σκληρών ανακριτικών μεθόδων τις οποίες πολλοί οργανισμοί και θεσμοί χαρακτήρισαν ευθέως βασανιστήρια -ανάμεσά τους ο εικονικός πνιγμός (waterboarding) και η στέρηση ύπνου.
Η τότε Δημοκρατική Γερουσιαστής Νταϊάν Φαϊνστάιν, επικεφαλής της Επιτροπής Πληροφοριών, περιέγραψε τις μεθόδους αυτές ως «απολύτως κτηνώδεις, πολύ χειρότερες από ό,τι τις παρουσίαζε η CIA στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής».
Ο Τσένι αρνήθηκε κατηγορηματικά τον όρο «βασανιστήρια», λέγοντας το 2014 ότι «ήμασταν πολύ προσεκτικοί ώστε να μην φτάσουμε σε αυτόν τον ορισμό», βασιζόμενος στην έγκριση του Νομικού Γραφείου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Παράλληλα, ο Τσένι είχε κερδίσει μια μαχητική και αμφιλεγόμενη φήμη, η οποία περιελάμβανε και την περίφημη χρήση μίας χυδαίας έκφρασης προς τον Γερουσιαστή Πάτρικ Λίχι το 2004, ο οποίος αμφισβήτησε τους δεσμούς του με την ενεργειακή εταιρεία Halliburton στο βήμα της Γερουσίας.
Ο ίδιος ο Τσένι αγκάλιασε πλήρως τη φήμη του Darth Vader το 2007. «Ενα από τα πιο ευγενικά πράγματα που μου έχουν πει τελευταία» είπε. Μάλιστα, το 2015, αποκάλυψε σε ρεπόρτερ των Wall Street Journal ότι είχε τοποθετήσει στον κοτσαδόρο του αυτοκινήτου του ένα ομοίωμα του Σκοτεινού Άρχοντα, λέγοντας:
«Είμαι μάλλον περήφανος γι αυτό».
Επιπλέον ήταν ένας υπερήφανος «πολεμικός εργολάβος» λόγω των σκανδαλωδών δεσμών του με τον ενεργειακό κολοσσό Halliburton, όπου υπηρέτησε ως Διευθύνων Σύμβουλος πριν την Αντιπροεδρία.
Πριν βοηθήσει τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο να πνίξει τη Μέση Ανατολή σε νέο αίμα, ο Τσένι είχε επαγγελματικούς και οικονομικούς δεσμούς με τη Halliburton στην οποία και υπηρέτησε ως Διευθύνων Σύμβουλος από το 1995 έως το 2000, αποκτώντας σημαντικό πλούτο και βαθιές γνώσεις για τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και τις μεγάλες κρατικές συμβάσεις.
Η κριτική, ωστόσο, δεν αφορούσε την προηγούμενη επαγγελματική του πορεία, αλλά την εικόνα σύγκρουσης συμφερόντων που δημιουργήθηκε μόλις ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιράκ.
Κατά τη διάρκεια του Πολέμου στο Ιράκ, η Halliburton, μέσω της θυγατρικής της Kellogg, Brown & Root (KBR), έλαβε δισεκατομμύρια δολάρια σε κρατικές συμβάσεις άνευ διαγωνισμού.
Οι συμβάσεις αυτές αφορούσαν την υποστήριξη των αμερικανικών στρατευμάτων και την ανασυγκρότηση των υποδομών.
Παρά την επανειλημμένη άρνηση του Τσένι ότι επηρέασε τις αποφάσεις αυτές, η χρονική στιγμή και το τεράστιο μέγεθος των συμβάσεων τον κατέστησαν στόχο σφοδρής κριτικής, με σχολιαστές να τον αποκαλούν «πολεμικό εργολάβο» και να εγείρουν ερωτήματα για πιθανή παράτυπη οικονομική ωφέλεια.
Η αδιαφάνεια ενίσχυσε τη φήμη του ως ενός αδίστακτου «γερακιού» που συνέδεε την εξωτερική πολιτική με το εταιρικό κέρδος.
Η αμφισβήτηση έφτασε μέχρι το Κογκρέσο, όπου οι Δημοκρατικοί βουλευτές προσπάθησαν να εξετάσουν τη σχέση του Τσένι με τη Halliburton και τις συμβάσεις του Ιράκ.
Η ένταση αυτή κορυφώθηκε το 2004, όταν ο Τσένι απάντησε με μία χυδαία έκφραση προς τον Γερουσιαστή Πάτρικ Λίχι, ο οποίος αμφισβήτησε τους δεσμούς του με την εταιρεία, τονίζοντας τη μαχητική και κυνική του προσέγγιση σε θέματα που άγγιζαν την οικονομική του επιφάνεια και την πολιτική του εξουσία.
Η σχέση του Τσένι με τη Halliburton συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της περσόνας του Vader καθώς ο Τσένι ήξερε να χειριστεί τα νήματα της εξουσίας για την επίτευξη τόσο γεωπολιτικών όσο και ιδιωτικών συμφερόντων εις βάρος εκατομμυρίων ζωών.
Παράλογη είναι η τελευταία πράξη στο ματωμένο κεφάλαιο του τέρατος Τσένι.
Παρά την «σκοτεινή» του εικόνα, ο Τσένι και η κόρη του, η πρώην βουλευτής Λιζ Τσένι, βρήκαν κοινό έδαφος με τους Δημοκρατικούς όταν στράφηκαν με σφοδρότητα εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Λιζ Τσένι ήταν μία από τους δέκα Ρεπουμπλικανούς που ψήφισαν υπέρ της παραπομπής του Τραμπ για την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο.
Ο πατέρας της, συμμετέχοντας στην τελετή μνήμης την επόμενη χρονιά, εξέφρασε τη «βαθιά του απογοήτευση για την αποτυχία πολλών μελών του κόμματός του να αναγνωρίσουν τη σοβαρή φύση των επιθέσεων και τη συνεχιζόμενη απειλή για το έθνος μας».
Η κίνηση αυτή οδήγησε στον οριστικό εξοστρακισμό τους από την εκδοχή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος υπό τον Τραμπ, ο οποίος απάντησε αποκαλώντας τον Ντικ Τσένι «άσχετο» και «Ρεπουμπλικανό μόνο κατ’ όνομα».
Ο Τραμπ έγραψε σε ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Είναι ο Βασιλιάς των Ατελείωτων, Παράλογων Πολέμων, που σπαταλά Ζωές και Τρισεκατομμύρια Δολάρια». Ο Τραμπ επιτέθηκε και στη Λιζ Τσένι, χαρακτηρίζοντάς την «ριζοσπαστικό γεράκι του πολέμου».
Ωστόσο, η στήριξη του Τσένι στη Δημοκρατική υποψήφια Αντιπρόεδρο, Καμάλα Χάρις, στις εκλογές του 2024 επιβεβαίωσε ότι, παρά τις πολιτικές του αμαρτίες, ο Darth Vader έκρινε ότι ο Τραμπ αποτελούσε τη μεγαλύτερη απειλή για το αμερικανικό έθνος.















