Με αστραπόβροντο ή βρόχή
Εδώ ξεκινά μια ιστορία για έναν κόσμο όχι και τόσο ασύμπτωτο με αυτόν που ξέρουμε τώρα. Έναν αλλόκοτο ίσως κόσμο, αδιάσειστο.
Το τρένο της έναρξης, μαζεύει τους επιβάτες του γι'αυτόν τον προορισμό. Είναι ένα τοπίο, ένα τοπίο ήχου τριγύρω μας, είναι ένας σύντομος αέρας, μια μυρωδιά καμένου λάστιχου, καμένων δέντρων και μπαρούτι. Είναι η φωτιά μέσα από συντρίμια, δίπλα μας, τόσο κοντα τους βρισκόμαστε, που είμαστε ακίνητοι ταξιδιώτες σε έναν ακλόνητο χρόνο. Ακίνητοι, γιατι ξέρουμε βαθιά μέσα μας αυτόν τον χώρο, έναν χώρο που κανείς δεν εύχεται να έχει θέση εκεί. Μα δεν μπορούμε να επηρεάσουμε το συμβάν, αυτό που σχετίζεται με τούτη τη στιγμή. Την στιγμή μέσα σε ένα πεδίο μάχης, μιας οποιασδήποτε μάχης, μιας οποιαδήποτε εποχής του ανθρώπου πάνω σε αυτή τη γη. Είμαστε ταξιδιώτες και παρατηρητές, σύντομοι, βίαιοι, κάθε φορά ορμάμε να γίνουμε μέρος του γεγονότος, μέρος της πραγματικότητας που πρόκειται να ζήσουμε, αμέσως μόλις οι μπρούτζινες πόρτες κλείσουν πίσω μας. Και τα συντρίμια δεν μυρίζουν πια, η φωτιά συνεχίζει να καίει, ο όχος των οβίδων θολός, γιατί κάτι υποτακτικό, αδιάκοπο πρόκειται να κυριεύσει τον χώρο που βρισκόμαστε. Τώρα ξέρουμε την θέση μας, τώρα δεν παίρνουμε μέρος, ακόμη, μέχρι τα πρώτα λόγια.
Το θέατρο είναι μια μηχανή. Είναι μια μηχανή παραγωγής πίστης. Τα πρώτα λόγια. Αυτά μας κατεβάζουν σε μια άλλη διάσταση. Κατεβάζουν, όπως κατέβαιναν και οι ψυχές, υπό την γη, στην ζωή μετά. Αφού γινόμαστε και γεννιόμαστε κάτι άλλο, δεν χωράμε επάνω, ο τόπος είναι κάτω. Είναι ο χώρος του νέου αυτού υπερφυσικού κόσμου που θα μας φανερωθεί. Το θέατρο είναι ένας τόπος που υπάρχει χώρος μόνο για την ανάσα. Δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο. Σε κάθε του στιγμή, σχετίζεται με το επέκεινα. Βιώνουμε εκείνη τη στιγμή, το πως αλλάζει η μέτρηση του χρόνου. Βιώνουμε μια σύντομη στιγμή που έχει ήδη γίνει, και δεν θα ξαναγίνει ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Θα έχουμε αλλάξει κι εμείς οι ίδιοι, σε κάθε επόμενη στιγμή. Το αίνιγμα πραγματοποιείται μπροστά μας, το αίνιγμα που κρύβει και φανερώνει έναν κόσμο την ίδια αυτή στιγμή που κι εμείς αλλάζουμε, αμφιβάλλουμε για το τι μας συμβαίνει, αμφιβάλλουμε για το ποιος απο τους κόσμους που ζούμε παράλληλα, την ίδια στιγμή, είναι ο πραγματικός. Μεταβαίνουμε, κατεβαίνουμε σε μια άλλη διάσταση πίστης, που με τόση αριστοτεχνία, μας την προσφέρει αυτή η μηχανή συναισθημάτων.
Η κατάβαση μας κάνει κάποιους άλλους, είμαστε μια άλλη εκδοχή εκείνη τη στιγμή, συμπάσχουμε καθώς ο χρόνος κυλά υπάκουος στους ελεγκτές του, στους μηχανικούς του. Σε αυτούς τους ανθρώπους, τους μεσάζοντες, που με φωνή και σώμα, ενσαρκώνουν την ιστορία, αναπαράγουν τον μύθο που πλανιόμαστε και ξετυλίγουν έναν ολόκληρο κρυφό κόσμο μόνο με την μαεστρία τους. Ούτε η ανάσα μας δεν τολμά να ακουστεί ανάμεσα στους τόνους των λόγων τους. Οι μηχανικοί μας δίνουν και τους δίνουμε τον λόγο να μας εξηγήσουν τον κόσμο που βρισκόμαστε, να μας αφυπνίσουν, είμαστε μέρος του κόσμου τους, είναι και δικός μας πια, γιατι η μαγεία που διασκορπίστηκε στα πρώτα λόγια, είναι το πέπλο που σκεπάζει κάθε αμφιβολία.
Όλα όσα γνωρίζουμε έχουν μια νέα διάσταση ζωής. Τώρα, με τον ήχο του τυμπάνου και της σειρήνας, εισαγόμαστε στο υποχθόνιο. Ο βασιλιάς πρέπει να πεθάνει για να βγει αληθινός ο οιωνός, μια υπόσχεση από τον μεταφυσικό κόσμο στον Macbeth.
Ο χρησμός πρέπει να βγει αληθινός γιατι αυτός θα μου δώσει την ευτυχία, αυτός θα μου δώσει την δύναμη και την εξουσία που μου υποσχέθηκαν. Γιατί μου αξίζει να έχω αυτόν τον τίτλο του Glamis, του Cawdor, του βασιλιά, και κάθε τίτλο.
Ένας χρησμός κινεί τα ινία σε αυτή την τραγωδία και η μανία του, η απλιστία του ζεύγους να τον βγάλει αληθινό, χειραγωγούν την βάναυση αιματοχυσία. Δεν υπάρχουν φραγμοί σε συγγενείς και φίλους, γιατί ο Macbeth πρέπει να φέρει εις πέρας το καθήκον του. Οι τύψεις των πράξεών του κάθε φορά λειτουργούν σαν καύσιμο για την επόμενη σφαγή, γιατί πρέπει να βγάλει αληθινή την προφητεία. Η πρώτη σκηνή είναι ένας βάλτος, ένα έλος που μας παρασύρει μαζί με τον ήρωα μέσα στο βυθό του, μην μπορόντας να αντιδράσουμε παρά να ακολουθήσουμε την μοίρα των πρωταγωνιστών. Πέφτουμε και ξαπλώνουμε στο έλος ανίκανοι να κινηθούμε προς διαφορετκή κατεύθυνση. Τα ζωώδη συναισθήματα των ηρώων, ωθούν την πλοκή στην εκπλήρωση της προφητείας. Τους τυφλώνουν ως προς τα όρια της βαρβαρότητας της τυραννίας, όλα για χάρη της απληστίας. Μιας άπιαστης επιτυχίας, εξουσίας, ευτυχίας, μιας εξαπάτησης του νου.
Ο Macbeth τυφλός ακουλουθεί τις μοίρες, τις τρεις αλλόκοτες μάγισσες, που χωρίς κανένα ζόρι τις υπακούει. Υπακούει το γραμμένο για εκείνον μέλλον και δεν προβλέπει τις συνέπειες. Αλλά εναρκτήρια δύναμη είναι η Lady Macbeth, η γυναίκα του, άγονη, αλαζών, μη δημιουργός. Είναι η πιο σκληρή αυτουργός των εγκλημάτων που βάζει τον Macbeth να πράξει. Αυτός θα λερώσει τα χέρια του γιατί εκείνη ξέρει πόσο βαρύ είναι να φέρεις την τελευταία ανάσα ενός ανθρώπου. Δεν θέλει να έχει το βάρος της ευθύνης, μόνο να γευτεί την επερχόμενη εξουσία. Του περιγράφει τον μακάβριο τρόπο που θα σκότωνε το νεογέννητο μωρό της αν είχε, την ώρα που θα θήλαζε, ακόμη και το πιο μικρό και ανύμπορο πλάσμα, το πλάσμα που θα είχε δημιουργήσει, χωρίς κανέναν διασταγμό, στιγμιαία θα του έβγαζε τα μάτια, και το κρανίο του θα έκανε χίλια κομμάτια. Προσβάλλει την επιφυλακτικότητα του συζήγου της, ακόμη και την γενναιότητά του, όταν εκείνος της εκφράζει το παράλογο σκεπτικό της δολοφονίας φίλων και βασιλέως. Τον επηρεάζει, υποκινώντας τα πρωτόγονα συναισθήματά του, εν τέλει η υπεροψία του έχει τραφεί με τους χρησμούς και τις φιλοφρονήσεις των φίλων του.
Μήπως είναι αλήθεια το ρητό των μοιρών, μήπως πρέπει να παλέψω για να κατακτήσω αυτό που δικαιωματικά μου ανήκει. Ένα στιλέτο. Η πρώτη παραίσθηση. Το πρώτο σημάδι. Εγώ είμαι αυτός που χρειάζεται η Σκωτία για ηγέτη. Αφού και ο υποχθόνιος σκοτεινός κόσμος των πνευμάτων το διακυρήσει.
Οδύνη στον πρωταγωνιστή, φόβος, ο ύπνος είνα πολυτέλεια που έχει χάσει, τα πνεύματα του αλλόκοσμου τον στοιχειώνουν, τύψεις τρώνε τις σκέψεις του και τον οδηγούν σε παραισθήσεις. Μα η Lady Macbeth άστοργη, κτηνώδης περιγελά τον ανδρισμό του. Μέχρι εκείνος να χάσει την λογική, να χάσει τον έλεγχο, μόνο τότε κατανοεί η βασίλισσα το κουβάρι που έχει ξετυλίξει. Μα δεν έχουν γονους. Δεν μπορεί να είναι ποτέ ήσυχος ο κλέφτης της εξουσίας. Ο γενειθής τύραννος. Κυνηγά τα παιδιά του βασιλιά και φίλων του, όλους τους απογόνους που μπορούν να διεκδικήσουν αυτό που έκλεψε με κόπο και χέρια βουτηγμένα στο αίμα. Με βάσανο ψυχής. Μόνο εκείνος ξέρει πόσο έχει υποφέρει να φέρει εις πέρας λόγια ξένα ανώτερα, από άλλο κόσμο, λόγια που του υποσχέθηκαν αυτό που πρέπει να γίνει. Αν και μέσα του ξέρει το κακό που έχει πράξει, είναι σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Που είναι η ελευθερία του, εξουσία έχει μόνο με τα όπλα, η γυναίκα του τρελάθηκε, πρέπει να σκοτώσει ως το τέλος για να ησυχάσει.
Ένας ζωντανός θάνατος, το άγρυπνο μαρτύριο του νου. Καλύτερα να ήταν με τους νεκρούς που έφυγαν απο το ίδιο του το χέρι, αυτοί κέρδισαν τη γαλήνη τους και βασανίζουν σαν Ερινύες κάθε του στιγμή. Το μυαλό του δηλητηριασμένο με σκέψεις και πράξεις αμαρτωλές, γεμάτο σκορπιούς είναι το μυαλό του. Έχει γίνει ένα τέρας, φοβάται πια και την σκιά του.
Παρατηρούμε ως μέρος των συμβάντων την έκρηξη συναισθημάτων του Macbeth. Ξέρουμε όπως κι εκείνος, και περιμένουμε να έρθει η επόμενη πράξη, να βγει αληθινός ο επόμενος χρησμός. Διψασμένος να μάθει το μέλλον που του επιφυλλάσουν οι μοίρες, η αγωνία τον τρώει, πως θα παραμείνει σίγουρος για την εξουσία του? Η σιγουριά είναι η μεγαλύτερη τιμωρία του ανθρώπου. Παντού γύρω του, παραισθήσεις, τα φαντάσματα των νεκρών δεν τον αφήνουν σε ησυχία, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τους κάνει περισσότερους. Σκοτώνει όποιον θεωρεί εμπόδιο στον κλεμμένο θρόνο. Δεν έχει να χάσει τίποτα πια, η Lady Macbeth αυτοκτονεί. Αυτή που το ξεκίνησε, φεύγει από το ίδιο της το χέρι. Πως να ελέγξει το αγρίμι που η ίδια δημιούργησε.
Γιατί με ντύνεται με ρούχα δανεικά? Ο εθισμός του Macbeth τώρα πια φτάνει στο απόγειο της εξουσίας, που μόνο άγρυπνο τον αφήνει τις άγριες νύχτες. Ομίχλη στην ελευθερία, ομίχλη σε όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Τα δανεικά του ρούχα του καίνε τα σωθικά, γ' αυτό ο νους του διχάζεται. Πρέπει να μάθει τη συνέχεια της προφητείας, ποιος θα τον απελευθερώσει από το κακό, ποιος είναι αυτός που θα τον αφανίσει. Φοβάται τον θάνατό του αλλα είναι και η σωτηρία του ταυτόχρονα. Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα βασιλιά Macbeth και κανέναν που γεννήθηκε από κοιλιά γυναίκας. Το πιο λογικό γίνεται και το πιο παράλογο. Το τέλος του έρχεται με την άφιξη ενός κινούμενου δάσους, το άπιαστο, το παράλογο τον καθησυχάζει, δεν πρόκειται ποτέ το δάσος του Birnam να φτάσει στο παλάτι. Μόνο τότε θα είναι η καταστροφή του.
Η ερμηνεία είναι μια δήλωση. Ο χαρακτήρας είναι μια δήλωση. Έκπτωτος μεσολαβητής στην επικοινωνία με την άγνωστη διάσταση του θεάτρου. Ο χρόνος κυλά, τον ακολουθούμε μαζί με την φωνή του πρωταγωνιστή. Είμαστε υπο την επήρεια της δεύτερης πραγματικότητας, έχουμε αποκοπεί από τον πραγματικό κόσμο και βρισκόμαστε μάρτυρες σε έναν αληθινό που συμβαίνει τώρα. Το θεϊκό αποφασίζει στο θέατρο. Αποφασίζει το φως και ο τρόπος που ο πρωταγωνιστής περπατά, που σέρνεται μπροστά μας, που κλαίει και φοβάται. Δείχνει όλες του τις αδυναμίες μπροστά μας, αυτές που μπορούμε να ταυτιστούμε, αυτές που μας κάνουν να συν-κινηθούμε με τα πάθη του ήρωα. Μας δηλώνει τι συμβαίνει στην ψυχή του, δεν υπάρχει προσωπείο αυτή τη στιγμή, είναι τόσο ιερός χρόνος, αληθινός, το προσωπείο του, ένα με το πρόσωπό του. Το εισητήριό του στο ταξίδι αυτό, συγκρούεται με τον χρόνο, γιατί κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει. Ξέρουμε όμως, στον ίδιο χρόνο, αναγεννιέται, γιατί ο μεσάζων χαρακτήρας έχει μια ταυτότητα αιώνια, άφθαρτη στον χρόνο και στην ύλη.
Tην ίδια στιγμή που υποκλίνεται ανεβαίνουμε πίσω στον πραγματικό κόσμο, κι εκείνος ο αληθινός δεύτερος αλλόκοσμος είναι κάπου εδώ, παράλληλα με εμάς, σε λήθαργο πέφτει, αμυδρά ακόμη τον ξεχωρίζουμε αναμεσα στα φώτα, τον αποχαιρετάμε με τον ήχο του χειροκροτήματος, και όλα τα πνεύματα που βοήθησαν στο να τον αντιληφθούμε μπορεί και να μας απαντήσουν στο τέλος, σε ό,τι έχουμε ανάγκη να βρούμε. Μια αίσθηση μένει μονάχα αναμένει στους όρθιους θεατές, πως κάτι αληθινό συνέβει πριν λίγο εδώ. Τα πρώτα λόγια θολά και πάλι, το πεδίο της μάχης φεύγοντας, αθόρυβο. Νομίζω ο χρόνος μας έπαιξε ένα αφύσικο παιχνίδι, γιατί όλα μοιάζουν να τελείωσαν γρήγορα, εκεί που η αντίληψη είχε εισβάλλει στην πίστη, και το πραγματικό ήταν εκεί ζωντανό και αληθινό, αδιαμφισβήτητο, επάνω στην σκηνή, στο κάστρο του Dunsinane. Ένα τύμπανο κάπου μακριά, ο ήχος των οβίδων θολός, γιατί κάτι υποτακτικό, αδιάκοπο προκειται να αναδημιουργηθεί ξανά, σ' αυτόν εδώ τον χώρο, χθες το βράδυ, την επόμενη εβδομάδα.
27.12.24
Αναστασία Μάνου












